Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τουρισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τουρισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Μαρτίου 2012

Ο πατήρ Εφραίμ δεν δέχεται πια επισκέψεις

(αναμνήσεις από τον Γέροντα Εφραίμ Κατουνακιώτη)

Οι περιπέτειες ενός ανίδεου προσκυνητή

Πρωτοδιάβασα το βιβλίο οι Περιπέτειες ενός προσκυνητού όταν ήμουν δεκαέξι, δεκαεπτά χρονών. Δεν πίστευα ποτέ πώς το διάβασμά του θα μου αποκάλυπτε έναν εσωτερικό κόσμο για τον οποίον ήμουν εντελώς ανυποψίαστος. Αμέσως με γοήτευσε ο κόσμος των ρώσων προσκυνητών που περιέτρεχαν με τα πόδια τις ατέλειωτες εκτάσεις της τσαρικής Ρωσίας, βέρτσια επί βερτσίων, με ένα δισάκι στον ώμο, μόνο και μόνο για να προσκυνήσουν θαυματουργές εικόνες, λείψανα αγίων και να γνωρίσουν πνευματικούς στάρετς. Και το σπουδαιότερο, η εσωτερική προσευχή, η αδιάλειπτη νηπτική ευχή, η φιλοκαλία, όπως περιγράφονται στις αναζητήσεις αυτού του ρώσου προσκυνητού του βιβλίου, συνάρπαζε με την ένταση, το βάθος και την ποιότητά της έναν έφηβο, όπως ήμουν τότε εγώ. Τι κεκρυμμένος θησαυρός ξεπηδούσε από τις σελίδες αυτού του βιβλίου!

Υπήρχαν άραγε έλληνες γέροντες που να έχουν αναπτύξει την νηπτική ευχή και την πνευματικότητά τους σ’ αυτό το επίπεδο που έγραφε το βιβλίο; Και που άραγε βρίσκονταν;

Ο πατήρ Εφραίμ δεν δέχεται επισκέψεις

Τότε καθώς άρχιζα να ταξιδεύω στον Άγιον Όρος, στα τέλη της δεκαετίας του ογδόντα, ένα όνομα άκουγα συνέχεια να επανέρχεται στις συζητήσεις των προσκυνητών, το όνομα ενός προορατικού, πνευματικού έλληνα στάρετς, του παπά Εφραίμ από τα Κατουνάκια. Αποφάσισα να πάω να τον γνωρίσω. Μην πας, μου έλεγαν, ο πατήρ Εφραίμ δεν δέχεται επισκέψεις. Είναι άρρωστος, πάνε τόσοι να τον δουν, που έχει χάσει την ησυχία του, και αναγκάστηκε να μην δέχεται πια επισκέψεις προσκυνητών στο κελλί του. Μην πας, ο πατήρ Εφραίμ δεν δέχεται επισκέψεις, έλεγαν οι προσκυνητές, μην πας, έλεγαν κι οι μοναχοί, μην πας, αντηχούσαν και τα αρχονταρίκια των μονών του Αγίου Όρους.

Το ταξίδι αρχίζει

Και που μένει ο π. Εφραίμ, ρωτούσα. Στα Κατουνάκια. Και που είναι αυτά τα Κατουνάκια, συνέχιζα. Είναι περιοχή στην έρημο του Αγίου Όρους που υπάγεται στη Μονή Μεγίστης Λαύρας και στην οποία βρίσκονται ησυχαστήρια της. Η περιοχή είναι βραχώδης και απόκρημνη και βρίσκεται μεταξύ Μικρής Αγίας Άννας, Καρουλιών και Αγίου Βασιλείου.

Έρημος; Έρημος από βράχια; Όσο άκουγα τόσο πιο πολύ ήθελα να πάω. Έτσι φορτώθηκα το μικρό μου σακίδιο, τους αποχαιρέτησα όλους και έφυγα κατά κει, μόνος. Με συνάρπασε η ιδέα να ζήσω κι εγώ περιπέτειες προσκυνητού κατά το μέτρο βέβαια του δυνατού.

Στην Αγία Άννα, μού έκαναν ένα γενικό σκαρίφημα του τόπου που βρισκόταν το κελλί του πατρός Εφραίμ, αλλά μού τόνισαν, μην πας, ο πατήρ Εφραίμ δεν δέχεται επισκέψεις, και το μονοπάτι δεν είναι καλό και μπορεί να χαθείς. Τότε δεν υπήρχαν οι σημερινές σημάνσεις των μονοπατιών και οι μοναχοί έκαναν πρόχειρα σχέδια και έδιναν οδηγίες όπως, θα βρεις δύο κυπαρίσσια, συνέχισε προς τα δεξιά, πιο κάτω το μονοπάτι χάνεται για λίγο, διασχίζει μια σάρα, περπατάς πάνω σε πέτρες, πρόσεχε γιατί οι πέτρες φεύγουν από τα πόδια σου, μετά θα δεις έναν σταυρό σιδερένιο στα δεξιά, εσύ προχώρησε προς τα αριστερά και ρώτα πιο κάτω στους Δανιηλαίους για περισσότερες λεπτομέρειες κτλ.

Το ταξίδι μου άρχισε. Ξεκίνησα πρωί, αποφασισμένος να πάω να επισκεφθώ τον πατέρα Εφραίμ, με το σκαρίφημα στο χέρι, όπου είχα γράψει και άλλες συμπληρωματικές οδηγίες.

Χάνομαι και σώζομαι

Στο ενδιάμεσο της διαδρομής χάθηκα, παρόλο που ακολουθούσα όσο γινόταν πιστά τις οδηγίες και αφού κάθε τόσο ανανέωνα την πιστότητά τους με πληροφορίες άλλων μοναχών που βρίσκονταν ενδιάμεσα και τούς επισκεπτόμουν, όπως των Δανιηλαίων.

Χάθηκα σε εκείνη την απίστευτη πέτρινη ερημιά. Ο βραχίονες του Άθωνα πέφτουν απότομα στο πέλαγος και στα ενδιάμεσα σχηματίζονται χαράδρες και σάρες με πέτρες που κατρακυλούν από ψηλά, ψηλά από τις κορυφές, και το σαθρό, εκείνο αεικίνητο σχεδόν έδαφος, με τις πέτρες που κατρακυλούν, εξαφανίζει τα ίχνη των μονοπατιών. Πιο πέρα μπλέχτηκα σε βάτα, σε θάμνους, και προσπαθώντας να καταλάβω πού υπάρχει μονοπάτι, κατέβαινα άθελά μου προς τη θάλασσα, σε έδαφος που έμοιαζε γκρεμός, τόσο ήταν κατηφορικό. Ίδρωσα, κουράστηκα, δίψασα, και άρχισα να σκέφτομαι ότι πραγματικά χάθηκα. Η ώρα περνούσε και το απόγευμα πλησίαζε. Παναγιά μου βοήθησέ με, είπα, πού’ χω χαθεί εδώ στην ερημιά, βλέποντας μπροστά μου δύο τεράστιους αγκαθωτούς θάμνους να μου κλείνουν τον δρόμο. Με κόπο άνοιξα τους θάμνους, που με φιλοδώρησαν με μερικά αγκάθια, και εκεί που ανέμενα να δω μπροστά μου μία πυκνή έκταση αγκαθωτών θάμνων και βάτων που θα ήταν αδύνατον να την διασχίσω πια, πέφτω μπροστά σε δρόμο, σε μονοπάτι που ανέβαινε κάτω από τη θάλασσα, μέσα σε ανηφορική χαράδρα. Βγαίνω στο μονοπάτι, σηκώνω τα μάτια ψηλά και εκεί στα είκοσι μέτρα, βλέπω μία χαμηλή περίφραξη και μία μικρή χαμηλή πορτούλα, έναν σταυρό, και πιο πάνω, αρκετά προς τα πάνω, ένα κελλί.

Πλησιάζω στη χαμηλή πορτούλα και βλέπω μια επιγραφή με άσπρα γράμματα, καρφωμένη μπροστά στην πορτούλα που έγραφε “Αγαπητοί προσκυνητές, να μας συγχωρείτε, ο π. Εφραίμ είναι άρρωστος και δεν δέχεται επισκέπτες. Ο Θεός μαζί σας” ή κάτι παρόμοιο. Είχα λοιπόν φτάσει! Είχα σωθεί!

Θα με δεχθεί ο πατήρ Εφραίμ;

Κοιτάζω και βλέπω ένα μικρό σιδερένιο κουδουνάκι πάνω στην πόρτα. Το χτυπώ. Τίποτα. Το ξαναχτυπώ. Πάλι τίποτα. Καμιά κίνηση από το κελί. Όπως ήμουν κουρασμένος, κάθησα χάμω και περίμενα. Σηκώνομαι μετά από λίγα λεπτά. Ξαναχτυπώ το κουδουνάκι. Πάλι τίποτα. Σκεφτόμουν την αδάμαστη θέληση όλων εκείνων των αρχαίων προσκυνητών στην άνω Αίγυπτο και στη Θηβαίδα που έμεναν έξω από τα κελιά των αββάδων για δυο και τρεις μέρες περιμένοντας να τους ανοίξουν για ν’ ακούσουν κάτι πνευματικό και αναθαρρούσα. Τι θα έκανα άραγε εγώ εάν δεν άνοιγε ο πατήρ Εφραίμ, αναλογιζόμουν. Πόσο άραγε θα μπορούσα να περιμένω στην κατάσταση που ήμουν; Μια μέρα; Να κοιμηθώ άραγε εδώ μπροστά σ’ αυτή τη σιδερένια πορτούλα; Και που νά’ χει νερό τριγύρω;

Τότε ξαφνικά άνοιξε η πόρτα του κελιού και κατηφόρισε προς το μέρος μου κάποιος σα μοναχός. Μόλις έφτασε κοντά στην εσωτερική πλευρά της εξωτερικής πορτούλας, χωρίς να με ρωτήσει τι θέλω, μου λέει:

- Ευλόγησον, με συγχωρείς πολύ, ο πατήρ Εφραίμ δεν δέχεται επισκέψεις.

- Ευλόγησον, γιατί;

- Εεε, είναι άρρωστος, το έγραψε και στην πινακίδα.

- Εις το όνομα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, αν είναι άρρωστος, αφήστε με να τον βοηθήσω!

Το είπα παρακαλετά, αλλά δεν ξέρω γιατί ή πώς μου ήρθε να το πω αυτό. Ήμουνα βλέπετε έφηβος τότε και η εφηβεία, το ξέρετε, είναι ανδρεία και τολμηρή. Αυτός με κοίταξε άναυδος, του επανέλαβα το ίδιο, και, χωρίς να μου πει τίποτα, επέστρεψε βιαστικά πίσω στο κελλί.

Μετά από λίγο ήρθε τρέχοντας πίσω. Άνοιξε την πόρτα και είπε ότι ο πατήρ Εφραίμ ήθελε να με δει. Ανέβηκα κάτι σαν αυλή και έφτασα στο σπιτάκι. Άνοιξα την πόρτα και μπήκα μέσα.

Είδα τον πατέρα Εφραίμ. Χαμογελούσε, πιστέψτε με, γελούσαν τα μάτια του. Ώστε ήρθες να με βοηθήσεις είπε. Έσκυψα να του φιλήσω το χέρι χωρίς να πω τίποτα. Κάθησε, παιδί μου, κάθησε. Με περιεργαζόταν με μάτια που γελούσαν. Αφού ήρθες να με βοηθήσεις, τότε μείνε. Αυτές τις ημέρες θα κάνουμε την κουρά του δόκιμου από εδώ, του πατρός Ιωσήφ, θα έρθουνε συγγενείς του από τον κόσμο, μείνε να μας βοηθήσεις. Αλλά ξέρεις, παιδί μου, εμείς εδώ είμαστε μοναχοί και ακολουθούμε ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής. Νηστεύουμε, προσευχόμαστε, υπακούμε στον γέροντα μας. Αν θα μείνεις εδώ, θα πρέπει να ακολουθείς και εσύ τον ίδιο τρόπο ζωής. Μάλιστα η μεγαλύτερη αρετή για μας είναι η υπακοή. Εγώ είμαι ο γέροντας του κελλιού αυτού. Θα μπορούσες να με υπακούς ως γέροντα, για όσο καιρό θα μείνεις εδώ; Ναι, γέροντα, απάντησα.

Η κουζίνα

Εκεί που καθόμασταν υπήρχε ένα παλιό ξύλινο τραπέζι, μερικές καρέκλες και ένας πάγκος. Απέναντι υπήρχε ένας καπνισμένος, μαύρος τοίχος και μπροστά ένας πάγκος με σκονισμένα, καπνισμένα γυάλινα μπουκάλια σε διάφορα χρώματα και μερικές ξύλινες τάβλες καρφωμένες στον τοίχο με διάφορα σκεύη. Ήταν η κουζίνα. Μαύρη και γκρίζα σκόνη παντού. Προφανώς η καύση των ξύλων για την παρασκευή φαγητού είχε καπνίσει όλο το χώρο.

Όταν καίγονταν τα ξύλα, οι ανταύγειες της φωτιάς πάνω στα καπνισμένα χρωματιστά γυάλινα μπουκάλια δημιουργούσαν την εντύπωση ενός μεσαιωνικού αλχημικού εργαστηρίου, όπου, έτσι μου φαινόταν, ο δόκιμος τότε Ιωσήφ πάλευε εκεί να μετασχηματίσει ταπεινά υλικά σε χρυσό φαγητό. Αλλά μήπως αυτό δεν ήταν το κελλί; Ένα εργαστήρι ψυχών, όπου με την βοήθεια του γέροντα αμαρτωλές, ανάξιες ψυχές, μετασχηματίζονταν σε ναούς του Αγίου Πνεύματος;

Τι τρώγαμε

Ο δόκιμος ήταν επιφορτισμένος με την παρασκευή του φαγητού. Η παρασκευή ήταν η εξής. Σε ένα φθαρμένο εμαγιέ τσουκάλι, έβραζε με ελάχιστο νερό πατάτες μαζί με τη φλούδα τους, έτσι όπως ήταν άπλυτες. Εκεί προσέθετε και ένα, δύο κρεμμύδια, μερικά σκόρδα, όλα με τις φλούδες τους. Όταν έλιωναν όλα αυτά, προσέθετε και τυχόν φαγητό που είχε περισσέψει. Την πρώτη φορά που έφαγα εκεί, είχε ρίξει μέσα παλιά ξινισμένη φακή. Αυτός ο, πώς να το πω, ανάλατος πολτός, μοιραζόταν στα τρία, σε μικρές μερίδες. Ο γέροντας έβγαζε και από ένα κουτί στάχτη και το έριχνε στο φαγητό του. Μάλιστα, ένα κουτάλι στάχτη! Ο πατήρ Εφραίμ ανακάτευε στο φαγητό του μια μεγάλη, γερή κουταλιά στάχτη. Το φαγητό εκείνο φυσικά ήταν αδύνατον να με χορτάσει. Την πρώτη φορά τούς ρώτησα αν αυτό ήταν μόνο. Φαίνεται ότι η απορία στα μάτια μου θα ήταν τόσο αθώα που ο πατήρ Εφραίμ, χαμογελώντας, με προέτρεψε να πάω έξω στην αυλή, όπου υπήρχε μια μουριά, να κόψω μούρα σε ένα τσίγκινο πιάτο και να τα φέρω να τα φάμε. Πήγα πράγματι έξω, βρήκα την μουριά, έκοψα όσο γινόταν περισσότερα μούρα και τα πήγα στο τραπέζι. Μόλις τα έφερα, άρχισαν να τα τρώνε έτσι όπως ήταν, άπλυτα, με τα μυγάκια και τα άλλα πλάσματα του Θεού. Να τα πλύνω, πάτερ; Τότε μου εξήγησε ο πατήρ Εφραίμ ότι το νερό ήταν βρόχινο, λιγοστό, το μάζευαν σε μια δεξαμενή και έπρεπε να μην το σπαταλούν. Υπάκουσα. Αλλά ο πάτερ Εφραίμ μού είπε ότι θα μπορούσα να πηγαίνω κάθε μέρα στην μουριά και να κόβω όσα μούρα θέλω και να τα φέρνω να τα τρώμε.

Που κοιμόμουν

Μου έδωσαν το καλό δωμάτιο, πάνω στον πρώτο όροφο. Είχε μια τάβλα ξύλινη, σχηματισμένη από δύο σανίδες, για κρεβάτι. Στον απέναντι τοίχο εικόνες και μια μικρή βιβλιοθήκη και πάνω από το κρεβάτι τη φωτογραφία μέσα σε κορνίζα ενός γέρου καταβεβλημένου μοναχού που κρατούσε στα χέρια του ένα κομποσκοίνι. Ο πατήρ Εφραίμ μού είπε ότι σε εκείνο το κρεβάτι κοιμόταν εκείνος ο γέρων μοναχός και ότι θα μπορούσα να λέω την ευχή, αν ήθελα, με το δικό του κομποσκοίνι. Και μού το έδωσε. Ήταν τρακοσάρι, χιλιάρι θα σας γελάσω. Πέρασαν τα χρόνια. Αλλά θυμάμαι ότι εκείνο το κομποσκοίνι είχε τόσο πολύ δουλευτεί στην προσευχή που το χρώμα του είχε φύγει και έμενε μόνο η ίνα.

Που να ξέρω τότε, ο ανίδεος, ότι κοιμόμουν στο κρεβάτι του γέροντος Ιωσήφ του ησυχαστού, ότι προσευχόμουν με το κομποσκοίνι του και ότι διάβαζα τα βιβλία που και ο ίδιος διάβαζε!

Εκεί κάθε φορά που προσευχόμουν με το κομποσκοίνι του γέροντος Ιωσήφ έβλεπα στον νου μου την μάνα μου να με κοιτά λυπημένη. Τα χείλη της έτρεμαν σε ένα βουβό παράπονο και δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της. Ήταν αδύνατον να αντισταθώ στον λογισμό, ο οποίος με έπληττε με σφοδρή δύναμη, όσο και αν προσπαθούσα. Έφτασα να κουνώ το κεφάλι δεξιά κι αριστερά για να τον αποδιώξω, αλλά η μάνα μου εκεί στεκόταν λυπημένη, με βουβά δάκρυα, και χείλη να τρέμουν.

Τα τάπερ της μάνας

Η μέρα της κουράς του δόκιμου έφτασε. Οι άρρενες συγγενείς του κατέφθασαν όλοι. Δύο από αυτούς ανέβηκαν μέχρι το κελλί και μας ρώτησαν αν υπήρχαν μουλάρια για να ανεβάσουν τις προμήθειες πάνω στο κελλί. Μουλάρια δεν υπήρχαν. Ο πατήρ Εφραίμ με ρώτησε αν μπορούσα να βοηθήσω στο κουβάλημα μαζί με τον δόκιμο. Είπα ναι.

Το κελλί βρισκόταν πάνω σε μια απότομη, ανηφορική χαράδρα ανάμεσα σε δύο γιγάντιους βραχίονες του Άθωνα που κατέβαιναν απότομα στη θάλασσα.

Πήγα μέχρι το καΐκι, κάτω στη θάλασσα. Όπως οι επισκέπτες ξεφόρτωναν το καΐκι, παρατήρησα ότι ανάμεσα στα πράγματα υπήρχαν μεγάλα τετράγωνα ημιδιαφανή άσπρα τάπερ με φαγητά. Το μέγεθός τους φαινόταν να είναι σχεδόν ένα μέτρο επί ένα. Πρώτη φορά έβλεπα τάπερ τέτοιου μεγέθους και δεν ματαξαναείδα. Ρώτησα τι ήταν αυτά και αν μπορούσα να τα κουβαλήσω. Μου είπαν ότι ήταν όλα φαγητά που έφτιαξε η μητέρα του δόκιμου. Και, ναι, μπορούσα να τα κουβαλήσω. Ήταν δεκάδες! Και ακόμα είχε λάδια, μέλια, όσπρια σε τσουβαλάκια, κρασιά, μέχρι και δεσμίδες με τσάι του βουνού τυλιγμένες σε λεπτά υφάσματα. Το καΐκι μεγάλο και γεμάτο μέχρι πάνω! Και όλα αυτά τα είχε ετοιμάσει η μητέρα του δόκιμου με τα χέρια της. Νομίζω ήταν μοναχοπαίδι και η μάνα του τού είχε αδυναμία.

Φορτώθηκα μερικά τάπερ. Τι ωραία που φαινόντουσαν όλα αυτά τα φαγητά! Όσο και να έτρωγαν οι επισκέπτες, πόσα ακόμα θα περίσσευαν για μας! Με αυτή τη σκέψη, άρχισα να ανεβαίνω την ανηφόρα και το ζιγκ ζακ μονοπάτι τρέχοντας. Άφησα τα τάπερ που κουβαλούσα πάνω στο κελλί και κατέβηκα κάτω. Τρέχοντας.

Πιστέψτε με, ποτέ μου ξανά δεν έτρεξα τόσο πολύ ανεβαίνοντας σε ανωφερές μονοπάτι και μάλιστα των Κατουνακίων για όσους ξέρουν για τι πράγμα μιλάμε. Πήγαινα και ερχόμουν τρέχοντας χωρίς να λαχανιάζω. Κατέβαινα και ανέβαινα προσπαθώντας να μαντέψω το φαγητό που μισοδιακρινόταν σε εκείνο το γιγάντιο τάπερ. Τι είχε φτιάξει εκείνη η μανούλα μέσα σ’ αυτά!

Το βράδυ της κουράς

Παιδί, μου, εμείς πρέπει να περιποιηθούμε τους ξένους που φιλοξενούμε. Από σένα, παιδί μου, περιμένω τα περισσότερα, επειδή ο δόκιμος πρέπει να προετοιμασθεί. Να περιποιηθείς τους ξένους! Ευλόγησον, πάτερ, είπα δυνατά και με χαρά.

Το δωμάτιό μου δόθηκε στον πατέρα και στον θείο του δόκιμου. Δεξιά και αριστερά βολεύτηκαν όλοι. Το βράδυ θα ερχόντουσαν μοναχοί και γέροντες από άλλα κελλιά για την κουρά του δόκιμου. Θα έπρεπε να ετοιμάσουμε το πρωί εορταστική τράπεζα για όλους αυτούς. Το βράδυ έπεσε. Όλοι πήγαν να ξεκουραστούν και να κοιμηθούν λίγο. Ο πάτερ και ο δόκιμος θα περνούσαν το βράδυ προσευχόμενοι.

Ο δόκιμος ήρθε και μου είπε ότι μπορούσα να ξαπλώσω λίγο σε έναν πάγκο που υπήρχε σε έναν διάδρομο. Πράγματι πήγα εκεί και προσπάθησα να ξαπλώσω, αλλά ήταν στενός και δεν αναπαυόμουν. Σηκώθηκα και πήγα έξω. Ο δόκιμος κάποια στιγμή βγήκε από το κελλί και με ρώτησε αν είχα βολευτεί στο στενό παγκάκι. Του είπα όχι. Μπορείς να κοιμηθείς στο υπόγειο αν θέλεις. Πήγα στο υπόγειο. Στο υπόγειο μόνο σκυμμένος μπορούσες να πας. Στη μέση είχε ένα μπαούλο με ένα τσουβάλι απλωμένο πάνω. Πάνω στο μπαούλο θα μπορούσα να κοιμηθώ. Ο δόκιμος μού είπε να μην φοβηθώ από τα ποντίκια, γιατί το υπόγειο είχε ποντίκια και μια φορά μάλιστα τον είχαν δαγκάσει όταν κοιμόταν, εκεί στο υπόγειο. Θεέ μου, ποντίκια! Πώς θα κοιμόμουν εκεί να με τρώνε τα ποντίκια, στο σκοτάδι;

Βγήκα έξω και καθόμουν σε ένα χαμηλό παγκάκι χαζεύοντας τον έναστρο ουρανό. Ο δόκιμος πήγε στην εκκλησία για να προσευχηθεί. Μετά από κάποιες ώρες μοναχοί από διπλανά κελλιά ήρθαν στο κελλί. Ένας από αυτούς με ρώτησε αν ήμουν συγγενής του δόκιμου. Είπα πως όχι. Ο ίδιος αργότερα έφυγε από το κελλί και πήγε κάπου στην ερημιά, μακριά, σε ένα βράχο να προσευχηθεί, μέσα στο σκοτάδι, μόνος.

Η κουρά λαμπρή. Ο πατήρ Εφραίμ ήταν ο ιερέας. Είναι αδύνατον να περιγράψω την μόνη φορά μέχρι τώρα που συμμετείχα σε κουρά μοναχού και μάλιστα στα Κατουνάκια. Δεν μπορώ να βρω τα λόγια.

Το πρωί μετά την τράπεζα και τις ευχές, οι επισκέπτες έφυγαν. Νομίζω ότι οι συγγενείς του πατρός Ιωσήφ έμειναν ακόμα μια μέρα, αλλά δεν θυμάμαι καλά. Αλλά είτε την ίδια μέρα είτε την επόμενη, έφυγαν κι αυτοί.

Τα φαγητά ρίχνονται στο βάθος της χαράδρας

Έφυγαν όλοι, επιστροφή στην ησυχία. Οι άρρενες συγγενείς του πατρός Ιωσήφ έφυγαν. Ήρθε το καΐκι και τους πήρε. Ο πατήρ Εφραίμ και ο πατήρ Ιωσήφ μοίρασαν στους επισκέπτες μοναχούς πολλά τρόφιμα και προμήθειες. Έστειλαν ακόμα και ευλογία σε αλλα κελλιά. Πολλά από τα τρόφιμα, αν όχι τα περισσότερα, εξαφανίστηκαν. Αλλά και πάλι είχαν μείνει μαζί μας όλα αυτά τα ατελείωτα τάπερ της μάνας. Σκεφτόμουν ότι θα τρώγαμε, τώρα που ησυχάσαμε, σπιτικό φαγητό και σε μια ατελείωτη ποικιλία, έτσι μου φαινόταν.

Ο πατήρ Εφραίμ με φώναξε. Παιδί μου, μού είπε, εμείς δεν ήρθαμε εδώ για να τρώμε και να απολαμβάνουμε. Το ξέρεις αυτό, παιδί μου, έτσι δεν είναι; Ναι, πάτερ είπα. Τότε πάρε όλα αυτά τα τάπερ και πήγαινε πέτα τα στη χαράδρα που βρίσκεται μετά τη μουριά. Έτσι όπως είναι με τα τάπερ. Όλα τα τρόφιμα. Και μετά μάζεψε μούρα και φέρε να φάμε. Θα πω κι εγώ τον πατέρα Ιωσήφ να φτιάξει κάτι να φάμε.

Κατάλαβα, θα επιστρέφαμε πάλι σε εκείνο τον, ας πούμε, πολτό, τον νοστιμισμένο με νιφάδες στάχτης.

Έχε το νου σου, παιδί μου, μου είπε σοβαρά ο πατήρ Εφραίμ κοιτώντας με στα μάτια. Έχε το νου σου να μην φας, να μην δοκιμάσεις απ’ αυτά τα φαγητά. Υποσχέθηκες να με υπακούς, το θυμάσαι; Ναι, πάτερ, είπα εγώ. Άντε, τράβα, παιδί μου, και να θυμάσαι, μην δοκιμάσεις απ’ αυτά τα φαγητά. Ότι φάγαμε, φάγαμε. Τώρα κάνε υπακοή, κι εγώ θα κάνω προσευχή. Και με κοίταξε σοβαρά και διερευνητικά.

Πήγα στη χαράδρα κουβαλώντας στα χέρια όλα αυτά τα τετράγωνα μεγάλα τάπερ με τα φαγητά. Είχε εκεί στην άκρη μια μεγάλη πλατιά πέτρα που μπορούσα να κάτσω ακριβώς πάνω από τη χαράδρα. Άνοιξα το ένα τάπερ να δω το φαγητό. Αγκινάρες αλά πολίτα. Όπως ήταν τις πέταξα μαζί με το τάπερ κάτω στην χαράδρα.

Άνοιγα και πέταγα. Πατατοσαλάτα. Καλαμάρια γεμιστά με πλιγούρι και λαχανικά. Πικάντικη μελιτζανοσαλάτα. Χταπόδι με παντζάρια. Γίγαντες με μυρωδικά. Ρεβίθια σαλάτα. Ψητές πιπεριές και κάπαρη. Άνοιγα και πέταγα. Φακές σαλάτα. Σουπιές με σπανάκι. Πατάτες γιαχνί. Φασόλια μαυρομάτικα. Άνοιγα και πέταγα. Άσπρη ταραμοσαλάτα. Φασόλια πιαζ. Πράσα με ρύζι. Μακαρονάκι κοφτό με ελιές. Μα πόσο καιρό μαγείρευε αυτή η μάνα; Ξαναπήγα πίσω στο κελλί και πήρα και τα υπόλοιπα. Ριζότο με λαχανικά και μανιτάρια. Κολοκυθάκια. Άγρια χόρτα στον ατμό. Αγκινάρες τηγανιτές. Τα πέταξα όλα. Τελευταίο έμεινε ένα πλαστικό άσπρο δοχείο με μέλι, νομίζω των δύο κιλών.

Το μέλι της αμαρτίας

Το κρατούσα και το κοιτούσα εκεί στη χαράδρα. Άνοιξα το καπάκι. Αρώματα ξεπήδησαν από μέσα. Αρώματα καραμελωμένων φρούτων, λευκών λουλουδιών και εσπεριδοειδών. Χρώμα λαμπερό σκούρο μελί με χρυσές ανταύγειες. Το ξανακοίταξα. Έβαλα λίγο το δείκτη του δεξιού μου χεριού μέσα. Μόνο λίγο, σε μια άκρη. Στάθηκα για μια στιγμή. Πήρα μια ανάσα, έβγαλα το δάκτυλο από το βάζο και το δοκίμασα.

Ήταν γλυκό, γλυκό πολύ.

Πλατάγισα τη γλώσσα και σηκώθηκα. Τότε αμέσως τύψεις επέδραμαν πάνω μου. Πέταξα το μέλι κάτω απότομα με μια κίνηση. Λυπόμουν πολύ. Παράκουσα τον γέροντά μου. Είχα παραβεί την υπακοή. Ο κόπος μου τόσες μέρες ζώντας εκεί πήγε χαμένος. Όλος μου αυτός ο κόπος, ο κόπος του καλού χάθηκε για λίγο μέλι, μέλι στην άκρη ενός δάχτυλου, τόσο μόνον.

Η γλώσσα μου φούσκωσε και πρήστηκε. Αργοκουνούσα τη γλώσσα μου χωρίς να έχω σάλιο. Πίκρα πικρή, πίκρα κατάπικρη, σα χολή, ανέβαινε, ερχόταν από το μέλι πού’ χα γευτεί.

Πήγα προς τη μουριά να μαζέψω μούρα στεναχωρημένος. Μούρα δεν υπήρχαν στα κάτω κλαδιά, μόνον στα πάνω που δεν τα έφτανα. Ακούμπησα στην μουριά. Το ζωντανό αυτό όν, το δέντρο, ο σύντροφός μου τόσες μέρες, είχε γίνει ένα ξένο, άψυχο ξύλο. Σκόνταψα και χτύπησα σε ένα κλαδί. Η ίδια η φύση μ’ αποστρεφόταν. Μάζεψα μερικά μούρα από κάτω. Προχώρησα προς το κελλί. Μπήκα μέσα και έβαλα το πιάτο με τα μούρα στη μέση. Κάθισα.

Ο πατήρ Εφραίμ με κοιτούσε, αλλά εγώ δεν αντιγύρισα το βλέμμα του. Κοιτούσα μπροστά μου το πιάτο αμίλητος. Τότε ο πατήρ Εφραίμ έσκυψε προς το μέρος μου, ακούμπησε το χέρι του στο δικό μου, και μου είπε πολύ ψιθυριστά:

- Είδες παιδί μου πόσο πικρό είναι το μέλι της αμαρτίας;

Και ο τρόπος που τό’ πε, σαν στοργικός πατέρας, μού’ σκισε την καρδιά.

Σάββατο 30 Οκτωβρίου 2010

Λίμνη Πλαστήρα, Καρδίτσα, Άγραφα

Από το Ταχυδρόμο, 31.10.2010
Ο Στράτος Μαρκίδης και ο Γιωργος Φραντζεσκακης δεν ειναι Καρδιτσιώτες. Εμπνέονται όμως από την πόλη και της αφιερώνουν έργα και ημέρες τους.
Οι κάτοικοι της Καρδίτσας οργάνωναν τις τελευταίες δύο δεκαετίες τη θέση της πόλης τους στον τουριστικό χάρτη, χωρίς να το κάνουν και πολύ θέμα, ενώ ταυτόχρονα συνέχιζαν να ξετυλίγουν την καθημερινότητά της στο δυτικό άκρο του θεσσαλικού κάμπου. Διαμόρφωναν ποδηλατόδρομους, λάτρευαν την Αναγέννηση (ΑΣΑ!) στο ποδόσφαιρο, έπιναν τσίπουρο και αργά αλλά σταθερά προσέλκυαν τουρίστες απ’ τα αστικά κέντρα.
Η κίνηση που έχει αρχίσει να αναπτύσσεται στην περιοχή και τα φυσικά κάλλη της Λίμνης Πλαστήρα –αποτελεί εξαιρετικό παράδειγμα τεχνητής λίμνης μαζί με την Κερκίνη– διαμόρφωσαν τους δικούς της «προσκυνητές», διαφορετικούς από εκείνους των γειτονικών Μετεώρων, του κοσμικού Περτουλίου και της φασαριόζας Λάρισας. Μόνο αυτά; Oχι βέβαια, προσθέστε ακόμη την υπόγεια ένταση της πόλης, τη γειτνίαση με τα ασύγκριτα Αγραφα, τη Ρεντίνα, την ορεινή Αργιθέα και τα Λουτρά Σμοκόβου.
Αν τη δεκαετία του 1990 το «Safe sex» με φόντο την Αθήνα και η «Θηλυκή εταιρεία» με φόντο τη Λάρισα ήταν οι αντιπροσωπευτικές ταινίες μιας εποχής που χαρακτηρίστηκε από τα ανερχόμενα μεσοαστικά στρώματα, το «I love Karditsa» γυρίστηκε σε μια χαμηλών τόνων πόλη και με πρωταγωνιστές όχι πια νεόπλουτους Νεοέλληνες, αλλά τον συμπαθή επαρχιώτη και «ανταμείφθηκε» την προηγούμενη σεζόν με 380.000 εισιτήρια.
O σκηνοθέτης της πετυχημένης κομεντί Στράτος Μαρκίδης (με καταγωγή από την Κρήτη και τη Λέσβο) και ο ταξιδιωτικός δημοσιογράφος Γιώργος Φραντζεσκάκης –λάτρεις και οι δύο της Καρδίτσας– τοποθετούν τη λούπα στην περιοχή. Και μας θυμίζουν όχι μόνο έναν ακόμη ταξιδιωτικό προορισμό, αλλά και έναν πραγματικά πιο ανθρώπινο τρόπο ζωής.
Στράτος Μαρκίδης, σκηνοθέτης
«O έρωτας αναπτύσσεται καλύτερα εκτός άστεως»
«Αποφασίσαμε και γυρίσαμε την ταινία “I love Karditsa” έπειτα από την ιδέα των δύο σεναριογράφων, της Διονυσίας Τσιτιρίδου και του Αντώνη Παλιόπουλου, που έτσι κι αλλιώς έλκουν την καταγωγή τους απ’ την περιοχή. Η πολύ ιδιαίτερη εκφορά του λόγου στην Καρδίτσα ήταν στα επιπλέον ατού αυτού του κόνσεπτ. Αν και τα γυρίσματα στην Καρδίτσα διήρκεσαν μόνο πέντε ημέρες –κάποιες σκηνές διαδραματίστηκαν στον Πόρο–, ο κόσμος φάνηκε πως αγάπησε την ταινία, αφού, όταν προβαλλόταν στην Καρδίτσα, η κινηματογραφική αίθουσα της πόλης δεν χωρούσε άλλους (έχει μόνο 600 θέσεις) και με τα αυτοκίνητά τους πήγαιναν μέχρι τη Λάρισα ή και τα Τρίκαλα για να τη δουν. Εκανα καρδιτσιώτες φίλους και αυτό που παρατηρώ είναι πως και πολλοί που διαμένουν στην Αθήνα επιστρέφουν –κρίση γαρ– στην πόλη τους και στα γύρω χωριά. Για την ακρίβεια –όπως και στην υπόλοιπη Ελλάδα– ανακαλύπτουν ξανά την περιοχή που γεννήθηκαν. Η Καρδίτσα είναι μια πανέμορφη πόλη, πλούσια – όπως και όλη η περιοχή. Για τις ανάγκες των γυρισμάτων περιηγηθήκαμε όλο τον νομό και μας ξεδιπλώθηκε η ομορφιά του. Εμένα πάντως μου αρέσει, έτσι κι αλλιώς, το επαρχιακό τοπίο και το επιλέγω για τις ταινίες και τα σίριαλ που κάνω. Πιστεύω επίσης ότι ο έρωτας αναπτύσσεται πιο καλά εκτός άστεως. Μάλλον επειδή έχουν μείνει πιο αγνά τα συναισθήματα».
(Στις 25 Νοεμβρίου βγαίνει στις αίθουσες η νέα ταινία του Στράτου Μαρκίδη «Ξέσπασμα του φεγγαριού»)
Γιώργος Φραντζεσκάκης, ταξιδιωτικός δημοσιογράφος
«Η Καρδίτσα θα έπρεπε να λέγεται “Καρδιά”»
«Ήμουν 6 ή 7 χρόνων όταν πρωτοείδα τη Λίμνη Πλαστήρα. Από το πρώτο εκείνο ταξίδι δεν θυμάμαι και πολλά, θυμάμαι όπως πολύ ζωηρά ότι στο παιδικό μυαλό μου οι λέξεις “Πλαστήρας” και “πλάστης” ηχούσαν και σήμαιναν σχεδόν το ίδιο, οπότε μου σφηνώθηκε στο μυαλό ότι αυτή η λίμνη ήταν το έργο ενός ανθρώπου που έπαιρνε τον πλάστη και έφτιαχνε στη φύση ό,τι του υπαγόρευε η φαντασία του – κάτι που δεν απέχει τελικά και πολύ από την πραγματικότητα.
Πηγαίνω συχνά στην Καρδίτσα γιατί έχω φίλους εκεί. Φίλους ποδηλάτες, φίλους αναρριχητές και φίλους φίλους! Oταν πρωτοπήγα για ταξιδιωτικό ρεπορτάζ, πίστευα ότι θα συναντούσα άλλη μία επαρχιακή πρωτεύουσα-αφετηρία για εξορμήσεις στη φύση. Ευτυχώς διαψεύστηκα. Είδα μια πόλη με σύγχρονες υποδομές, που ακόμα πασχίζουμε να εισαγάγουμε στην πρωτεύουσα.
Τι διαφοροποιεί αυτή την πόλη απ’ τις άλλες;
O εξανθρωπισμός της καθημερινότητας! Το γεγονός ότι οι άνθρωποι περνούν τις ελεύθερες ώρες τους στα πάρκα (το Παυσίλυπον έχει μια νοσταλγική θλίψη που με κερδίζει), οι αληθινοί ποδηλατόδρομοι (στην Καρδίτσα είδα τον πρώτο φωτεινό σηματοδότη για ποδήλατα που έχω συναντήσει ποτέ στην Ελλάδα) και η ανυπόκριτη συμπεριφορά των ανθρώπων απέναντι στους επισκέπτες.
Κάποτε έγραψα ότι η λέξη “Καρδίτσα” αδικεί την πόλη. Θα έπρεπε να λέγεται “Καρδιά” με όλα τα γράμματα κεφαλαία.
“Τι Παπάγου, τι Πλαστήρα”, είχα γράψει κάποτε σε ένα άρθρο για τη Λίμνη Πλαστήρα. Η γειτονιά του Παπάγου είναι μία από τις καλές περιπτώσεις “αθηναϊκού προαστίου”, αλλά η ευρύτερη περιοχή της Πλαστήρα είναι άλλη περίπτωση! Η λίμνη είναι ένας βιότοπος εν τη γενέσει του, τα θεσσαλικά Αγραφα ένας τόπος εξερευνητέος, το δασικό χωριό Δρυάδες ένα τουριστικό πρότυπο και η ορεινή Αργιθέα ο ιδανικός προορισμός για τον καθένα που θέλει να κατασιγάσει τα φυσιολατρικά του πάθη. Στον Μέγδοβα έκανα ράφτινγκ για πρώτη φορά το 1990 με κάποιους γάλλους φίλους, μανιακούς με το σπορ. Λόγω έλλειψης πείρας και κακής συνεννόησης εξαιτίας της γλώσσας (οι φίλοι μου έδιναν όλα τα παραγγέλματα στα γαλλικά), κατάφερα να ρίξω τη βάρκα σε έναν βράχο, με αποτέλεσμα να την κυνηγάμε όλοι μαζί κολυμπώντας για καμιά διακοσαριά μέτρα στη ροή του ποταμού. Η τιμωρία μου ήταν να βρω ένα κρασί που να ικανοποιεί τις γευσιγνωστικές απαιτήσεις των άτεγκτων οινογνωστών φίλων μου. Αλλά το βρήκα στον Μεσενικόλα και το συνιστώ σε όσους αναζητούν αυθεντικές γεύσεις στην ελληνική επαρχία».
Τα 10 καλύτερα
1. Η Πλατεία Ελευθερίας και το σιντριβάνι με τα σύμβολα νεολιθικού πολιτισμού χαραγμένα επάνω του της γλύπτριας Νέλλα Γκολάντα.
2. Το ιστορικό κέντρο της Καρδίτσας, το παλαιότερα επονομαζόμενο Βαρούσι. Εκεί ορθώνεται ο μητροπολιτικός ναός των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης με τοιχογραφίες του καρδιτσιώτη ζωγράφου Δημήτρη Γιολδάση.
3. Η δημοτική αγορά της πόλης (στην οδό Βάλβη), εξαιρετικό δείγμα του αρχιτεκτονικού ρυθμού «Μοντέρνο Κίνημα» (αρχές 20ού αιώνα). Από το 1992 είναι ανακηρυγμένο Μνημείο Ευρωπαϊκής Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς.
4. Το άλσος Παυσίλυπον που καθημερινά διώχνει τις έγνοιες και «παύει» τις λύπες ντόπιων και περιηγητών. Είναι μια όαση πρασίνου 50 στρεμμάτων και ενδείκνυται για περιπάτους ή ποδηλασία.
5. Το δάσος Παπαράτζα ή Χιλίων Δέντρων, περίπου 3 χλμ. νοτιοδυτικά της πόλης.
6. Το Μουσείο Υδρευσης ΔΕΥΑΚ στο δάσος Παπαράτζα.
7. Το Μουσείο Λέσχης Φωτογραφίας και Κινηματογράφου Καρδίτσας. Στο ισόγειο της δημοτικής αγοράς με παλιές φωτογραφικές μηχανές, ξύλινα μηχανήματα προβολής, πλούσιο φωτογραφικό υλικό και καρτ ποστάλ του 20ού αιώνα.
8. Το δημοτικό Ιστορικό - Λαογραφικό Μουσείο «Λάμπρου και Ναυσικάς Σακελλαρίου», όπου εκτίθενται περίπου 4.500 αντικείμενα, μεταξύ των οποίων και προσωπικά αντικείμενα του στρατηγού Ν. Πλαστήρα.
9. Η Δημοτική Πινακοθήκη. Στη συμβολή των οδών Τζέλλα και Βασιαρδάνη, εκτίθενται έργα καλλιτεχνών που σχετίζονται με την Καρδίτσα, είτε ως τόπο καταγωγής είτε ως διαμονής. Στον πρώτο όροφο θα δείτε έργα των Γ. Βαλταδώρου και Δ. Γιολδάση, ενώ στο ισόγειο εκτίθεται μια ιδιαίτερη συλλογή σύγχρονης ελληνικής ρεαλιστικής ζωγραφικής (τηλ. 24410-79937).
10.  Το Αρχαιολογικό Μουσείο. Τα εγκαίνιά του δεν έχουν γίνει ακόμη, αλλά ο χώρος λειτουργεί κανονικά. Εκτίθενται αντικείμενα από τις αρχαίες πόλεις των Γομφών, του Κιέριου, της Ορθης, τον αρχαϊκό δωρικό ναό του Απόλλωνα στο Μοσχάτο και το περίφημο ιερό της Ιτωνίας Αθηνάς στο χωριό Φίλια (τηλ. 24410-25218-9).
Μία λίμνη, χίλια τοπία
Ζεστή φιλοξενία, χαλάρωση, δραστηριότητες στη φύση, νόστιμο φαγητό. Η περιοχή γυρω από τη λιμνη Πλαστήρα ειναι ιδανικός προορισμός.
Ποια είναι τα συστατικά μιας ιδανικής φθινοπωρινής ή χειμωνιάτικης απόδρασης; Ενα ωραίο φυσικό τοπίο, φιλόξενοι ξενώνες για απόλυτη χαλάρωση, καλό φαΐ, αλλά και δραστηριότητες για όσους θέλουν μια γερή δόση αδρεναλίνης. Oλα αυτά θα τα βρείτε στη Λίμνη Πλαστήρα, τον πιο δημοφιλή χειμερινό προορισμό στην Ελλάδα. Oχι μόνο στους Ελληνες, αλλά και σε πάρα πολλούς ξένους που φτάνουν εδώ, κυρίως οδικώς, αποδεικνύοντας ότι ο τουρισμός στη χώρα μας δεν είναι συνδεδεμένος αποκλειστικά και μόνο με τα νησιά και τις παραλίες.
Δραστηριότητες
Ποδήλατα βουνού αλλά και... νερού, κανόε-καγιάκ, τοξοβολία, πεζοπορία, ιππασία περιλαμβάνονται στο μενού της διασκέδασης για μικρά και μεγάλα παιδιά. Αυτό που προτιμούν οι περισσότεροι ταξιδιώτες είναι το ποδήλατο θαλάσσης που μπορεί να νοικιάσει κανείς από μισή ώρα έως μία... ημέρα. Ποδηλατώντας, θα απολαύσετε τα φιόρδ της λίμνης αλλά και την καλύτερη θέα στα θεσσαλικά Αγραφα.
Oσοι παθαίνουν ναυτία μπορούν να κάνουν ποδήλατο στον ειδικό δρόμο που συνδέει την πλαζ Πεζούλας με την πλαζ Νεοχωρίου. Είναι ιδιαίτερα εύκολος καθώς δεν έχει μεγάλες κλίσεις. Ποδήλατα νοικιάζονται και δίπλα στον Βοτανικό Κήπο του Νεοχωρίου (τηλ. 6944412055). Το επίκεντρο όλων σχεδόν των δραστηριοτήτων είναι η δυτική πλευρά της λίμνης, ιδιαίτερα η πλαζ Πεζούλας, η οποία έχει και τη μεγαλύτερη τουριστική ανάπτυξη.
Κόστος
Ποδήλατα και υδροποδήλατα από 10 έως 40­.
Κανό από 10 έως 30­. Τοξοβολία από 5 έως 15­.
Πακέτο που συνδυάζει όλα τα παραπάνω κοστίζει 25­. Oι τιμές είναι κατ’ άτομο.
Για περισσότερες πληροφορίες απευθυνθείτε στις εταιρείες: Τavropos (τηλ. 6977740066, 24410-92552, www.tavropos.com) και Trekking Hellas Δυτικής Θεσσαλίας (τηλ. 24310-87964, www. trekking.gr).
Oι λάτρεις της ιππασίας (εκδρομές δίπλα στη λίμνη) μπορούν να απευθυνθούν στο Saloon (κόστος 10 έως 15­ το άτομο για βόλτα διάρκειας 15’ ή 30’ αντίστοιχα, τηλ. 24410-92855, 6945593807).
Φαγητό
Στα Καλύβια Πεζούλας αναζητήστε το «Φαγοτόπι» (τηλ. 24410-92998, www. fagotopi.gr) σε πέτρινο κτίριο με γκουρμέ γεύσεις και τον «Ζαρνάβαλο» (τηλ. 24410-92008), με τα ψητά να κερδίζουν τις γευστικές εντυπώσεις. Επίσης, στην «Κληματαριά» (τηλ. 24410-52027) δοκιμάστε τις συνταγές του Σέφη Θυμόπουλου και της γυναίκας του, όπως κυνήγι, χοιρινό με πρασοσέλινο, μοσχάρι με μελιτζάνες.
Στο Νεοχώρι αναφέρουμε ενδεικτικά τις ταβέρνες: «Το Μανιτάρι» (τηλ. 24410-93322), «Το Κουτούκι» (τηλ. 24410-93282) και «O Κελεπούρης» (τηλ. 24410-93207).
Διαμονή
Στο Νεοχώρι: «Ναϊάδες» (τηλ. 24410-93333, www.naiades.gr), «Χρυσοπέλεια» (τηλ. 24410-22651, 6936922635, www. xrisopelia.gr), «Ανατολή» και «Αγνάντι» (τηλ. 24410-93190-1, www.limniplastirahotels.gr), «Πανδείον» (τηλ. 24410-93440, www. pandion.gr), «Νεβρός» (τηλ. 24410-93201, www.nevros. gr), «Αέναο» (τηλ. 24410-93207, www.aenao-hotel.gr), «Αρχοντικό Ζακόνι» (τηλ. 24410-93433, www.zakoni.gr). Στον Μπελοκομύτη: «Κτήμα Αλωνάκι» (τηλ. 24410-93420, www.ktimaalonaki.com). Στα Καλύβια Φυλακτής: «Τ’ Ασπρολίθια» (τηλ. 24410-92350, www. tasprolithia.gr), «Λινάς» (τηλ. 24410-92514). Στα Καλύβια Πεζούλας: «Αιολίδες» (τηλ. 24410-92966, www. aiolides-suites. gr), «Ακρολιμνιά» (τηλ. 24410-92495, www.akrolimnia.gr). Στην Καστανιά: «Oνείρων Ακρη» (τηλ. 24410-94855, 24410-94155, www.oneironakri.gr).
Το χρονικό του φράγματος
1925. O Νικόλαος Πλαστήρας εμπνέεται τη δημιουργία της λίμνης.
1927. Επιστήμονες τον ενθαρρύνουν να προχωρήσει τα σχέδιά του.
1929. Συντάχθηκε η πρώτη μελέτη από τον Ελβετό Louis Senn.
1955. Μετά το πάγωμα των σχεδίων λόγω της γερμανικής κατοχής, αρχίζουν ξανά οι εργασίες.
1959. Oλοκληρώνεται το φράγμα.
Info
Η λίμνη με αριθμούς
780 μέτρα πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας είναι το υψόμετρο της λίμνης.
14 χλμ. είναι το μέγιστο μήκος της.
4 χλμ. είναι το μέγιστο πλάτος της.
400 εκατ. κυβικά μέτρα νερό είναι η χωρητικότητά της.
300 εκατ. κιλοβατώρες ηλεκτρικού ρεύματος τον χρόνο τροφοδοτούν το εθνικό σύστημα της ΔΕΗ.
Τα 10 καλύτερα
1. Το Νεοχώρι. Ενα χωριό αμφιθεατρικά χτισμένο μέσα στο καταπράσινο τοπίο με θέα στη λίμνη.
2. O βοτανικός κήπος στην πλαζ Νεοχωρίου. Εδώ θα μάθετε τα πάντα για καλλωπιστικούς θάμνους, φαρμακευτικά και ενδημικά φυτά, τεχνητούς υγρότοπους, φυλλοβόλα, αειθαλή κ.ά. δέντρα.
3. O Μπελοκομύτης. Ενα ακόμη αμφιθεατρικά χτισμένο χωριό σε ένα καταπράσινο τοπίο πάνω από τη λίμνη. Είναι ιδανική αφετηρία για πεζοπορία, καθώς γύρω του υπάρχει ένα δίκτυο μονοπατιών.
4. Η Μονή Πελεκητής. Λαξευμένη σε υψόμετρο 1.400, σε έναν κάθετο βράχο της πλαγιάς, εντυπωσιάζει τον ταξιδιώτη.
5. Η πλαζ Λαμπερού. Στην ανατολική πλευρά της λίμνης, θα περπατήσετε στην όχθη της και θα απολαύσετε ντόπια πιάτα.
6. Το φράγμα της λίμνης. Το σημείο όπου ο Νικόλαος Πλαστήρας εμπνεύστηκε τη δημιουργία της το 1925. Φράζοντας τα νερά του Ταυρωπού ποταμού, πλημμύρισε το οροπέδιο της Νεβρόπολης και... εγένετο η λίμνη.
7. Η πλαζ Πεζούλας και η Νεράιδα. Η πρώτη είναι η έδρα των γραφείων για εναλλακτικές δραστηριότητες. Η δεύτερη είναι ένα ορεινό χωριό με δάση από έλατα.
8. Η Καστανιά, σε μικρή απόσταση από το φράγμα, βρίθει από καστανιές. Εδώ μπορείτε να επισκεφτείτε το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης αλλά και το τσαγκαράδικο του Ηλία Κόγια που μοιάζει με μουσείο παπουτσιών.
9. Το δασικό χωριό Δρυάδες. «Φωλιάζει» στην καρδιά ενός πυκνού δάσους από έλατα και δρυς, δίπλα στα φαράγγια των ποταμών Μέγδοβα και Ασπρου.
10. Η Μονή Πέτρας. Εδώ θα φτάσετε κάνοντας μια πολύ όμορφη διαδρομή μήκους 2,4 χλμ. από το χωριό Καταφύγι. Oνομάστηκε έτσι από έναν μεγάλο βράχο που σπάει τη μονοτονία του πρασίνου.
Δημος Ρεντινας - Η κυρά των Αγράφων
Πέτρινα γεφύρια, νερόμυλοι, οργιαστική βλάστηση από δρυς, έλατα και καστανιές, επιβλητικά τοπία και ένα χωριό φωλιασμένο στις πλαγιές των Αγράφων αποτελούν μερικές μόνο αφορμές για ένα ταξίδι στη Ρεντίνα.
Ο ιστορικός οικισμός της Ρεντίνας είναι χτισμένος σε υψόμετρο 900.Γρήγορα θα τον γνωρίσετε περπατώντας από τη «Μεγάλη» πλατεία) μέχρι την κεντρική πλατεία που απλώνεται μπροστά από τον ναό του Αγίου Γεωργίου (του 1662), ο οποίος έχει χαρακτηριστεί μουσειακός. Πίσω από τον ναό οι λιλιπούτειοι ταξιδιώτες θα βρουν μια παιδική χαρά. Παλαιά αρχοντικά, χαρακτηριστικά δείγματα της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, σώζονται στο κάτω μέρος του χωριού. Περπατώντας ως εκεί αλλά και γενικότερα στις γειτονιές της Ρεντίνας, δεν αποκλείεται να προσκληθείτε από τους ντόπιους για ένα τσιπουράκι. Μην αρνηθείτε. Το τσίπουρο εδώ έχει την τιμητική του, γι’ αυτό και κάθε χρόνο στα τέλη Oκτώβρη του κάνουν και γιορτή.
Περίπου 7 χλμ. από το χωριό, σε ένα καταπράσινο τοπίο, αξίζει να επισκεφτείτε τη Μονή Ρεντίνας, η οποία χτίστηκε τον 9ο αι. Υπήρξε κέντρο πολλών επαναστατικών γεγονότων, γι’ αυτό γνώρισε και πολλές καταστροφές.
Διαμονή
Φτιαγμένος από πέτρα και ξύλο, ο δημοτικός ξενώνας «Δολοπία» (τηλ. 24430-71247, www.dolopia.gr) ενδείκνυται για διακοπές απόλυτης χαλάρωσης, ενώ κάνει ειδικές προσφορές για συλλόγους, κυνηγούς και ταξιδιώτες που επιθυμούν να μείνουν πολλές ημέρες. Μια ανάσα από την κεντρική πλατεία είναι το όμορφο πέτρινο ξενοδοχείο «Rentinia Inn» (τηλ. 24430-71111, www.rentiniainn.gr).
Φαγητό
Πιάτα της ώρας και μεζεδάκια με τη συνοδεία ντόπιου τσίπουρου κυριαρχούν στις ταβέρνες της Ρεντίνας. Ενδεικτικά αναφέρουμε: «Γρέκι του Ραγιά» (δοκιμάστε κόκορα με χυλοπίτες, γίδα βραστή και χοιρινό στη γάστρα από τα χέρια της Στέλλας, τηλ. 24430-71222), Πέτρος Κούτρας (τηλ. 24430-71240), Πέτρος Ξηρός (τηλ. 24430-71226), Αμαλία Κρικζώνη (τηλ. 24430-71263), Νικόλας Φλωρογούλας (τηλ. 24430-71229) και Αλέκος Τσακτάνης (τηλ. 6972513782). n
Τέχνες και πολιτισμός
•Στην κεντρική πλατεία του χωριού, δίπλα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου, αξίζει να επισκεφτείτε το Εκκλησιαστικό Μουσείο με εικόνες από το μακρινό παρελθόν (η παλαιότερη είναι αυτή της Παναγίας της Βρεφοκρατούσας του 1507) αλλά και βιβλία από τη Μονή Ρεντίνας, από την εποχή που εφευρέθηκε η τυπογραφία.
•Παλαιές φωτογραφίες, αφίσες της ΕΠOΝ, προκηρύξεις, κειμήλια και άλλα εκθέματα που μεταφέρουν τον επισκέπτη στην εποχή της Εθνικής Αντίστασης εκτίθενται στο ομώνυμο μουσείο.
•Στις δυτικές παρυφές του σύγχρονου οικισμού της Ρεντίνας, στη θέση Παλαιόκαστρο και σε υψόμετρο 930, μπορείτε να δείτε τα κατάλοιπα ενός τείχους, το μήκος του οποίου υπολογίζεται στα 220 μέτρα. Πρόκειται για τα απομεινάρια μιας οχύρωσης, η οποία βρισκόταν στην περιοχή της αρχαίας Δολοπίας. Με βάση τον τρόπο κατασκευής και λιγοστά ευρήματα, το τείχος χρονολογείται από την ύστερη ελληνιστική εποχή, με διάρκεια χρήσης έως και τους πρώιμους ρωμαϊκούς χρόνους.
Info
Δεκατρείς πεζοπορικές διαδρομές (κάποιες από τις οποίες μπορούν να γίνουν με τζιπ 4x4 ή ποδήλατο) σας περιμένουν στην ευρύτερη περιοχή. Περισσότερες πληροφορίες θα βρείτε στην ηλεκτρονική διεύθυνση του δήμου Ρεντίνας Αγράφων (www.rentina-agrafwn.gr).
Μια όμορφη εκδρομή με αφετηρία τη Ρεντίνα μπορεί να γίνει έως τη νέα λίμνη Σμοκόβου. Κοντά της, σε υψόμετρο 450, βρίσκονται οι φυσικές ιαματικές πηγές, θειούχες και αλκαλικές. Υπάρχει και spa που λειτουργεί από Παρασκευή έως Κυριακή (τηλ. 24430-61210, www. loutras mokovou.gr).
Δήμος Μουζακίου - Ανεξερεύνητος θησαυρός
Πεζοπορία στους καταρράκτες του Ανθοχωρίου, εναλλακτικές δραστηριότητες σε οργανωμένα αναρριχητικά πεδία, canyoning στο Μέγα Ρέμα είναι μερικές μόνο από τις εκπλήξεις που επιφυλάσσει το Μουζάκι.
Τα 14 χωριά του δήμου Μουζακίου κρύβουν αρκετούς θησαυρούς, αλλά, πριν ξεχυθείτε για να τους ανακαλύψετε, αξίζει να περιηγηθείτε την ομώνυμη πόλη. Δυστυχώς στις ημέρες μας έχει ελάχιστα χαρακτηριστικά από την παλαιά παραδοσιακή αρχιτεκτονική της που καταστράφηκε στην πυρπόλησή της από τους Ιταλούς το 1943.
Η καρδιά της πόλης είναι η κεντρική πλατεία γύρω από την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου. Γύρω της υπάρχουν τα περισσότερα εμπορικά καταστήματα αλλά και η βιβλιοθήκη (τηλ. 24450-41152). Oι φυσιολάτρες μπορούν να ενημερωθούν για τη χλωρίδα και την πανίδα της περιοχής από το Κέντρο Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης Μουζακίου (τηλ. 24450-93166, www.kpem.gr). Επίσης, όσοι έχουν σχετικές ανησυχίες μπορούν να απευθυνθούν στο Λαογραφικό Μουσείο (τηλ. 24450-42947), όπου μεταξύ άλλων εκτίθενται αντικείμενα οικιακής και γεωργικής χρήσης και ένδυσης της περιοχής. Την καλύτερη θέα στο Μουζάκι θα την απολαύσετε περπατώντας στον πευκόφυτο λόφο του Προφήτη Ηλία, 500 μέτρα βορειοδυτικά της πόλης.
Διαμονή
Υπερπολυτελές ξενοδοχείο από τα καλύτερα της περιοχής είναι το «Mouzaki Hotel & Spa» (τηλ. 24450-43450, www.mouzakipalace.gr). Διαθέτει 40 δωμάτια εξοπλισμένα με όλες τις ανέσεις, εσωτερική πισίνα, σάουνα και όλες τις θεραπείες spa. Σε ένα θαυμάσιο φυσικό περιβάλλον, το «Apolis Club» (τηλ. 24450-42672, www. apolisclub.gr) έχει πλήρως εξοπλισμένα δωμάτια με πανοραμική θέα στο Μουζάκι.
Κοντά στον οικισμό Κεραμαριό της Δρακότρυπας, το ξενοδοχείο «Κεραμαριό» (τηλ. 24450-61470, 6977085668, www.keramario.gr) είναι ένα πανέμορφο συγκρότημα οκτώ αυτόνομων πέτρινων κατοικιών μέσα σε έκταση 30 στρεμμάτων.
Φαγητό
Στο Μουζάκι, εξαιρετικά εστιατόρια με γκουρμέ και τοπικές γεύσεις έχουν τα ξενοδοχεία «Mouzaki Hotel & Spa» και «Apolis Club». Στη Βατσουνιά Δρακότρυπας, η ταβέρνα «Κεραμαριό» (τηλ. 24450-61470) προσφέρει σπιτικά φαγητά μαγειρεμένα με ντόπια υλικά, ενώ οι παραδοσιακές γευστικές πινελιές δεν λείπουν από τα προτεινόμενα πιάτα ημέρας. Στην είσοδο του χωριού Κρυοπηγή,η «Λαδόκολλα» (τηλ. 24450-42595) προσφέρει εξαιρετικά ψητά, τα οποία θα απολαύσετε σε έναν χώρο διακοσμημένο με ρεμπέτικες επιρροές. –Λ.Κ.
Στο δρόμο Μουζακίου - Πορτής υπάρχουν οργανωμένα αναρριχητικά πεδία. Δίπλα στην Ιερά Μονή Αγίου Γεωργίου στο Μαυρομμάτι, στην περιοχή Μέγα Ρέμα, υπάρχει η δυνατότητα για canyoning που καταλήγει σε έναν εξαιρετικής φυσικής ομορφιάς καταρράκτη (κόστος: 50­ το άτομο, πληροφορίες: Trekking Δυτικής Θεσσαλίας, τηλ. 24310-87964). Τέλος, βόρεια του χωριού Πορτή υπάρχει πίστα απογείωσης για τους φανατικούς του αλεξίπτωτου πλαγιάς (πληροφορίες στην Αερολέσχη, τηλ. 6974119195).
Στο Μουζάκι θα βρείτε το οινοποιείο Λιάππα, όπου παράγεται τσίπουρο και κρασί βιολογικής καλλιέργειας (τηλ. 24450-41678).
Τα 5 καλύτερα
1. Το Μαυρομμάτι (3 χλμ. ανατολικά του Μουζακίου), γενέτειρα του Γεώργιου Καραϊσκάκη.
2. Η Πορτή. Σκαρφαλωμένη σε υψόμετρο 650 στις παρυφές των Αγράφων, απέχει μόλις 5 χιλιόμετρα από το Μουζάκι. Δείτε τους δύο νερόμυλους του χωριού και το πέτρινο τοξωτό γεφύρι Παλαιοκαμάρα στη θέση Τόσκη.
3. Η Λαζαρίνα. Το πεδινό χωριό (6 χλμ. από το Μουζάκι) φημίζεται για τη μακρόχρονη παράδοσή του στην ιπποπαραγωγή.
4. Το Ανθοχώρι, σε υψόμετρο 700 και απόσταση 12 χλμ. από το Μουζάκι. Αξίζει να περπατήσετε έως τους απαράμιλλης ομορφιάς καταρράκτες Ανθοχωρίου και τις πηγές Εννέα Βρύσες που βρίσκονται σε υψόμετρο 1.500.
5. Το Ζωολογικό Πάρκο της Αγροικίας Φώτη στο χωριό Κρυοπηγή (550 υψόμετρο, 10 χλμ. από το Μουζάκι, τηλ. 24450-42595).
Η εξαιρετικά απλή κουζίνα της Θεσσαλίας
Για μια νησιώτισσα, όπως είμαι εγώ, συνηθισμένη στην εικόνα της φρέσκιας ψαριάς, τα φαγητά της θεσσαλικής πεδιάδας είναι ένας διαφορετικός κόσμος.
Στη Θεσσαλία βρίσκει κανείς φαγητό των αγροτών και των βοσκών. Oι τελευταίοι μέχρι και την περασμένη γενιά μετακινούνταν με τα κοπάδια τους στις απομονωμένες ορεινές περιοχές της Πίνδου το καλοκαίρι και στην πλούσια θεσσαλική πεδιάδα τον χειμώνα. Γι’ αυτό και υπάρχουν πολλές ομοιότητες στις μαγειρικές παραδόσεις της Ηπείρου και της Θεσσαλίας. Πράγματι, η χειμερινή μετανάστευση στις πεδιάδες λάμβανε χώρα περίπου αυτήν την εποχή, κοντά στη γιορτή του Αγίου Δημητρίου στις 26 Oκτωβρίου.
Oι πεδιάδες της Θεσσαλίας δεν είναι η Ελλάδα που ξέρουν οι τουρίστες. Τα χωράφια, που θυμίζουν σκακιέρες, παράγουν το μεγαλύτερο μέρος της σοδειάς της χώρας σε σιτάρι, καλαμπόκι και βαμβάκι. Η περιοχή βέβαια έχει άμεση σχέση επίσης και με το νερό και τα θαλασσινά, καθώς βρέχεται από τον Παγασητικό κόλπο, αλλά και με τα πλούτη του Πηλίου. Αλλά είναι στην ουσία η μαγειρική των βοσκών και οι θησαυροί της πεδιάδας που με γοητεύουν, για τον απλό λόγο ότι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά πιάτα της –οι πίτες– εξελίχθηκε χάρη στις ανάγκες των ανθρώπων που μετακινούνταν συνεχώς και καταδεικνύει τη σοφία της αυθεντικής χωριάτικης μαγειρικής.
Οι πίτες
Αυτό το απλό παρασκεύασμα είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα της θρέψης αλλά και της πρακτικότητας. Oι πίτες «ταξιδεύουν» και αντέχουν, μπορούν να φαγωθούνμε το χέρι και συνήθως ψήνονταν σε έναν τοπικό, φορητό φούρνο, τη σίνα, που βασικά δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα χάλκινο ημισφαιρικό σκεύος που τοποθετείται πάνω σε ένα στρώμα από αναμμένα ξύλα και στο οποίο στηρίζεται το ταψί όπου ψήνεται η πίτα. Μόλις πριν από 6-7 χρόνια, μάλιστα, είχα πετύχει σε κάποιο ορεινό σημείο μια μαγείρισσα στην καλύβα της που έψηνε με τη σίνα.
Ανάλογα με την εποχή και τη δεξιότητα της μαγείρισσας, οι πίτες αυτές γεμίζονταν με γάλα (τόσες γαλατόπιτες στην ευρύτερη περιοχή!), με τυριά (κάτι που βρίσκεται πάντα στο «κελάρι» του βοσκού), τραχανά, χόρτα και πολλά άλλα.

Τα σιτηρά
Κατείχαν πάντα εξέχουσα θέση στη μαγειρική, ίσως περισσότερο απ’ όλα σ’ αυτές τις περίφημες πίτες. Το φύλλο δεν θα υπήρχε, εάν δεν υπήρχε το σιτάλευρο, το οποίο επίσης είναι το κύριο υλικό των εορταστικών ψωμιών, και, φυσικά, του τραχανά, μιας πάρα πολύ σημαντικής τροφής σε τούτα τα μέρη.
Πιο συγκεκριμένα, ο τραχανάς ταιριάζει με κρέατα (αρνί), μαγειρευτά, ως βασικό υλικό σε σούπες και σε γεμίσεις για πίτες. Το σιτάρι, βέβαια, είναι η βάση και για άλλα ζυμαρικά, κυρίως για τις γνωστές μας χυλοπίτες.
Πράγματι, ένα από τα αγαπημένα μου φαγητά είναι ένα πιάτο της περιοχής με κοτόπουλο και χυλοπίτες, που γαρνίρεται γενναιόδωρα με μπόλικα αλεσμένα καρύδια.
Το σιτάρι είναι η πιο σημαντική σοδειά της Θεσσαλίας επί του παρόντος, αλλά παλιότερα ο βασιλιάς ήταν το καλαμπόκι.
Μέχρι τη δεκαετία του 1960, για παράδειγμα, η πλειοψηφία των ψωμιών φτιαχνόταν από καλαμποκάλευρο και όχι από σιτάρι. O πολτός από καλαμποκάλευρο, που μοιάζει με την πολέντα της Ιταλίας και ονομάζεται «μαμαλίγκα», ήταν κάποτε το φαγητό παρηγοριάς των σκληρά εργαζόμενων ντόπιων, που το απολάμβαναν με μπόλικη φέτα λιωμένη μέσα. Υπάρχει μάλιστα και μια ολόκληρη κατηγορία από αλμυρές πίτες που δεν χρειάζονται το κουραστικό άνοιγμα φύλλου, αλλά μια κρούστα από πασπαλισμένο καλαμποκάλευρο, και γεμίζονται συνήθως με διάφορα χόρτα.
Το κρέας
Το κρέας, ιδίως το αρνί, το απολαμβάνουν εδώστη σούβλα, στη σχάρα, σε σουβλάκι, στον φούρνο και σε πολλά πλούσια μαγειρευτά πιάτα. Oι παλιές συνταγές με κρέας από τη θεσσαλική πεδιάδα περιέχουν υλικά που μόνο οι βοσκοί μπορούν να εκτιμήσουν, όπως σιγοβρασμένο πρόβειο κρέας από μαγέλαο, ηλικιωμένο ζώο και στείρα προβατίνα.
Oι ντόπιοι έχουν αναγάγει επίσης τη μαγειρική των εντοσθίων σε μορφή τέχνης. Υπάρχει μια παλιά συνταγή για μια πίτα με γλυκάδια, όπως και πολλά μαγειρευτά πιάτα με αρνίσιο συκώτι. Θα μπορούσε να γραφτεί ολόκληρο βιβλίο για αυτά τα πιάτα και μόνο.
Τα τυριά
Εκτός από κρέας όμως, τα ζώα παρείχαν ανέκαθεν μια τεράστια ποικιλία από γαλακτοκομικά προϊόντα, ιδίως τυριά, που αποτελούν βασικό τρόφιμο του τοπικού κελαριού. Εδώ φτιάχνονται κάποιες από τις καλύτερες φέτες. Η Θεσσαλία είναι μία από τις 7 τοπ περιοχές στην παραγωγή φέτας (Θεσσαλία, Μακεδονία, Θράκη, Ηπειρος, Στερεά Ελλάδα, Πελοπόννησος και νομός Λέσβου). Από το τυρόγαλά της φτιάχνονται μερικά είδη, με πρώτη τη μυζήθρα (φρέσκια και αποξηραμένη). Επίσης υπάρχουν τα νοστιμότατα μαλακά, ξινά τυριά –τσαλαφούτι, ξινοτύρι και γαλοτύρι– που υπόκεινται σε φυσική ζύμωση και ποικίλλουν σε υφή, από κοκκώδη έως απαλή και κρεμώδη. Το γαλοτύρι παραδοσιακά σερβιριζόταν με μερικές από τις πίτες με κρούστα καλαμποκάλευρου. Παράγονται επίσης εδώ και μερικά κίτρινα τυριά. Γενικά μπαίνουν σε πολλές από τις περίφημες πίτες, ανεξάρτητα από την κρούστα ή το φύλλο που χρησιμοποιείται, αλλά και στην κατσαρόλα μαζί με κρέας και λαχανικά.
Oι αχανείς γόνιμες πεδιάδες της Θεσσαλίας μπορεί να μην έχουν την κοσμική γοητεία της Μυκόνου, για παράδειγμα, αλλά παρ’ όλα αυτά η περιοχή προσφέρει χορταστικό, πλήρες φαγητό, που έχει τις ρίζες του βαθιά στις δικές του παραδόσεις, και το σημαντικότερο είναι ότι εξακολουθεί να παίζει κυρίαρχο ρόλο και στις μέρες μας.
Κοτόπουλο με χυλοπίτες και καρύδια
Υλικά
4-6 μερίδες
Ενα κοτόπουλο, γύρω στα 2 κιλά, κομμένο σε μερίδες, χωρίς την πέτσα,
αλάτι και πιπέρι,
2 κ.σ. εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο,
1 κ.σ. ανάλατο βούτυρο,
2 μεγάλα κρεμμύδια χοντροκομμένα,
4 μεγάλες ώριμες ντομάτες, ξεφλουδισμένες, ξεσποριασμένες και χοντροκομμένες ή 1 ½ φλιτζ./260 γρ. κομμένες ντομάτες κονσέρβας,
1 πρέζα ζάχαρη,
3 κ.σ. κομμένος φρέσκος δυόσμος,
1 φλιτζ. μικρές χυλοπίτες με αβγό,
½ φλιτζ./60 γρ. ψιλοαλεσμένα καρύδια
Αλατοπιπερώνουμε το κοτόπουλο. Σε μια μεγάλη, φαρδιά κατσαρόλα ζεσταίνουμε το ελαιόλαδο και το βούτυρο μαζί σε δυνατή φωτιά και ροδίζουμε το κοτόπουλο απ’ όλες τις πλευρές μέχρι να χρυσίσει, σε δόσεις εάν χρειαστεί. Το βγάζουμε με μια τρυπητή κουτάλα και το αφήνουμε στην άκρη. Κατεβάζουμε τη φωτιά σε μέτρια, ρίχνουμε τα κρεμμύδια στην κατσαρόλα, αλατοπιπερώνουμε και τα μαγειρεύουμε μέχρι να μαραθούν και να γίνουν διάφανα, για 8-10 λεπτά.
Ξαναβάζουμε το κοτόπουλο στην κατσαρόλα και ρίχνουμε μέσα τις ντομάτες και τη ζάχαρη. Ρίχνουμε αρκετό νερό ώστε να καλύψει λίγο το κοτόπουλο. Σκεπάζουμε, βάζουμε να πάρει βράση σε μέτρια φωτιά, κατεβάζουμε τη φωτιά σε χαμηλή και σιγοβράζουμε μέχρι να γίνει το κοτόπουλο πολύ τρυφερό, για 1 ώρα περίπου. Προσθέτουμε τον δυόσμο περίπου 10 λεπτά πριν να είναι έτοιμο το κοτόπουλο. Βγάζουμε το κοτόπουλο με μια τρυπητή κουτάλα και το αφήνουμε στην άκρη, σκεπασμένο, μέσα σε ζεστό φούρνο, στους 135°C.
Προσθέτουμε 1 φλιτζ. ή παραπάνω νερό μέσα στο ζουμί της κατσαρόλας, να υπάρχει αρκετό ώστε να μπορέσουμε να μαγειρέψουμε τις χυλοπίτες, και ανεβάζουμε τη φωτιά για να πάρει βράση. Ρίχνουμε τις χυλοπίτες, κατεβάζουμε τη θερμοκρασία και σιγοβράζουμε μέχρι να είναι έτοιμες. Σερβίρουμε τις χυλοπίτες μέσα σε μια βαθιά πιατέλα με το κοτόπουλο από πάνω και πασπαλίζουμε με τα καρύδια.
Μεσενικόλας -  Το κρασοχώρι της Καρδίτσας
Με τη δημιουργία της Λίμνης Πλαστήρα, οι καλλιέργειες σταμάτησαν. Μόνο τα αμπέλια εξακολουθούν να κάνουν υπερήφανους τους ντόπιους.
Η αμπελοκαλλιέργεια στον νομό Καρδίτσας γίνεται στις περιοχές Δαφνοσπηλιάς, Μουζακίου και στην αμπελουργική ζώνη που περιβάλλεται από τους οικισμούς Μοσχάτου, Μορφοβουνίου και Μεσενικόλα. Oμως το OΠΑΠ Μαύρο Μεσενικόλα (μοναδική ποικιλία στην Ελλάδα) παράγεται μόνο στις τρεις τελευταίες περιοχές. Πρόκειται για κόκκινο, ξηρό κρασί, το οποίο συνοδεύει ιδανικά κρέατα.
Το χωριό που έδωσε το όνομά του στο συγκεκριμένο κρασί δεν βλέπει καν τη Λίμνη Πλαστήρα, παρά το ότι είναι πολύ κοντά της. Πρώτος σταθμός, στην είσοδο του Μεσενικόλα (όπως έρχεται κανείς από το Μορφοβούνι), είναι το οινοποιείο του Γιώργου Καραμήτρου, που είναι και το μεγαλύτερο της περιοχής. Η οικογένειά του παράγει κρασιά από την εποχή του παππού του. Oι κόποι του ανταμείφθηκαν πρόσφατα με μια διάκριση: χρυσό μετάλλιο στον 16ο διεθνή διαγωνισμό για τον Λευκό Oίνο Πολίχνης (ποικιλία chardonnay) στον παγκόσμιο διαγωνισμό των Βρυξελλών ανάμεσα σε 6.289 κρασιά
(τηλ. 24410-95250, 6937153183, www.messenikolaswines.com).
Εκτός από τον Γιώργο Καραμήτρο, τα τελευταία 4 χρόνια ασχολείται με τη μαζική οινοποίηση και ο Αρης Καλαμάτας, ο οποίος λειτουργεί ένα πιο μικρό οινοποιείο, με στόχο τη χαμηλή παραγωγή υψηλής ποιότητας (τηλ. 6973691738). Γενικότερα όμως σχεδόν όλο το χωριό παράγει κρασί, κάτι που εύκολα θα καταλάβετε περπατώντας στα στενά του – αρκετά σπίτια έχουν ταμπέλες που αναγράφουν «Πωλείται κρασί».
Το Μουσείο Oίνου
Η οινική ιστορία του τόπου καταγράφεται στους χώρους του Μουσείου Oίνου, το οποίο στεγάζεται σε ένα πέτρινο κτίριο με τρία επίπεδα. Εδώ θα δοκιμάσετε τα τοπικά κρασιά και μεταξύ άλλων θα δείτε όργανα μέτρησης μούστου - τσίπουρου (π.χ. αραιόμετρο, αλκοολόμετρο), φορεσιές του Μεσενικόλα, παλαιούς ασκούς μεταφοράς σταφυλιών, εργαλεία (από τα οποία ξεχωρίζει ένα δοχείο μέτρησης κρασιού, χωρητικότητας 12 οκάδων, του 1750!) και ένα καζάνι με άδεια του 1936. – Λ.Κ.
Info
Για να επισκεφτείτε το Μουσείο, επικοινωνήστε με τον Θωμά Ποδηματά (ο οποίος παράγει και το δικό του κρασί) στο τηλ. 6973-555741. Στην ηλεκτρονική σελίδα http://www.mesenikolas.gr/ θα βρείτε στοιχεία για τους 34 οινοπαραγωγούς του χωριού.