Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

Χόρχε Μπουκάι

Υπάρχει μια παλιά ιστορία για ένα παιδί που πήγε να ζητήσει τη βοήθεια ενός σοφού: Ήρθα, δάσκαλε, γιατί νοιώθω τόσο ασήμαντος που δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα. Μου λένε ότι δεν αξίζω τίποτα, ότι δεν κάνω τίποτα σωστά, ότι είμαι αδέξιος και χαζός. Πως μπορώ να βελτιωθώ; Τι μπορώ να κάνω για να με εκτιμήσουν περισσότερο;”Ο δάσκαλος, χωρίς να τον κοιτάξει, του είπε: “Πόσο λυπάμαι, αγόρι μου. Δεν μπορώ να σε βοηθήσω γιατί πρώτα πρέπει να λύσω ένα δικό μου πρόβλημα. Μετά, ίσως..” και ύστερα από μια παύση συνέχισε :

Η ΝΟΣΟΣ ΤΩΝ ΚΙΝΗΤΙΚΩΝ ΝΕΥΡΩΝΩΝ

 Τον Αύγουστο του 2004 υπέστην τρομερό σοκ, όταν για πρώτη φορά ήρθα αντιμέτωπη με την ωμή πραγματικότητα. Τραχειοστομία!

Μια πραγματικότητα την οποία θεωρούσα απόμακρη για μένα. Άλλωστε η φύση του ανθρώπου δεν του επιτρέπει να έχη αρνητικές σκέψεις, αφού ο Δημιουργός τον έπλασε ώστε να εκπέμπη θετική ενέργεια, εξ ου και η αθανασία που του εδόθη δις.


Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

«Δεν φοβάμαι το θάνατο»


Τον περασμένο Αύγουστο φτερούγισε για τον Ουρανό η αγνή ψυχή του 19χρονου Βασιλείου Δαρδανού, από τον Αλίαρτο – Βοιωτίας. Τελευταίος γιος του ευσεβούς Ιερατικού ζεύγους π. Παναγιώτη και Μαργαρίτας, δοκίμασε τον πόνο από τη λεγόμενη επάρατο νόσο λίγο μετά την επιτυχία του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Επί ένα χρόνο φοίτησε στο σχολείο του πόνου και πήρε ομολογουμένως άριστα. Το πτυχίο το πήρε από τα χέρια του αγωνοθέτου Χριστού.
 Στη συνέχεια δημοσιεύουμε την προσλαλιά της θεολόγου μητέρας του Μαργαρίτας, κατά την εξόδιο ακολουθία, στην οποία προέστη ο Μητροπολίτης Θηβών και Λεβαδείας π. Γεώργιος. Η πίστη της θυμίζει μητέρες μαρτύρων και ηρώων.
————————————————————————————————————————–
«Δεν φοβάμαι το θάνατο»
Θέλω να πω ένα λόγο απλό για το Βασίλη μας, που να ταιριάζει στην καθαρότητα της καρδιάς του, στη δυνατή του πίστη, στον τρόπο που περπάτησε την μαρτυρική του πορεία. Σήμερα σας παρακαλούμε, μην ψάχνετε για απαντήσεις λογικές του παρόντος καιρού. Σήμερα σας παρακαλούμε εμείς, η οικογένειά του, αρπάξτε την ευκαιρία να περάσετε στην άλλη λογική, στη σχοινοβασία της πίστης, στην άλλη ανάγνωση της ζωής. Γιατί σ’ αυτή τη διαδρομή ο Βασίλης έτσι περπάτησε και αγάπησε τη δοκιμασία του και μας έλεγε συχνά: «Είναι η καλύτερη χρονιά της ζωής μου, η ασθένεια είναι ευλογία και ευκαιρία».
Και όσο η ασθένεια έφθειρε το νεανικό του σώμα, τόσο ανανέωνε το πνεύμα του και καθάριζε την ψυχή του. Ο μικρότερός μας προπορεύεται σήμερα. Ίσως και ο καλύτερός μας. Και είναι!
Αν και έζησε λίγο, σαν να συμπλήρωσε χρόνια πολλά. Και ο Κύριός μας τον δοκίμασε και τον βρήκε άξιο για τον εαυτό Του. Ο Βασίλης στην αρχή της δοκιμασίας του έλεγε: «Ίσως ο σκοπός της ζωής να είναι η αγιότητα».
Και στο τέλος έλεγε: «Θέλω την αγιότητα. Δεν φοβάμαι τον θάνατο». Μας έλεγε συχνά: «Φοβάμαι, μήπως χάσω τον παράδεισο».
Γι’ αυτό σήμερα, ας σκεφτούμε με τη λογική του Βασίλη, την ξένη για τον κόσμο, αφού γι’ αυτόν είμαστε εδώ, καθώς προπορεύεται όλων μας στην ουράνια πατρίδα. Εμείς, που του κρατήσαμε το χέρι απ’ την αρχή ως το τέλος, ξέρουμε, έχουμε την βεβαιότητα, πως ο Βασίλης μας «μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν», αφού αξιοποίησε και τελειοποίησε στην πολύμηνη δοκιμασία του, όλα του τα χαρίσματα, την υπομονή, την ευγένεια, την ταπείνωση, το ἄριστο ἦθος, μά πάνω από όλα τη βαθιά του πίστη στην πρόνοια του Θεού, στην αγάπη του Θεού.
Μου έλεγε λίγες μέρες πριν φύγει: «Ξέρει Εκείνος, ξέρει, γιατί τα επέτρεψε όλα». Αυτή του την πίστη κληροδοτεί σ’ εμάς. Αυτό μας αφήνει το παιδί μας. Είμαστε ευγνώμονες σήμερα στο Θεό, που μας αξίωσε να κουβαλήσουμε αυτό το Σταυρό, ελάχιστα να μιμηθούμε την αγάπη Του, και που μας έδωσε τη δύναμη, την απόφαση στην καρδιά μας, την εσωτερική ειρήνη να σταθούμε.
Είμαστε ευγνώμονες στο Θεό, που έστειλε το Βασίλη στη ζωή μας, 19 χρόνια πριν, και μας αξίωσε να μεγαλώσουμε ένα παιδί, που μας χάρισε τόσες και μόνο χαρές και στάθηκε τόσο άξια απέναντι στη χάρη του Θεού και τη δέχτηκε στην καλή γη και την καρποφόρησε.
Όμως στην πορεία δεν ήμασταν μόνοι. Η δοκιμασία του παιδιού μας έδωσε στην αγάπη την ευκαιρία να ξεδιπλωθεί μέσα από την προσευχή και τη θερμή συμπαράσταση όλων σας με κάθε τρόπο. Σεβασμιώτατε, επίσκοπε αληθινέ της καρδιάς μας, σας ευχαριστούμε. Δεν μπορώ να πω για ποιό από όλα, από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή. Για όλα. Ο Κύριος γνωρίζει, και εμείς, που γευτήκαμε μίας αληθινής πατρικής παρουσίας.
“Όλους σας, σας ευχαριστούμε. Αυτούς, που κουράστηκαν μαζί μας τις μέρες και τις νύχτες των θεραπειών και του πόνου. Και ιδιαίτερα τους νέους συνεργάτες της εκκλησιαστικής επιτροπής, που σαν αληθινά αδέλφια συνόδεψαν όλο μας τον ανήφορο.
Ευχαριστούμε αυτούς, που ύψωσαν θερμό λόγο ικεσίας στην προσευχή τους για μας να γνωρίζουν, ότι η προσευχή τους μας περιέβαλε ως τείχος απρόσβλητο, σε πολύ δύσκολες στιγμές, που φαίνονταν αξεπέραστες.
Ευχαριστούμε το εξαιρετικό προσωπικό του νοσοκομείου, που αγκάλιασαν το παιδί μας, το φρόντισαν με τόση αγάπη και ευγένεια, του έκαναν πιο εύκολες τις δύσκολες ώρες της νοσηλείας, αφήνοντας και σε μας την γλυκιά αίσθηση, πως το παιδί μας είχε την καλύτερη φροντίδα, που θα μπορούσε να έχει.
Βασίλη, γλυκιά μας λαχτάρα και αγάπη, καλό σου ταξίδι! Σ’ ευχαριστούμε, αγόρι μου γλυκό, για όλα όσα ξέρουμε και γι’ αυτά που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε.
Έσυ, που προπορεύεσαι, τώρα πια ξέρεις, πως παίρνεις το βραβείο της άνω κλήσεως, γιατί το πόθησες κι αγωνίστηκες γι’ αυτό.
Καλόν παράδεισο, αγόρι μου, και καλή αντάμωση στην κοινή μας πατρίδα, να μοιραστούμε μαζί σου αυτό που ήδη προγεύεσαι.
  «Που σου, θάνατε, το κέντρον; Που σου, Άδη, το νίκος;». Χριστός Ανέστη!
Πηγή: Περιοδικό ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ, ΤΕΥΧΟΣ 573, σελ. 181-182.-ΟΜΟΘΥΜΑΔΟΝ

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

O Δάσκαλος


"... Διαβαίναμε κάποτε, ανέμελη συντροφιά νεαρών- πριν τόσα χρόνια- από κάποια αλπική κωμόπολη της Eλβετίας που ο χρόνος έσβησε το όνομά της και την ακριβή της τοποθεσία στον ευρωπαϊκό χάρτη. Δεν έσβησε όμως το μνημείο της.
       
Ήταν ένα μπρούτζινο σύμπλεγμα άγνωστου καλλιτέχνη για έναν άγνωστο-σε μας- ήρωα. Ένας μεσόκοπος άντρας, με ρούχα του 19ου αιώνα, προστάτευε κάτω από τα στοργικά ανοιχτά χέρια του ένα παιδάκι που έκανε τα πρώτα του βήματα προς το σχολειό. Aυτό ήταν το ηρώο του τόπου. Tίποτε άλλο.

Ένα συντριβάνι διέγραφε εμπρός του κρυστάλλινες αψίδες δόξης και τιμής που αστραποβολούσαν στον καλοκαιριάτικο ήλιο και ένα μπουκέτο από ταπεινά λουλούδια του βουνού, φρέσκα και απαλά σαν δέρμα παιδιού, ήταν ακουμπισμένα στα πόδια του από άγνωστο χέρι ευλαβικού χωρικού.

Eυτυχισμένη χώρα. Aλλά όχι μακάρια. Aιώνες τώρα έχει να γεννήσει ήρωες του πολέμου. Aυτό δεν την εμπόδισε όμως να σηκώσει μνημεία στη μνήμη άλλων ηρώων. Eιρηνικών. Aυτών που δεν πέφτουν μα λιώνουν καθημερινά στα παράμερα εργαστήρια, στις αίθουσες των σχολείων, στην πρωτοπορία του λαού τους. Που σβήνουν και χάνονται και δε μένει πίσω τους τίποτε άλλο που να τους θυμίζει παρά μονάχα το ανώνυμο, θαλερό έργο τους και μια ανάμνηση παιδική από ένα πρόσωπο χαραγμένο με ρυτίδες και με έγνοιες. H φυγή τους, σαν έρθει με ένα πένθιμο αγγελτήριο θανάτου ή με μια ισχνή σύνταξη που είναι χειρότερη κι απ' τον θάνατο, δε γίνεται αισθητή πουθενά γιατί άλλοι στρατιώτες, το ίδιο γενναίοι, το ίδιο σιωπηλοί, έρχονται από πίσω, μπαίνουν στην πρώτη γραμμή και συνεχίζουν τον πόλεμο ήρεμα, αθόρυβα και ακατάβλητα.
       
Nα είχαμε κι εμείς ένα τόπο πλάι στην στήλη των πεσόντων, τέσσερα μόνο τετραγωνικά μέτρα γης, και να υψώναμε το ηρώο του Aνώνυμου Ήρωα της Eιρήνης. Aν είχαμε μια συνέπεια λογική στην ευγνωμοσύνη μας...
       
Ένα ηρώο για το Δάσκαλο Tης Nεβάσκας- Γιάννη Δελίδη τον λέγανε. Ήρθε η κατοχή κι εκεί πάνω στις κορυφογραμμές του Bίτσι την ένιωθες πιο βαριά και πιο σκληρή. Γιατί ήταν ο αέρας του περήφανου βουνού που σου λόγχιζε την ψυχή με τον πόθο της λευτεριάς, ήταν η πείνα ενός τόπου γυμνού που σου ξέσχιζε το στομάχι και ήταν το μαχαίρι του κομιτατζή που σου κάρφωνε το κορμί. Kράτος εκεί ψηλά δεν υπήρχε- ούτε άλλωστε υπήρξε ποτέ. Tο σχολειό, μεγαλοπρεπέστατη μαρτυρία της λεβεντιάς ενός ευεργέτη- του Γιάννη Nίκου- ήταν κοινοτικό, μισθοί για το δάσκαλο δε φτάνανε από την Aθήνα. Kαι να έφταναν τι να τους έκανε;
       
Tο χωριό είχε ερημώσει από την πείνα. Όσοι μπορούσαν ξεχύθηκαν στον κάμπο σαν τις σιταρήθρες να μαζέψουν κανένα ξεχασμένο σπυρί καλαμπόκι. O δάσκαλος εκεί. Mόνος, κατάμονος, αλλά όρθιος.
       
Aπέναντί του ένα ρουμανικό σχολειό με μια χλιδή τροφίμων και με πέντε μονάχα, τους φτωχότερους, μαθητές.
       
Aπειλές, ιλιγγιώδεις για ένα άδειο από μέρες στομάχι, απόπειρες δωροδοκίας, νυχτερινές ενέδρες, άφησαν τον Δάσκαλο απτόητο.
       
Tα ρούχα του- το θυμάμαι- είχαν λιώσει επάνω του μαζί με το μεγάλο κορμί του. Στα πόδια του φορούσε τσόκαρα τυλιγμένα με τσουβάλια, γιατί τα μοναδικά του παπούτσια είχαν μείνει στο δρόμο του καθήκοντος.
       
Δεν υποχώρησε.
       
Kάθε πρωί έσφιγγε πάνω του τα κουρέλια, χτυπούσε ρυθμικά το σήμαντρο, καμπάνιζε πάνω από το παγωμένο χωριό το τραγούδι της Eλλάδας. Kαι τα παιδιά τρέχανε πάνω στα ισχνά ποδαράκια τους προς αυτόν.
       
-Eδώ είμαι- τους έλεγε. Θα νικήσουμε. Δε θα περάσουν.
       
Kαι δεν πέρασαν. Tο σχολειό έμεινε ανοιχτό σ' όλη την Kατοχή, το ρουμάνικο έκλεισε ελλείψει μαθητών.
       
Σ' όλα εκείνα τα δύσκολα χρόνια ο δάσκαλος σκάλιζε τα βράδια στον κήπο του πατάτες, τις έβραζε και τις έτρωγε. M' αυτές, με τις νερόβραστες πατάτες, κράτησε. Nίκησε κι ύστερα χάθηκε. Kάποια σύνταξη τον τύλιξε στην αφάνεια, τον ξαπόστειλε, απόμαχο στο πατρικό του χωριό. Kανείς δεν ξέρει αν ζει ή αν πέθανε. Όπως τόσοι Δάσκαλοι σ' όλη τη χώρα. Kαι τότε και παλιότερα και τώρα..."

Nίκου Mέρτζου, βορεινά υστερόγραφα
Eκδ. MAΛΛIAPHΣ παιδεία

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Η ΒΑΡΚΑ



Ένας από τους μεγαλύτερους δασκάλους Ζεν, ο Λιν Τσι, συνήθιζε να λέει: 

“Όταν ήμουν νέος, ήμουν ενθουσιασμένος με την κωπηλασία. Είχα μια μικρή βάρκα, και πήγαινα στη λίμνη μόνος μου. Έμενα εκεί για ώρες ολόκληρες. Κάποτε έτυχε να διαλογίζομαι στη βάρκα μου με κλειστά μάτια, μια όμορφη νύχτα. Τότε πλησίασε μια άλλη βάρκα ακολουθώντας το ρεύμα και χτύπησε τη βάρκα μου. Τα μάτια μου ήταν κλειστά, έτσι σκέφτηκα : Κάποιος είναι εδώ με τη βάρκα του και χτύπησε τη δική μου βάρκα’. Θυμός γεννήθηκε μέσα μου. Άνοιξα τα μάτια μου και ήμουν έτοιμος να πω θυμωμένος κάτι σ’ αυτόν τον άνθρωπο, αλλά τότε συνειδητοποίησα ότι η βάρκα ήταν άδεια! Και δεν υπήρχε τρόπος να εκτονωθεί ο θυμός μου. Προς ποιόν θα τον εξέφραζα; Η βάρκα ήταν άδεια, απλώς έπλεε ακολουθώντας το ρεύμα από μόνη της και ήρθε και χτύπησε τη βάρκα μου. Έτσι δεν υπήρχε τίποτε να κάνω. Δεν υπήρχε δυνατότητα να εκτονώσω τον θυμό μου σε μια άδεια βάρκα”. 

Έτσι ο Λιν Τσι είπε: “Έκλεισα τα μάτια μου. Ο θυμός ήταν εκεί, αλλά δεν μπορούσε να βρει διέξοδο. Έκλεισα τα μάτια μου και απλώς κινήθηκα προς τα πίσω μαζί με τον θυμό. Και η άδεια βάρκα έγινε η συνειδητοποίησή μου. Έφτασα σ’ ένα σημείο μέσα μου εκείνη τη σιωπηλή νύχτα. Εκείνη η άδεια βάρκα έγινε ο δάσκαλός μου. Και τώρα εάν κάποιος έρχεται και με προσβάλλει, γελάω και λέω: Και αυτή η βάρκα είναι επίσης «άδεια». Κλείνω τα μάτια και πηγαίνω μέσα.”

Κυριακή 25 Νοεμβρίου 2012

Η χώρα της μαρμότας

Της Έλενας Ακρίτα
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: "ΤΑ NEA" Σάββατο 24 Νοεμβρίου 2012

Ο τίτλος η «Χώρα της Μαρμότας» είναι παράφραση του τίτλου της κινηματογραφικής ταινίας «Η Μέρα της Μαρμότας». Μια αλληγορική ιστορία όπου ο ήρωας ξυπνάει κάθε πρωί για να ανακαλύψει ότι πάντα του συμβαίνει το ίδιο με την προηγούμενη. Ζει την ίδια μέρα ξανά και ξανά και ξανά. Η ζωή του επαναλαμβάνεται. Ξανά και ξανά και ξανά. Μέχρι να πάρει κάποτε το μήνυμα. Κάποτε. Μέχρι να αντιδράσει. Κάποτε.

Οταν βαριέσαι μια ερωτική σχέση, χωρίζεις. Οταν βαριέσαι ένα ρούχο, το χαρίζεις. Οταν βαριέσαι ένα χτένισμα το αλλάζεις. Οταν βαριέσαι παιχνίδια τα μοιράζεις.
Οταν βαριέσαι μια χώρα; Τι κάνεις όταν βαριέσαι μια χώρα;
- Τη χωρίζεις;
- Τη χαρίζεις;
- Την αλλάζεις;
- Τη μοιράζεις;

Είμαι Ελληνίδα. Είμαι περήφανη που είμαι Ελληνίδα. Γιατί κι αν δεν ήμουν περήφανη, πάλι Ελληνίδα θα ήμουνα. Δεν είναι να πεις ότι θα είχα βάσιμες ελπίδες να έχω γεννηθεί σε καντόνι. Να είμαι πιχί ελβετίδα υπήκοος. Γιατί τότε το μόνο μου άγχος σε αυτή τη ζωή θα ήταν αν πάει 3 λεπτά μπροστά ή πίσω ο ελβετικός (ΜΟΥ) κούκος. Ή αν σιχαίνομαι την πραλίνα στην ελβετική (ΜΟΥ) σοκολάτα.

Είμαι Ελληνίδα. Γέννημα θρέμμα στη Χώρα της Μαρμότας. Οσα ζω τα έχω ζήσει. Οσα έζησα τα ζω. Ξανά και ξανά και ξανά. Κι εσύ, πατριωτάκι... Εσύ που νόμιζες πως η ανακύκλωση είναι για μπαταρίες, κι όχι για ανθρώπινες ζωές, είσαι απλώς ηλίθιος. Είσαι απλώς κορόιδο. Είσαι απλώς υπήκοος στη Χώρα της Μαρμότας.

Στην ίδια χώρα, στο ίδιο μαιευτήριο, στη διπλανή θερμοκοιτίδα, γεννήθηκαν και οι έλληνες πολιτικοί. Γι' αυτό και δεν έχουν κανένα απολύτως πρόβλημα να κάνουν τα ίδια λάθη ξανά και ξανά και ξανά. Να τα χρεώνουν στον αντίπαλό τους πολιτικό ξανά και ξανά και ξανά. Να λένε ψέματα ξανά και ξανά και ξανά. Να υπόσχονται τις ίδιες μπαρούφες ξανά και ξανά και ξανά. Να ακυρώνονται από την ιστορία ξανά και ξανά και ξανά. Να μην ιδρώνει το αυτί τους ξανά και ξανά και ξανά. Και να τραβούν προς τη δόξα ξανά. Και ξανά και ξανά.
Αυτοί στη δόξα. Εμείς στη λόξα...

Βαρέθηκα, σιχάθηκα, μπούχτισα, μπάφιασα, άλλο δεν μπορώ. Τη βαρέθηκα πια αυτή τη Χώρα της Μαρμότας: θέλω διαζύγιο και το θέλω τώρα. Αρκετά σκεφτόμουνα «τι θα πει ο κόσμος». Αρκετά έκανα υπομονή «για τα παιδιά». Τώρα πια δεν υπάρχει άλλοθι. Χέστηκα τι θα πει ο κόσμος. Και τα παιδιά μεγάλωσαν. Αποκαταστάθηκαν τα πουλάκια μου, τα μισά άνεργα, τα άλλα μισά ξενιτεμένα!

Δεν αντέχω, θέλω διαζύγιο. Συναινετικό, αυτόματο, ημιαυτόματο, με ταχύτητες, με αερόσακο, με αντιδικία, συκοφαντίες, με κέρατο, με διατροφή - ό,τι να 'ναι! Και - προκειμένου να σε ξεφορτωθώ - σ' τα δίνω όλα! Τα ασημένια κουταλάκια, την τηλεόραση την ελτζί, το σετ μαχαιριών απ' τις τηλεπωλήσεις, της μάνας σου το δαχτυλίδι, τη μάνα σου την ίδια, της θείας σου το γκομπλέν, της θείας σου γενικώς - αï σιχτίρ πια! Πάρ' τα όλα και τσακίσου - δεν με νοιάζει. Θέλω διαζύγιο. Η χώρα αυτή κι εγώ δεν χωράμε πια στο ίδιο σπίτι. Ή αυτή θα φύγει ή εγώ.

Θα μου πεις, τώρα θα φύγεις; Τώρα βρε, πάνω στο καλύτερο; Αφού ώσπου να φτάσεις στην εξώπορτα, θα έχει αρχίσει η ανάπτυξη. Μέχρι το ασανσέρ, θα κάνουν ουρά οι επενδυτές. Μέχρι το ισόγειο, θα προσγειώνεται το μισό Κατάρ. Μέχρι να βγεις στον δρόμο θα έχουν ανοίξει 300.000 θέσεις εργασίας. Θες 400.000; Θες 500.00; Οσες θες, δικό μου είναι το πληκτρολόγιο, ό,τι μου γουστάρει γράφω.

Γι' αυτό - συγγνώμη κιόλας - αλλά δεν καταλαβαίνω μερικούς συμπατριώτες μας. Μες στην γκρίνια και τη μίρλα, αυτό το μπίρι μπίρι μπίρι μες στ' αυτί μου. Γιατί, μανάρι μου; Μπορεί να σου κάνανε τον μισθό πουρμπουάρ αλλά έρχεται η ανάπτυξη. Μπορεί το παιδί σου να μοιράζει τα βιογραφικά του στα παρμπρίζ σαν διαφημιστικά πιτσαρίας αλλά έρχεται η ανάπτυξη. Μπορεί να μη βάλεις πετρέλαιο αλλά ΑΝ επιβιώσεις, έρχεται η ανάπτυξη.

Ερχεται η ανάπτυξη. Ερχεται η ανάπτυξη. Ερχεται η ανάπτυξη. Στη Χώρα της Μαρμότας. Στη Χώρα της Μαρμότας. Στη Χώρα της Μαρμότας. Κάθε μέρα. Κάθε μέρα. Κάθε μέρα. Ξανά. Ξανά. Ξανά.
Μέχρι να πάρεις κάποτε το μήνυμα. Μέχρι να αντιδράσεις... Κάποτε...

Κάποτε λέγαμε «Ελληνας γεννήθηκα κι Ελληνας θα πεθάνω».
Τώρα λέμε «Ελληνας γεννήθηκα - πού στα τσακίδια θα πεθάνω;».

Η διαφορά

Δύο Βουδιστές μοναχοί είχαν αφήσει το μοναστήρι τους και κατευθύνονταν προς το διπλανό χωριό.

Περπατούσαν μέσα στο δάσος για ώρες.

Βγαίνοντας από ένα ξέφωτο και φτάνοντας στις όχθες ενός ποταμού αντίκρισαν μια νεαρή όμορφη κοπέλα να στέκεται δίπλα στα ορμητικά νερά και να κλαίει.

Ο γηραιότερος από τους δύο προχώρησε προς το μέρος της και σαν έφτασε πίσω της τη ρώτησε:

"Γιατί κλαις;"

Η κοπέλα στο άκουσμα της φωνής του γέρου πετάχτηκε σαν τρομαγμένο ζώο. Αντικρίζοντας τους δύο μοναχούς ηρέμησε. Σκούπισε τα δάκρυα της και μιας και θεώρησε πως δεν κινδυνεύει από τους δύο άντρες, αποκρίθηκε στην ερώτηση του ηλικιωμένου:

"Ξεκίνησα από το διπλανό χωριό να πάω σε ένα γάμο. Ετοιμαζόμουν τόσες μέρες για αυτό. Έραψα το πιο καλό μου φόρεμα και τώρα πρέπει να περάσω μέσα από το ποτάμι ώστε να φτάσω στην ώρα μου. Τα ρούχα μου θα καταστραφούν κι εγώ μάλλον μέχρι να φτάσω στο χωριό, σίγουρα θα έχω αρρωστήσει για τα καλά. Δεν περίμενα να συναντήσω δυο μοναχούς μέσα στην ερημιά. Αχ, μακάρι να μπορούσατε να με βοηθήσετε να περάσω απέναντι."

Ο νεαρός μοναχός, στο άκουσμα της παράκλησης της νεαρής κοπέλας, κοίταξε με τρόμο τον Δάσκαλο του.

Οι οδηγίες του δόγματος ήταν σαφείς: Οι μοναχοί απαγορεύονταν να αγγίζουν γυναίκες.

Αυτή του η σκέψη φρέναρε απότομα καθώς με έκπληξη άκουσε τον Δάσκαλο:

"Θα σε βοηθήσουμε εμείς."

Ο νεαρός μαθητής δεν μπορούσε να πιστέψει στα αυτιά του μα πριν καν προλάβει να συνειδητοποιήσει τα λεγόμενα του Δασκάλου του, ο γέρος είχε πάρει στην αγκαλιά του την κοπέλα και προχωρούσε μέσα από τα ορμητικά νερά του ποταμού προς την απέναντι πλευρά.

Έκπληκτος αλλά και τσαντισμένος με την πρωτοβουλία του Δασκάλου του, άρχισε να τρέχει κι αυτός από πίσω τους ώστε να περάσει το ποτάμι.

Μετά από λίγα λεπτά, είχαν φτάσει και οι τρεις απέναντι.

Ο γέρος χωρίς να χρονοτριβήσει, άφησε απαλά την κοπέλα στο έδαφος, την χαιρέτησε και της ευχήθηκε καλό ταξίδι. Κάνοντας ένα νεύμα στον μαθητή του έδωσε να καταλάβει πως ήταν ώρα να πηγαίνουν.

Οι δυο μοναχοί είχαν περπατήσει για αρκετή ώρα αμίλητοι μέσα στο δάσος, όταν ο νεαρός γύρισε προς το Δάσκαλο του και τον ρώτησε με συννεφιασμένο βλέμμα στο πρόσωπο:

"Μεγάλε Δάσκαλε, γιατί το έκανες αυτό;"

Ο Δάσκαλος τον κοίταξε αμίλητος και συνέχισε να περπατά με αργό βήμα.

"Εννοώ, πως μπόρεσες να παραβείς τον κανόνα και να πάρεις εκείνη την κοπέλα στα χέρια σου αφού ξέρεις πως απαγορεύεται;"

Ο γέρο Σοφός τον κοίταξε με συμπάθεια και του αποκρίθηκε.

"Η διαφορά είναι πως εγώ την κοπέλα την άφησα πίσω στο ποτάμι. Εσύ έπειτα από τόση ώρα συνεχίζεις να την κουβαλάς μέσα σου."

*Χόρχε Μπουκάι*

Αφιερωμένο σε όσους συνεχίζουν να"κουβαλούν" μέσα τους παλιές ιστορίες, πόνους, θλίψεις, οργή, μίση.

Αφιερωμένο σε όσους δεν έχουν μάθει πως συγχώρεση είναι να αφήσουμε πίσω το παρελθόν και να ατενίζουμε μπροστά.