Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αληθινές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αληθινές ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 22 Απριλίου 2014

Park Jee Young, ετών 22




Park Jee Young, ετών 22. Μάρτυρες την είδαν να μοιράζει σωσσίβια και να βοηθά ανθρώπους να δραπετεύσουν από τη κόλαση. Όταν της τέλειωσαν τα σωσσίβια, πήγε σε άλλο πάτωμα για να βρει και άλλα.

Όταν ρωτήθηκε, σύμφωνα πάλι με μάρτυρες, γιατί δεν φορούσε και αυτή σωσσίβιο, απάντησε ότι το πλήρωμα θα φορέσει τελευταίο και ότι η ίδια πρώτα πρέπει να βοηθήσει τους επιβάτες.

Η Park τώρα πια δεν μπορεί να βοηθήσει κανένα. Κείται στο δωμάτιο μνήμης που έχει ετοιμαστεί για αυτή στη πόλη Incheon. Ένας άνθρωπος με τραύματα στο κεφάλι εμφανίστηκε στο χώρο αυτό. Όταν οι συγγενείς της Park τον ρώτησαν τι γύρευε εκεί, εκείνος τους είπε ότι ήταν επιβάτης στο φέρρυ, τραυματίστηκε και η Park του έβαλε μια πετσέτα στο ματωμένο κεφάλι του και τον βοηθούσε καθώς η στάθμη του νερού ανέβαινε.

“Ήταν τόσο υπεύθυνη και τόσο ευγενική”, λέει η Jung Jee Kwon γιαγιά της Park, που δεν...

Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

ΕΝΑ ΔΟΛΛΑΡΙΟ ΚΙ ΕΝΤΕΚΑ ΣΕΝΤΣ.

Πόσο κοστίζει ένα θαύμα.

Πήρε τα κέρματα και πήγε στο φαρμακείο της γειτονιάς.

Ο φαρμακοποιός, εκείνη την στιγμή, μιλούσε με ένα καλοντυμένο κύριο και δεν πρόσεξε την μικρή. Το κοριτσάκι έκανε κάποιο θόρυβο με τα πόδια του, αλλά τίποτε. Τότε πήρε ένα από τα κέρματα της και το χτύπησε πάνω στο γραφείο του.

- «Τί θέλεις; την ρωτά κάπως εκνευρισμένος εκείνος, «Δεν βλέπεις, ότι μιλώ με τον αδελφό μου, που έχω χρόνια να τον δω;»
Τότε η μικρή τού είπε:

- «Θέλω να σου μιλήσω για τον αδελφό μου, που είναι πολύ άρρωστος, και θέλω να αγοράσω ένα θαύμα!

- «Συγγνώμη», της απάντησε αυτός, «αλλά δεν πουλάμε θαύματα.»

- «Ξέρετε», είπε το κοριτσάκι, «ο αδελφός μου έχει κάτι στο κεφάλι του, που μεγαλώνει, κι' ο μπαμπάς μου λέει, ότι μόνο ένα θαύμα θα μας σώσει. Λοιπόν, ποσό κάνει ένα θαύμα για να το αγοράσω. Έχω χρήματα...».

Ο αδελφός τού φαρμακοποιού, που παρακολουθούσε με ενδιαφέρον την συζήτηση,...

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

Bravissimo.

Πληθαίνουν οι αναφορές στον ιταλικό τύπο για τις νυχτερινές εξορμήσεις του Πάπα Φραγκίσκου. Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, τουλάχιστον για τρία βράδια, ο Πάπας Φραγκίσκος μαζί με τον 50χρονο αρχιεπίσκοπο Κόνραντ Κραγιέβσκι, μπαίνουν σε ένα άσπρο ΦΙΑΤ και περιφέρονται σε υποβαθμισμένες συνοικίες της Ρώμης.

Οι δύο άνδρες ψάχνουν για άστεγους και μετανάστες, μιλούν μαζί τους, τους εμψυχώνουν και τους δίνουν χρήματα. Το Βατικανό δεν επιβεβαιώνει τις εξορμήσεις αλληλεγγύης του Ποντίφικα, αλλά όταν ιταλική εφημεριδά ρώτησε τον Κραγιέβσκι αν τα βράδια τον συνοδεύει ο Πάπας, απάντησε: «μπορούμε παρακαλώ να περάσουμε στην επόμενη ερώτηση». Σύμφωνα με πληροφορίες, ο Πάπας Φραγκίσκος έκανε ανάλογες νυχτερινές εξορμήσεις όταν ήταν αρχιεπίσκοπος του Μπουένος Άιρες.

Από τον ημερήσιο τύπο

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Η ιστορία του χάκερ Τιμ Μπέρνερς Λι.


Στις 12 Νοεμβρίου του 1990, ο επονομαζόμενος και «πατέρας» του Ίντερνετ Τιμ Μπέρνερς Λι ανακαλύπτει τον Παγκόσμιο Ιστό, γνωστότερο με τα αρχικά WWW, πάνω στον οποίο βασίζεται η λειτουργία του διαδικτύου.

Ο Τιμ Μπέρνερς Λι γεννήθηκε στο Λονδίνο στις 8 Ιουνίου 1955. Φοίτησε στο Queens College της Οξφόρδης. Εκεί κατασκεύασε τον πρώτο του υπολογιστή, με μόνα υλικά παλιά ηλεκτρονικά εξαρτήματα και ένα κολλητήρι.

Στο Πανεπιστήμιο, όπου σπούδασε Φυσική, συνελήφθη ως χάκερ με συνέπεια να αποκλειστεί από τη χρήση του πανεπιστημιακού υπολογιστή. Από την Οξφόρδη αποφοίτησε το 1976 και εργάστηκε σε επιχειρήσεις ως προγραμματιστής / σύμβουλος μέχρι το 1980, οπότε και μετακλήθηκε από το CERN, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Φυσικής Στοιχειωδών Σωματιδίων, ως Σύμβουλος Μηχανικός Προγραμματισμού. Εκεί επινόησε και το πρόγραμμα Enquire, τον πρόδρομο του Παγκόσμιου Ιστού, που τον βοηθούσε να παρακολουθεί τον τεράστιο αριθμό ερευνητών και προγραμμάτων (projects) του Ιδρύματος. Αυτό το πρόγραμμα ποτέ δε δόθηκε για χρήση στο κοινό.

Έφυγε από το CERN σε άλλες εργασίες, για να επιστρέψει εκεί το 1984 και να αναλάβει τα ...

Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2013

Κωσταλέξι.

Της Ιωάννας Μαρμπέα.

Τη στιγμή που η υπογεννητικότητα στην Ελλάδα είναι στο έπακρο, τη στιγμή που οι οικογένειες έχουν μόνο ένα παιδί και πολύ το σκέφτονται για δεύτερο, λόγω των ισχυουσών κοινωνικοοικονομικών δεδομένων, κάποιοι άλλοι γονείς δίνουν τα παιδιά τους για υιοθεσία ή τα δωρίζουν γιατί δεν έχουν να τα αναθρέψουν. Και μέσα σε όλο αυτό τον πανικό τα φώτα της δημοσιότητας εστιάζονται στην κοινωνική κατηγορία των Ρομά.

Στερεοτυπικές αντιλήψεις και προκαταλήψεις γι αυτούς τους ανθρώπους τους παρουσιάζουν άκαρδους, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, ανεύθυνους, αμόρφωτους, εγκλωβισμένους στην δική τους κοινωνική κάστα.

Ασχολούνται με την κατηγορία των Ρομά αντί να εστιάζουν στην ουσία του προβλήματος που δεν είναι άλλη από το σεβασμό των παιδιών. Πόσο σεβόμαστε τα παιδιά και τους ίδιους μας τους εαυτούς από τη στιγμή που τα διαφοροποιούμε; Ποια είναι η δική μας κοινωνική...

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

Οι πεζοί περπατούν δίχως να δίνουν προσοχή.

Η Αθήνα πεθαίνει. Συγκλονιστικό άρθρο του συγγραφέα Πέτρου Μάρκαρη στην El Pais.

Η Αθήνα πεθαίνει, όχι από καρδιακή προσβολή αλλά από Αλτσχάιμερ. Η πόλη χάνει τη μνήμη της, δεν αναγνωρίζει τον εαυτό της και έχει ολοένα και λιγότερη επαφή με τους ανθρώπους της. Η Αθήνα χάνει τα θεμέλια της ύπαρξής της. Αυτή η απώλεια μνήμης επηρεάζει κυρίως τις γειτονιές όπου ζούσε η μεσαία τάξη και οι μικροαστοί, γράφει ο συγγραφέας Πέτρος Μάρκαρης στην ισπανική εφημερίδαEl Pais.

«Το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα είναι αυτό της Πατησίων, μια από τις παλαιότερες περιοχές της Αθήνας. Άλλοτε η περιοχή έσφιζε από ζωή, αφού η μεσαία τάξη κατέκλιζε την αγορά. Σήμερα, μια στις δύο επιχειρήσεις έχουν κλείσει. Οι βιτρίνες καλύπτονται με χαρτιά κι αυτοκόλλητα ενοικιαστήρια και πωλητήρια διαμερισμάτων.

Οι πεζοί περπατούν δίχως να δίνουν προσοχή. Αν τους ρωτήσεις τι είδους επιχείρηση ήταν στο πλέον άδειο κατάστημα απαντούν με αμηχανία: "Ρουχισμού ίσως, ή υποδήματα". Μόνο και μόνο επειδή...

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

Η κυρία Τζίμου. Μια μικρή καλοκαιρινή ιστορία, από την Κατερίνα Καριζώνη.

Image

 
Το καλοκαίρι του '69 μας βρήκε να πλέουμε με προορισμό κάποιο νησί του Αιγαίου. Πηγαίναμε στην Κω. 

Το πλοίο μάς είχε πάρει απ' τη Θεσσαλονίκη, αφού φορτώσαμε και το αυτοκίνητο. Ο κόσμος συνωστιζόταν στο κατάστρωμα: ημίγυμνες τουρίστριες, άντρες με σορτσάκια, φαλάκρες και προτεταμένες κοιλιές, γυναίκες εύρωστες, πασαλειμμένες με αντηλιακά, φορώντας ψάθινα καπέλα και μαύρα γυαλιά, κάτι ξανθοί απ' τον Βορρά με τιρκουάζ μάτια που είχαν πετάξει τα φανελάκια τους και σιγοψήνονταν, ζέστη αφόρητη ακόμα κι όταν ανοιχτήκαμε στο πέλαγος. 

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2012

«Δεν φοβάμαι το θάνατο»


Τον περασμένο Αύγουστο φτερούγισε για τον Ουρανό η αγνή ψυχή του 19χρονου Βασιλείου Δαρδανού, από τον Αλίαρτο – Βοιωτίας. Τελευταίος γιος του ευσεβούς Ιερατικού ζεύγους π. Παναγιώτη και Μαργαρίτας, δοκίμασε τον πόνο από τη λεγόμενη επάρατο νόσο λίγο μετά την επιτυχία του στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Επί ένα χρόνο φοίτησε στο σχολείο του πόνου και πήρε ομολογουμένως άριστα. Το πτυχίο το πήρε από τα χέρια του αγωνοθέτου Χριστού.
 Στη συνέχεια δημοσιεύουμε την προσλαλιά της θεολόγου μητέρας του Μαργαρίτας, κατά την εξόδιο ακολουθία, στην οποία προέστη ο Μητροπολίτης Θηβών και Λεβαδείας π. Γεώργιος. Η πίστη της θυμίζει μητέρες μαρτύρων και ηρώων.
————————————————————————————————————————–
«Δεν φοβάμαι το θάνατο»
Θέλω να πω ένα λόγο απλό για το Βασίλη μας, που να ταιριάζει στην καθαρότητα της καρδιάς του, στη δυνατή του πίστη, στον τρόπο που περπάτησε την μαρτυρική του πορεία. Σήμερα σας παρακαλούμε, μην ψάχνετε για απαντήσεις λογικές του παρόντος καιρού. Σήμερα σας παρακαλούμε εμείς, η οικογένειά του, αρπάξτε την ευκαιρία να περάσετε στην άλλη λογική, στη σχοινοβασία της πίστης, στην άλλη ανάγνωση της ζωής. Γιατί σ’ αυτή τη διαδρομή ο Βασίλης έτσι περπάτησε και αγάπησε τη δοκιμασία του και μας έλεγε συχνά: «Είναι η καλύτερη χρονιά της ζωής μου, η ασθένεια είναι ευλογία και ευκαιρία».
Και όσο η ασθένεια έφθειρε το νεανικό του σώμα, τόσο ανανέωνε το πνεύμα του και καθάριζε την ψυχή του. Ο μικρότερός μας προπορεύεται σήμερα. Ίσως και ο καλύτερός μας. Και είναι!
Αν και έζησε λίγο, σαν να συμπλήρωσε χρόνια πολλά. Και ο Κύριός μας τον δοκίμασε και τον βρήκε άξιο για τον εαυτό Του. Ο Βασίλης στην αρχή της δοκιμασίας του έλεγε: «Ίσως ο σκοπός της ζωής να είναι η αγιότητα».
Και στο τέλος έλεγε: «Θέλω την αγιότητα. Δεν φοβάμαι τον θάνατο». Μας έλεγε συχνά: «Φοβάμαι, μήπως χάσω τον παράδεισο».
Γι’ αυτό σήμερα, ας σκεφτούμε με τη λογική του Βασίλη, την ξένη για τον κόσμο, αφού γι’ αυτόν είμαστε εδώ, καθώς προπορεύεται όλων μας στην ουράνια πατρίδα. Εμείς, που του κρατήσαμε το χέρι απ’ την αρχή ως το τέλος, ξέρουμε, έχουμε την βεβαιότητα, πως ο Βασίλης μας «μεταβέβηκεν εκ του θανάτου εις την ζωήν», αφού αξιοποίησε και τελειοποίησε στην πολύμηνη δοκιμασία του, όλα του τα χαρίσματα, την υπομονή, την ευγένεια, την ταπείνωση, το ἄριστο ἦθος, μά πάνω από όλα τη βαθιά του πίστη στην πρόνοια του Θεού, στην αγάπη του Θεού.
Μου έλεγε λίγες μέρες πριν φύγει: «Ξέρει Εκείνος, ξέρει, γιατί τα επέτρεψε όλα». Αυτή του την πίστη κληροδοτεί σ’ εμάς. Αυτό μας αφήνει το παιδί μας. Είμαστε ευγνώμονες σήμερα στο Θεό, που μας αξίωσε να κουβαλήσουμε αυτό το Σταυρό, ελάχιστα να μιμηθούμε την αγάπη Του, και που μας έδωσε τη δύναμη, την απόφαση στην καρδιά μας, την εσωτερική ειρήνη να σταθούμε.
Είμαστε ευγνώμονες στο Θεό, που έστειλε το Βασίλη στη ζωή μας, 19 χρόνια πριν, και μας αξίωσε να μεγαλώσουμε ένα παιδί, που μας χάρισε τόσες και μόνο χαρές και στάθηκε τόσο άξια απέναντι στη χάρη του Θεού και τη δέχτηκε στην καλή γη και την καρποφόρησε.
Όμως στην πορεία δεν ήμασταν μόνοι. Η δοκιμασία του παιδιού μας έδωσε στην αγάπη την ευκαιρία να ξεδιπλωθεί μέσα από την προσευχή και τη θερμή συμπαράσταση όλων σας με κάθε τρόπο. Σεβασμιώτατε, επίσκοπε αληθινέ της καρδιάς μας, σας ευχαριστούμε. Δεν μπορώ να πω για ποιό από όλα, από την πρώτη ως την τελευταία στιγμή. Για όλα. Ο Κύριος γνωρίζει, και εμείς, που γευτήκαμε μίας αληθινής πατρικής παρουσίας.
“Όλους σας, σας ευχαριστούμε. Αυτούς, που κουράστηκαν μαζί μας τις μέρες και τις νύχτες των θεραπειών και του πόνου. Και ιδιαίτερα τους νέους συνεργάτες της εκκλησιαστικής επιτροπής, που σαν αληθινά αδέλφια συνόδεψαν όλο μας τον ανήφορο.
Ευχαριστούμε αυτούς, που ύψωσαν θερμό λόγο ικεσίας στην προσευχή τους για μας να γνωρίζουν, ότι η προσευχή τους μας περιέβαλε ως τείχος απρόσβλητο, σε πολύ δύσκολες στιγμές, που φαίνονταν αξεπέραστες.
Ευχαριστούμε το εξαιρετικό προσωπικό του νοσοκομείου, που αγκάλιασαν το παιδί μας, το φρόντισαν με τόση αγάπη και ευγένεια, του έκαναν πιο εύκολες τις δύσκολες ώρες της νοσηλείας, αφήνοντας και σε μας την γλυκιά αίσθηση, πως το παιδί μας είχε την καλύτερη φροντίδα, που θα μπορούσε να έχει.
Βασίλη, γλυκιά μας λαχτάρα και αγάπη, καλό σου ταξίδι! Σ’ ευχαριστούμε, αγόρι μου γλυκό, για όλα όσα ξέρουμε και γι’ αυτά που δεν μπορούμε να κατανοήσουμε.
Έσυ, που προπορεύεσαι, τώρα πια ξέρεις, πως παίρνεις το βραβείο της άνω κλήσεως, γιατί το πόθησες κι αγωνίστηκες γι’ αυτό.
Καλόν παράδεισο, αγόρι μου, και καλή αντάμωση στην κοινή μας πατρίδα, να μοιραστούμε μαζί σου αυτό που ήδη προγεύεσαι.
  «Που σου, θάνατε, το κέντρον; Που σου, Άδη, το νίκος;». Χριστός Ανέστη!
Πηγή: Περιοδικό ΙΩΑΝΝΗΣ ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ, ΤΕΥΧΟΣ 573, σελ. 181-182.-ΟΜΟΘΥΜΑΔΟΝ

Δευτέρα 10 Δεκεμβρίου 2012

O Δάσκαλος


"... Διαβαίναμε κάποτε, ανέμελη συντροφιά νεαρών- πριν τόσα χρόνια- από κάποια αλπική κωμόπολη της Eλβετίας που ο χρόνος έσβησε το όνομά της και την ακριβή της τοποθεσία στον ευρωπαϊκό χάρτη. Δεν έσβησε όμως το μνημείο της.
       
Ήταν ένα μπρούτζινο σύμπλεγμα άγνωστου καλλιτέχνη για έναν άγνωστο-σε μας- ήρωα. Ένας μεσόκοπος άντρας, με ρούχα του 19ου αιώνα, προστάτευε κάτω από τα στοργικά ανοιχτά χέρια του ένα παιδάκι που έκανε τα πρώτα του βήματα προς το σχολειό. Aυτό ήταν το ηρώο του τόπου. Tίποτε άλλο.

Ένα συντριβάνι διέγραφε εμπρός του κρυστάλλινες αψίδες δόξης και τιμής που αστραποβολούσαν στον καλοκαιριάτικο ήλιο και ένα μπουκέτο από ταπεινά λουλούδια του βουνού, φρέσκα και απαλά σαν δέρμα παιδιού, ήταν ακουμπισμένα στα πόδια του από άγνωστο χέρι ευλαβικού χωρικού.

Eυτυχισμένη χώρα. Aλλά όχι μακάρια. Aιώνες τώρα έχει να γεννήσει ήρωες του πολέμου. Aυτό δεν την εμπόδισε όμως να σηκώσει μνημεία στη μνήμη άλλων ηρώων. Eιρηνικών. Aυτών που δεν πέφτουν μα λιώνουν καθημερινά στα παράμερα εργαστήρια, στις αίθουσες των σχολείων, στην πρωτοπορία του λαού τους. Που σβήνουν και χάνονται και δε μένει πίσω τους τίποτε άλλο που να τους θυμίζει παρά μονάχα το ανώνυμο, θαλερό έργο τους και μια ανάμνηση παιδική από ένα πρόσωπο χαραγμένο με ρυτίδες και με έγνοιες. H φυγή τους, σαν έρθει με ένα πένθιμο αγγελτήριο θανάτου ή με μια ισχνή σύνταξη που είναι χειρότερη κι απ' τον θάνατο, δε γίνεται αισθητή πουθενά γιατί άλλοι στρατιώτες, το ίδιο γενναίοι, το ίδιο σιωπηλοί, έρχονται από πίσω, μπαίνουν στην πρώτη γραμμή και συνεχίζουν τον πόλεμο ήρεμα, αθόρυβα και ακατάβλητα.
       
Nα είχαμε κι εμείς ένα τόπο πλάι στην στήλη των πεσόντων, τέσσερα μόνο τετραγωνικά μέτρα γης, και να υψώναμε το ηρώο του Aνώνυμου Ήρωα της Eιρήνης. Aν είχαμε μια συνέπεια λογική στην ευγνωμοσύνη μας...
       
Ένα ηρώο για το Δάσκαλο Tης Nεβάσκας- Γιάννη Δελίδη τον λέγανε. Ήρθε η κατοχή κι εκεί πάνω στις κορυφογραμμές του Bίτσι την ένιωθες πιο βαριά και πιο σκληρή. Γιατί ήταν ο αέρας του περήφανου βουνού που σου λόγχιζε την ψυχή με τον πόθο της λευτεριάς, ήταν η πείνα ενός τόπου γυμνού που σου ξέσχιζε το στομάχι και ήταν το μαχαίρι του κομιτατζή που σου κάρφωνε το κορμί. Kράτος εκεί ψηλά δεν υπήρχε- ούτε άλλωστε υπήρξε ποτέ. Tο σχολειό, μεγαλοπρεπέστατη μαρτυρία της λεβεντιάς ενός ευεργέτη- του Γιάννη Nίκου- ήταν κοινοτικό, μισθοί για το δάσκαλο δε φτάνανε από την Aθήνα. Kαι να έφταναν τι να τους έκανε;
       
Tο χωριό είχε ερημώσει από την πείνα. Όσοι μπορούσαν ξεχύθηκαν στον κάμπο σαν τις σιταρήθρες να μαζέψουν κανένα ξεχασμένο σπυρί καλαμπόκι. O δάσκαλος εκεί. Mόνος, κατάμονος, αλλά όρθιος.
       
Aπέναντί του ένα ρουμανικό σχολειό με μια χλιδή τροφίμων και με πέντε μονάχα, τους φτωχότερους, μαθητές.
       
Aπειλές, ιλιγγιώδεις για ένα άδειο από μέρες στομάχι, απόπειρες δωροδοκίας, νυχτερινές ενέδρες, άφησαν τον Δάσκαλο απτόητο.
       
Tα ρούχα του- το θυμάμαι- είχαν λιώσει επάνω του μαζί με το μεγάλο κορμί του. Στα πόδια του φορούσε τσόκαρα τυλιγμένα με τσουβάλια, γιατί τα μοναδικά του παπούτσια είχαν μείνει στο δρόμο του καθήκοντος.
       
Δεν υποχώρησε.
       
Kάθε πρωί έσφιγγε πάνω του τα κουρέλια, χτυπούσε ρυθμικά το σήμαντρο, καμπάνιζε πάνω από το παγωμένο χωριό το τραγούδι της Eλλάδας. Kαι τα παιδιά τρέχανε πάνω στα ισχνά ποδαράκια τους προς αυτόν.
       
-Eδώ είμαι- τους έλεγε. Θα νικήσουμε. Δε θα περάσουν.
       
Kαι δεν πέρασαν. Tο σχολειό έμεινε ανοιχτό σ' όλη την Kατοχή, το ρουμάνικο έκλεισε ελλείψει μαθητών.
       
Σ' όλα εκείνα τα δύσκολα χρόνια ο δάσκαλος σκάλιζε τα βράδια στον κήπο του πατάτες, τις έβραζε και τις έτρωγε. M' αυτές, με τις νερόβραστες πατάτες, κράτησε. Nίκησε κι ύστερα χάθηκε. Kάποια σύνταξη τον τύλιξε στην αφάνεια, τον ξαπόστειλε, απόμαχο στο πατρικό του χωριό. Kανείς δεν ξέρει αν ζει ή αν πέθανε. Όπως τόσοι Δάσκαλοι σ' όλη τη χώρα. Kαι τότε και παλιότερα και τώρα..."

Nίκου Mέρτζου, βορεινά υστερόγραφα
Eκδ. MAΛΛIAPHΣ παιδεία

Πέμπτη 18 Οκτωβρίου 2012

Οι άνακτες των χειρών και το χαμένο βασίλειό τους

Του Σαράντου Καργάκου [ιστορικού - συγγραφέα]

Ακούω ότι το μεγαλύτερο σήμερα πρόβλημα των νέων μας είναι η ανεργία. Διαφωνώ. Εδώ και τριάντα χρόνια είναι η ... εργασία. Ο νέος δε φοβάται την αναδουλειά, φοβάται τη δουλειά.Μια οικογενειακή αντίληψη, ότι δουλειά είναι ό,τι δεν λερώνει, επεκτάθηκε και στο νεοσουσουδιστικό σχολείο με ευθύνη των κομμάτων, που για λόγους ψηφοθηρίας απεδύθησαν σε μια χυδαία πολιτική παιδοκολακείας, η οποία μετά τη δικτατορία εξέθρεψε και διαμόρφωσε δύο γενιές «κουλοχέρηδων»...παιδιών δηλαδή που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα χέρια τους -πέρα από τη μούντζα- για καμιά εργασία από αυτές που ονομάζονται χειρωνακτικές, επειδή -τάχα- είναι ταπεινωτικές.

       Κι ας βρίσκεται μέσα στη λέξη «χειρώναξ», σαν δεύτερο συνθετικό το «άναξ» που κάνει τον δουλευτή, τον άνακτα χειρών, βασιλιά στο χώρο του, βασιλιά στο σπιτικό του, νοικοκύρη δηλαδή, λέξη άλλοτε ιερή που ποδοπατήθηκε κι αυτή μες στην ασυναρτησία μιας πολιτικής που έδειχνε αριστερά και πήγαινε δεξιά και τούμπαλιν. Γι' αυτό τουμπάραμε...Κάποτε, ακόμη κι από τις στήλες του περιοδικού αυτού, που δεν είναι πολιτικό με την ευτελισμένη έννοια του όρου, έγραφα πως η ανεργία στον τόπον μας είναι επιλεκτική, ότι δουλειές υπάρχουν αλλά ότι δεν υπάρχουν χέρια να τις δουλέψουν. Κι έπρεπε να κατακλυσθεί ο τόπος από 1,5 εκατομμύριο λαθρομετανάστες, για να αποδειχθεί ότι στην Ελλάδα υπήρχε δουλειά πολλή αλλ' όχι διάθεση για δουλειά. Τα παιδιά -τα μεγάλα θύματα αυτής της ιστορίας- είχαν γαλουχηθεί με τη νοοτροπία του «White color workers».

Έτσι σήμερα το πιο φτηνό εργατικό και υπαλληλικό δυναμικό είναι οι πτυχιούχοι, που ζητούν εργασία ακόμη και στον ΟΤΕ ως έκτακτοι τηλεφωνητές, προσκομίζοντας στα πιστοποιητικά προσόντων ακόμη και διδακτορικά! Γέμισε ο τόπος πανεπιστήμια, σχολές επί σχολών, επιστημονικούς κλάδους αόριστους, ομιχλώδεις και ασαφείς, απροσδιορίστου αποστολής και χρησιμότητας. Πτυχία-φτερά στον άνεμο σαν τις ελπίδες των γονιών, που πιστεύουν ότι τα παιδιά και μόνον με τα «ντοκτορά» θα βρουν δουλειά.Έτσι παράγονται επιστήμονες που είναι δεκαθλητές του τίποτα, ικανοί μόνον για το δημόσιο ή για υπάλληλοι κάποιας πολυεθνικής. Παρ' όλο που γέμισε η χώρα μας τεχνικές σχολές (τι ΤΕΛ, τι ΤΕΙ, τι ΙΕΚ!) οι πιο άτεχνοι νέοι είναι οι νέοι της Ελλάδος. Παίρνουν πτυχίο τεχνικής σχολής και δεν έχουν πιάσει κατσαβίδι οι πιο πολλοί. Δεν ξέρουν να διορθώσουν μια βλάβη στο αυτοκίνητό τους, στο ραδιόφωνο ή στο τηλέφωνό τους. Είναι άχεροι, ουσιαστικά χωρίς χέρια. Τώρα με τα ηλεκτρονικά ξέχασαν να γράφουν, ξέχασαν να διαβάζουν, εκτός φυσικά από «μηνύματα» του αφόρητου «κινητού» τους.

Τούτη η παιδεία, που όχι μόνο παιδεία δεν είναι αλλ' ούτε καν εκπαίδευση, αφού δεν καλλιεργεί καμμιά δεξιότητα, εκτός από την ραθυμία, την αναβλητικότητα και το φόβο της δουλειάς, όχι μόνο δεν καλλιεργεί τον νέο εσωτερικά αλλά τον πετρώνει δημιουργικά σαν τα παιδιά της Νιόβης. Τα κάνει άχρηστα τα παιδιά για παραγωγική εργασία, γιατί ο θεσμός της παπαγαλίας και η νοοτροπία της ήσσονος προσπάθειας, με το πρόσχημα να μην τα κουράσομε, τους αφαιρεί την αυτενέργεια, την πρωτοβουλία, τη φαντασία και την πρωτοτυπία. Το σχολείο, αντί να μαθαίνει τα παιδιά πως να μαθαίνουν, τα νεκρώνει πνευματικά. Δεν τα μαθαίνει πως να σκέπτονται αλλά με τι να σκέπτονται. Έτσι τα κάνει πτυχιούχους βλάκες. Βάζει όρια στον ορίζοντα της σκέψης και των ενδιαφερόντων. Τα χαμηλοποιεί. Τα κάνει να βλέπουν σαν τα σκαθάρια κοντά, κι όχι να θρώσκουν άνω, να έχουν έφεση για κάτι πιο πέρα, πιο τρανό και πιο μεγάλο.

Το έμβλημα πια του ελληνικού σχολείου δεν είναι η γλαύξ, είναι ο παπαγάλος, ο μαθητής - βλάξ που καταπίνει σελίδες σαν χάπια και που θεωρεί ως σωστό ό,τι γράφει το σχολικό. Και το λεγόμενο «σχολικό» είναι συνήθως αισχρό και ως λόγος και ως περιεχόμενο.

Και τολμώ να λέγω αισχρό, διότι πρωτίστως το «Αναγνωστικό» που πρέπει να είναι ευαγγέλιο πνευματικό ειδικά στο Δημοτικό, αντί να καλλιεργεί την αγάπη για τη δουλειά, καλλιεργεί την απέχθεια. Πού πια, όπως παλιά, ο έρωτας για την αγροτική, τη βουκολική και τη θαλασσινή ζωή; Ο ναύτης δεν είναι πρότυπο ζωής. Πρότυπο ζωής είναι ο «χαρτογιακάς». Όσο κι αν ήσαν κάπως ρομαντικά τα παλιά «Αναγνωστικά», καλλιεργούσαν τον έρωτα για τη δουλειά.

Ακούω πως δεν πάει καλά η οικονομία. Μα πώς να πάει, όταν με τη ναυτιλία που προσφέρει το 5,6% του ΑΕΠ ασχολείται μόνο το 1% των Ελλήνων; (Με τον αγροτικό τομέα που προσφέρει το 6,6% του ΑΕΠ ασχολείται το 14,5% του πληθυσμού). Διερωτώμαι, τι είδους ναυτικός λαός είμαστε, όταν αποστρεφόμαστε τη θάλασσα και στα ελληνικά καράβια κυριαρχούν Φιλιππινέζοι, Αλβανοί και μελαψοί κάθε αποχρώσεως; Το σχολείο καλλιεργεί τον έρωτα για την τεμπελιά, όχι για δουλειά. Τα πανεπιστήμια και οι ποικιλώνυμες σχολές επαυξάνουν τον έρωτα αυτό. Πράγματα που μπορούν να διδαχθούν εντός εξαμήνου - και μάλιστα σε σεμιναριακού τύπου μαθήματα - απαιτούν τετραετία! Βγαίνουν τα παιδιά από τις σχολές και δικαίως ζητούν εργασία με βάση τα «προσόντα» τους, αλλά τέτοιες εργασίες που ζητούν τέτοια προσόντα δεν υπάρχουν. Αν δεν απατώμαι, υπάρχουν δύο σχολές θεατρολογίας - πέρα από τις ιδιωτικές θεατρικές σχολές - που προσφέρουν άνω των 300 πτυχίων το έτος. Που θα βρουν δουλειά τα παιδιά αυτά;

Αν όμως το σχολείο από το Δημοτικό καλλιεργούσε την τόλμη, την αυτενέργεια, βράβευε την πρωτοβουλία, την ανάληψη ευθυνών, την αγάπη για την οποιαδήποτε δουλειά ακόμη και του πλανόδιου γαλατά, θα είχαμε κάνει την Ελλάδα Ελδοράδο, όπως έγινε Ελδοράδο για τους εργατικούς Αλβανούς, Βουλγάρους, Πολωνούς, Γεωργιανούς, Αιγυπτίους αλιείς, Πακιστανούς και Ουκρανούς.


Σήμερα αυτοί είναι η εργατική κι αύριο η επιχειρηματική τάξη της Ελλάδος. Κι οι Έλληνες, αφήνοντας την πατρώα γη στα χέρια των Αλβανών που την δουλεύουν, την πατρώα θάλασσα στα χέρια των Αιγυπτίων που την ψαρεύουν, θα μεταβληθούν σε νομάδες της Ευρώπης ή των ΗΠΑ ή θα τρέχουν για δουλειά στην Αλβανία που ξεπερνά σε νόμιμη και παράνομη επιχειρηματική δραστηριότητα όλες τις χώρες της Βαλκανικής. Γέμισαν τα Τίρανα ουρανοξύστες, κτήρια γιγάντια, κακόγουστα μεν, σύγχρονα δε. Περίπου 100 ιδιωτικά σχολεία λειτουργούν στην πρωτεύουσα της χώρας των αετών.

Εμείς αφήσαμε αδιαπαιδαγώγητη την εργατική και την αγροτική τάξη. Στην πρώτη περάσαμε σαν ιδεολογία - θεολογία το σύνθημα «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» και υποχρεώσαμε πλήθος επιχειρήσεις να κλείσουν ή να μεταφερθούν αλλού. Μετά διαφθείραμε τους αγρότες με παροχές χωρίς υποχρεώσεις και τους δημιουργήσαμε νοοτροπία μαχαραγιά. Γέμισε η επαρχία με «Κέντρα Πολιτισμού», όπου «μπαγιαντέρες» κάθε λογής και φυλής άναβαν πούρο με φωτιά πεντοχίλιαρου! Το μπουκάλι με το ουΐσκυ βαπτίστηκε ... αγροτικό! Τώρα, όμως, που έρχονται τα «εξ εσπερίας νέφη» χτυπάμε το κεφάλι μας. Και που να φθάσουν τα «εξ Ανατολής» σαν εισέλθει η Τουρκία στην Ευρωπαϊκή Ένωση! Θα γίνει η Ελλάς vallis flentium (=κοιλάς κλαυθμώνων) και θα κινείται quasi osculaturium inter flentium et dolorum (=σαν εκκρεμές μεταξύ θλίψεως και οδύνης).

Δεν είμαι υπέρ μιας παιδείας που θα υποτάσσεται στην οικονομία. Θεωρώ ολέθριο να χαράσσεται μια εκπαιδευτική πολιτική με κριτήρια οικονομικής αναγκαιότητας. Θεωρώ ολέθρια όμως και την παιδεία που εθίζει τα παιδιά στην οκνηρία, που τα κουράζει με την παπαγαλία και το βάρος αχρήστων μαθημάτων. Το μεγαλύτερο κεφάλαιο της χώρας είναι τα κεφάλια των παιδιών της. Τούτη η παιδεία αποκεφαλίζει τα παιδιά. Τα κάνει ικανά να μην κάνουν τίποτε. Ούτε να βλαστημήσουν. Ακόμη και η αισχρολογία τους περιορίζεται στη λέξη που τα κάνει συνονόματα. Αν τους πεις βρισιά της περασμένης 20ετίας θα νομίσουν ότι μιλάς αρχαία Ελληνικά!

Είναι θλιβερή η εικόνα που παρουσιάζει σήμερα, παρουσίαζε χθες και θα παρουσιάζει κι αύριο η ελληνική κοινωνία: να υπάρχουν άνθρωποι άνω των 65 ετών, άνω των 70 ετών, που, ενώ έχουν συνταξιοδοτηθεί, εργάζονται νυχθημερόν, για να συντηρούν τα παιδιά τους μέχρι να τελειώσουν τις ατελείωτες σπουδές τους, τα παιδιά που λιώνουν τα νιάτα τους στα «κηφηνεία», που πάνε σπίτι τους να κοιμηθούν την ώρα που οι Αλβανοί πάνε για δουλειά, θα μου πείτε, τι δουλειά; Οποιαδήποτε δουλειά, αρκεί να είναι τίμια. Όταν μικροί - ακόμη στο Δημοτικό - μαθαίναμε απέξω τον Τυρταίο (ποιος τολμά σήμερα να διδάξει Τυρταίο;) δεν τον μαθαίναμε για να γίνουμε πολεμοχαρείς αλλά για να νοιώθουμε ντροπή, όταν στην μάχη της ζωής, στην πρώτη γραμμή είναι οι παλαιότεροι, οι «γεραιοί» και οι νέοι κρύβο­νται πίσω από τη σκιά τους. «Αισχρόν γαρ δη τούτο... κείσθαι πρόσθε νέων άνδρα παλαιότερον».

Σήμερα, βέβαια, οι χειρωνακτικές εργασίες ελέγχονται σχεδόν κατ' αποκλειστικότητα από ξένους. Στις οικοδομές μιλούν αλβανικά, στα χωράφια πακιστανικά. Σε λίγο οι χειρωνακτικές επιχειρήσεις θα περάσουν στα χέρια των Κινέζων που κατασκευάζουν ήδη το μεγαλύτερο μέρος των τουριστικών ειδών που θυμίζουν... Ελλάδα. Ακόμη και τις σημαίες μας στην Κίνα τις φτιάχνουν! Κι εμείς; Εμείς, όπως πάντα, φτιάχνουμε τα τρία κακά της μοίρας μας. «Φτιάχνουμε» τη ζωή μας στην τηλοψία, που δίνει τα μοντέρνα πρότυπα οκνηρίας στη νεολαία, ποθούμε μια χρυσίζουσα ζωή σαν αυτήν που προσφέρει το «γυαλί», αγοράζουμε πολυτελή αυτοκίνητα με δόσεις, κάνουμε διακοπές με «διακοποδάνεια», εορτάζουμε με «εορτοδάνεια» και πεθαίνουμε με «πεθανοδάνεια». Έλεγε ο Φωκίων, που πλήρωσε τέσσερις δραχμές τη δεύτερη δόση του κωνείου που χρειαζόταν για να «απέλθει», πως στην Αθήνα δεν μπορεί ούτε δωρεάν να πεθάνει κανείς. Έπρεπε να ζούσε τώρα...

Λυπάμαι που θα το πω, αλλά πρέπει να το πω: το σχολείο, οι σχολές και τα ΜΜΕ σακάτεψαν και σακατεύουν τη νεολαία, γιατί μιλούν συνεχώς για τα δικαιώματά της - δικαιώματα στην τεμπελιά - και ποτέ για υποχρεώσεις, ποτέ για χρέος, ποτέ για καθήκον. Το καθήκον έγινε άγνωστη λέξη.

Πηγή: mynews.gr

ΚΣ

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Το Φως ενός Μάρτυρα


Του Θ. Ι. Ρηγινιώτη

Ένα ακόμη συγκλονιστικό βιβλίο κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ακρίτας. Το βιβλίο του π. Λουκά Βερόνη «Η ελπίδα της Λινέτ – Το άλλο πρόσωπο της σύγχρονης Αλβανίας».
Πρόκειται για το ημερολόγιο μιας μεγάλης πνευματικής αγωνίστριας που κοιμήθηκε στις 27 Αυγούστου 2006, μετά από σκληρή μάχη με τον καρκίνο. Ήταν μια ορθόδοξη χριστιανή από τη Μινεσότα των ΗΠΑ, που είχε έρθει με το σύζυγο και τα παιδιά της στην Αλβανία για να υπηρετήσει τον αλβανικό λαό ως ιεραπόστολος, συνεργαζόμενη με την Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας. Το βιβλίο αποτελεί μια μαρτυρία με τεράστια αξία για το πώς ένας πραγματικός ορθόδοξος χριστιανός της εποχής μας, καθώς και η οικογένειά του, αντιμετωπίζει την ασθένεια και το θάνατο.
Η αρρώστια συνάντησε τη Λινέτ ενώ εκείνη ήδη υπηρετούσε ως ιεραπόστολος στην Αλβανία, που την είχε κάνει δεύτερη πατρίδα της. Κάποιος άλλος θα σκεφτόταν: «Πού είναι η προστασία του Θεού για έναν άνθρωπο που Τον πίστευε και Τον αγαπούσε τόσο πολύ;». Ένας χριστιανός (όπως εκείνη) σκέφτεται κάπως διαφορετικά – δε θα γράψω πώς, για να μη σκανδαλίσω συνανθρώπους μας που ίσως δε θέλουν να σκεφτούν έτσι (λόγω του δικαιολογημένου και ανθρώπινου πόνου τους), αλλά προτιμούν να συντηρούν μέσα τους μια μάταιη οργή κι ένα άδικο παράπονο ενάντια στο Θεό της αγάπης. Απ’ αυτή την οργή και το παράπονο υπάρχει τρόπος να λυτρωθούν, αν το θέλουν, και να βρουν και απαντήσεις. Θα πω μόνο πως υπάρχουν δώρα του Θεού ασύγκριτα μεγαλύτερα και σημαντικότερα από οποιαδήποτε γήινη χαρά.
Το βιβλίο αξίζει να αποχτηθεί και να διαβαστεί από κάθε συνάνθρωπο που παλεύει με τον καρκίνο ή που κάποιοι δικοί του πάλεψαν ή παλεύουν με την επάρατη νόσο. Αλλά αξίζει επίσης να διαβαστεί κι από τους αδελφούς μας που κατάγονται από την Αλβανία, είτε είναι ορθόδοξοι είτε όχι (ας είναι γι’ αυτούς και μια πρόσκληση στην Ορθοδοξία, την πίστη των αγίων). Αλλά και κάθε αναγνώστης του πιστεύω πως θα δει με άλλα μάτια τη ζωή και το θάνατο, το Θεό και την πίστη, την αγάπη, την Αλβανία και τους Αλβανούς, τους «ξένους» και τους δικούς μας.
Στον πρόλογο του βιβλίου, ο αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος γράφει:
«…Είδα τη Λινέτ για τελευταία φορά στην κατασκήνωση των κοριτσιών της Εκκλησίας μας, δέκα μέρες πριν από το θάνατό της. Λεπτή, χαμογελαστή, ακτινοβολούσε ένα μυστικό φως – το φως ενός μάρτυρα. Η Λινέτ είχε τη σφραγίδα του Αγίου Πνεύματος, αφού γνωρίζουμε ότι οι καρποί του Πνεύματος είναι αγάπη, χαρά, ειρήνη, υπομονή, χρηστότης, αγαθοσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτηεια. Με αυτή τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, η Λινέτ αντιμετώπισε την αρρώστια και τον πόνο επί είκοσι μήνες.
Θα τη θυμάμαι πάντα ως μια μάρτυρα έτοιμη να αποδεχθεί ένα άγνωστο μαρτύριο. Αντιμετώπισε τον θάνατο, πρόσωπο προς πρόσωπο, για μια πολύ μακρά περίοδο. Πρώτον, τον συνάντησε με δυνατή πίστη στον Εσταυρωμένο και Αναστάντα Κύριο. Δεύτερον, διατήρησε μια βαθιά και διαρκή ειρήνη. Τρίτον, αντιμετώπισε τη δοκομασία της αποπνέοντας μια αίσθηση ευγνωμοσύνης και αυθεντικής χαράς. Τέλος, παρόλες τις δυσκολίες της, ακτινοβολούσε τη θεία αγάπη, η οποία έτσι μετέδιδε ακόμη περισσότερη πίστη, περισσότερη ειρήνη και περισσότερη αγάπη γύρω της.
Η Λινέτ έγινε ένα υπόδειγμα αγάπης και, όπως είδαμε και κατά τις τελευταίες της μέρες, δημιουργούσε και γύρω της μια ατμόσφαιρα αγάπης.
Θα μπορούσα να ονομάσω τη Λινέτ μια σύγχρονη «μυστική μάρτυρα». Σε άλλες εποχές, οι πιστοί αντιμετώπιζαν τα λιοντάρια και τη φυλάκιση, τον διωγμό και άλλες απειλές. Στην εποχή μας, η απειλή που τόσοι συνάνθρωποί μας αντιμετωπίζουν είναι ο καρκίνος. Ως γενναία, ευγενής ψυχή, η Λινέτ αντιμετώπισε τον θάνατο ψάλλοντας «Τις ημάς χωρίσει από τις αγάπης του Χριστού; Θλίψις ή στενοχωρία;… Πέπεισμαι δε ότι ούτε θάνατος ούτε ζωή… ούτε τις κτίσις ετέρα δυνήσεται ημάς χωρίσαι από τις αγάπης του Θεού της εν Χριστώ Ιησού τω Κυρίω ημών» (προς Ρωμαίους 8, 35-39).
Με τη ζωή της υπογράμμισε ότι «είτε ζώμεν είτε αποθνήσκομεν, του Κυρίου εσμέν» (Ρωμ. 14, 8). Η Λινέτ αντιπροσωπεύει μια ξεχωριστή περίοδο στην ορθόδοξη ιεραποστολική εργασία, καθώς το πρόσωπό της τονίζει τη σημασία των ανθρώπων που μπορούν να εμπνεύσουν με τη ζωή τους. Μια τέτοια μαρτυρία βεβαίως, δεν θα πρέπει να προέρχεται μόνον από τον κλήρο, αλλά και από τους λαϊκούς – άνδρες και γυναίκες εξίσου.
Θέλω να υπογραμμίσω τη σημασία της Λινέτ και της οικογενείας της για την Ορθόδοξη Εκκλησία της Αλβανίας, κατά τα οκτώ χρόνια που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους. Παρά το γεγονός ότι ο θάνατός της είναι μεγάλη απώλεια για μας, αποτελεί όμως και πολύτιμο θησαυρό, μια κληρονομιά. Η μαρτυρία και το παράδειγμα της απόφασής τους να έρθουν στην Αλβανία αποτελεί απόδειξη της αγάπης τους για το Χριστό και της υπακοής τους σ’ Αυτόν. Οπωσδήποτε, το να έρθουν εδώ ως ιεραπόστολοι δεν ήταν κάτι τόσο εύκολο. Ως ξένοι, αντιμετώπισαν πολλές δυσκολίες και πολλούς κινδύνους. Ωστόσο, ήταν αρκετό γι’ αυτούς να ακολουθήσουν τον Χρισό και να υπακούσουν στην τελευταία Του εντολή, «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Κατά Μαρθαίον 28, 19). Αυτή ήταν η δική τους έμπνευση.
Η Λινέτ ήταν υπόδειγμα αφοσιωμένης συζύγου. Ο Νέιθαν παρέμεινε κοντά της, ένα πρόσωπο με βαθιά αγάπη, τρυφερότητα και αφοσίωση προς όλη του την οικογένεια. Μαζί με τα δύο τους αγαπημένα παιδιά, τον Τριστάν και την Κάθριν, συμμετείχαν μαζί μας, κατά τα τελευταία οκτώ χρόνια, σε όλα τα προβλήματα της ζωής εδώ στην Αλβανία. Ήρθαν, όταν πολλοί άλλοι έφευγαν μετά το χάος και την αναρχία του 1977, και έζησαν με απλότητα, ταπείνωση, καθαρή καρδιά, ευσπλαχνία και ειρήνη. Εργάστηκαν ανάμεσα στους νέους, επιμελήθηκαν διάφορες εκδόσεις της Εκκλησίας, στις οποίες περιλαμβάνεται και το βιβλίο «Η Ανάσταση της Αλβανικής Εκκλησίας», και βοήθησαν με ποικίλους άλλους τρόπους.
Στο τελικό στάδιο της μάχης της με τον καρκίνο, η Λινέτ και ο Νέιθαν αποφάσισαν να επιστρέψουν στην Αλβανία ώστε να πεθάνει εδώ ή μάλλον από εδώ να περάσει εκ του θανάτου εις την ζωήν. Επιθυμία της ήταν να ταφεί στην Αλβανία ως διαρκές σύμβολο της αγάπης για τον Χριστό, ο οποίος είναι ισχυρότερος από τον θάνατο. Προσωποποίησε έτσι, με την πράξη αυτή, τον μυστικό θησαυρό της Ορθόδοξης Εκκλησίας, που είναι ο οικουμενικός της χαρακτήρας.
Είμαστε ευγνώμονες στη Λινέτ, στον Νέιθαν, στα παιδιά τους. Είμαστε ευγνώμονες στην οικογένειά της, που ανέθρεψε την αγαπημένη μας Λινέτ με τόση αγάπη και στη συνέχεια στήριξε την απόφασή της όχι μόνον να έρθει στην Αλβανία ως ιεραπόστολος, αλλά και να επιστρέψει εδώ για το τελευταίο της ταξίδι. Πολύ συχνά, οι οικογένειες δημιουργούν προβλήματα, προσπαθώντας να εμποδίσουν τους αγαπημένους τους να έρθουν εδώ. Η Λινέτ θα είναι τώρα η πρέσβειρά μας στον ουρανό μαζί με όλες τις άγιες γυναίκες από την Αλβανία, που κι αυτές πρόσφεραν τη δική τους δυνατή μαρτυρία τις προηγούμενες δεκαετίες.
…Αν θέλουμε να τιμήσουμε τη Λινέτ, είναι ανάγκη να προσπαθήσουμε να τη μιμηθούμε – να μιμηθούμε τη βαθιά της πίστη στην Αγία Τριάδα, την απέραντη αγάπη της για τον Χριστό, τη στοργή και την καλοσύνη της προς όλους, τον ήρεμο και ταπεινό τρόπο με τον οποίο υπηρέτησε την Εκκλησία, τη χαρούμενη διάθεσή της, το θάρρος και την υπομονή της κατά τις δυσκολότερες ώρες της ζωής της… Αποτίνουμε αυτό το τελευταίο «χαίρε» όχι με αισθήματα θλίψης και πόνου, αλλά μέσα σε μια ατμόσφαιρα ελπίδας και αναστάσεως, επειδή γνωρίζουμε ότι η Λινέτ είναι στα χέρια του Θεού.»
Η αρχή του βιβλίου (εισαγωγή του επιμελητή π. Λ. Βερόνη)
«Τώρα πρέπει να εφαρμόσουμε όλα όσα διδάξαμε τους άλλους» έγραψε η Λινέτ Χοπ στο ημερολόγιό της. «Με κατέταξαν στο 4ο στάδιο του καρκίνου (από τα 4 που υπάρχουν). Οι προοπτικές μου είναι μάλλον δυσοίωνες. Ωστόσο, παραμένω ευτυχισμένη και αισιόδοξη και θέλω να περάσω όσα χρόνια ο Θεός μου παραχωρήσει με χαρά και ευγνωμοσύνη, υπηρετώντας Τον όπως και όπου μπορώ».
Τα λόγια αυτά έγραψε η Λινέτ λίγες μέρες αφούτου ανακάλυψε τη σοβαρότητα της ασθένειάς της, όταν, μαζί με τον σύζυγό της Νέιθαν, ξεκίνησε ένα απίστευτο ταξίδι πίστης, μέσα από το οποίο άγγιξε τις καρδιές αμέτρητων ανθρώπων. […]
Η σύζυγός μου Φέιθ και εγώ είχαμε το προνόμιο να είμαστε κοντά στην Λινέτ Χοπ κατά την τελευταία εβδομάδα της ζωής της. Και αυτή και ο Νέιθαν μας εξέπληξαν με τον τρόπο που αντιμετώπιζαν την ασθένεια, τον πόνο και τον θάνατο. Κατά την πτήση μας προς Αλβανία, στις 20 Αυγούστου, μια βδομάδα πριν η Λινέτ πεθάνει, η Φέιθ κι εγώ ξαναδιαβάσαμε όλες τις σημειώσεις του ημερολογίου της, τις οποίες είχε γράψει κατά τους είκοσι μήνες της ασθένειας για την ιστοσελίδα www.prayforlynett.org. Νιώσαμε για άλλη μια φορά την ίδια συγκίνηση και ευλογία όπως όταν τις είχαμε πρωτοδιαβάσει. Είπα στη γυναίκα μου: «Αυτό το ημερολόγιο πρέπει να δημοσιευτεί, ώστε και άλλοι να ενθαρρυνθούν και να ωφεληθούν όπως εμείς».
Ζήσαμε, βέβαια, την όμορφη χριστοκεντρική μαρτυρία της Λινέτ από την αρχή της ιεραποστολικής διακονίας της. Καλωσορίσαμε τοους Χοπ στην Αλβανία, όταν ήρθαν ως ιεραπόστολοι στην Ορθόδοξη Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Αλβανίας, το 1998. Υπηρετήσαμε ως συνεργάτες στην ιεραποστολή για περισσότερα από εφτά χρόνια. Ζήσαμε μαζί τον πόλεμο του Κοσόβου και άλλες δύσκολες περιόδους και πάντα σεβόμαστε και θαυμάζαμε την πίστη και τη μαρτυρία τους στις κρίσιμες στιγμές. Είδαμε και γευθήκαμε την αγάπη και τη φιλοξενία τους.
Από τη στιγμή που η Λινέτ ανακάλυψε ότι έπασχε από καρκίνο, τον Δεκέμβριο του 2004, μέχρι τον θάνατό της στις 27 Αυγούστου 2006, διατηρήσαμε συνεχή επαφή με το τηλέφωνο ή με επισκέψεις – η οικογένεια Χοπ ήρθε στο σπίτι μας στη Νέα Αγγλία και εμείς τους επισκεφθήκαμε στη Μινεσότα. Για μας, ο Νέιθαν και η Λινέτ ήταν οι πιο αγαπημένοι φίλοι μας.
Μολονότι πάντοτε εκτιμούσαμε την πίστη τους στη διάρκεια των ετών που συνυπηρετήσαμε, κατά την πορεία της με την ασθένεια, όμως, και κατά τους τελευταίους μήνες της ζωής της, γίναμε μάρτυρες μιας πίστης γνήσιας, πολυτιμότερης από το χρυσάφι που έχει δοκιμαστεί από τη φωτιά και έχει εξαγνιστεί, ώστε να μοιάζει με την πίστη εκείνοι που ακτινοβολούν οι άγιοι της εκκλησιαστικής μας ιστορίας. Η Λινέτ και ο Νέιθαν έζησαν και αντιμετώπισαν τον θάνατο εν Χριστώ, με πίστη, χαρά, αγάπη και ειρήνη και έδωσαν έτσι ένα αληθινά αξέχαστο παράδειγμα σε αμέτρητους ανθρώπους.
Κλείνω με ένα απόσπασμα από τη σελ. 30: «Όταν τελικά το σώμα της εναποτέθηκε στη γη… ο Νέιθαν χαιρετούσε με το «Χριστός ανέστη» όσους πλησίαζαν για να τον συλλυπηθούν. Πολλοί έλεγαν ότι ο Νέιθαν παρηγορούσε εμάς αντί να τον παρηγορούμε εμείς».
Ας είναι αιώνια η μνήμη όλων των ανθρώπων που πάλεψαν με τον καρκίνο. Μακάρι να τους συναντήσουμε στον παράδεισο ως αγίους και μάρτυρες.
Εδώ μπορείτε ν’ ακούσετε μια ραδιοφωνική παρουσίαση του βιβλίου: http://apantaortodoxias.blogspot.com/2011/06/h_15.html, ενώ εδώ να διαβάσετε την περιπέτεια μιας άλλης ορθόδοξης οικογένειας, που έχασε την οχτάχρονη κόρη της μετά από μάχη με τον καρκίνο και που το αντιμετώπισε κάπως διαφορετικά: http://o-nekros.blogspot.com/2011/08/8.html.
Θ. Ι. Ρηγινιώτης

Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

Η κόρη του Χότζα

 

Η κόρη του Χότζα. Μία Πραγματική ιστορία με κρυπτοχριστιανούς.

Αντιγραφή από www.fdathanasiou.wordpress.com

Όλη τη μέρα γύριζε ανάμεσα στα δεμένα καράβια. Κατέβαινε στο λιμάνι κι έφευγε το μεσημέρι. Πάλι τ’ απόγιομα για να αποτραβηχτεί το δειλινό. Την άλλη μέρα πάλι το ίδιο. Μόνο σαν είχε κάποια δουλειά ή τις ώρες που ήταν στο τζαμί έλειπε απ’ την προκυμαία. Τον υπόλοιπο καιρό ήταν συνεπής στο δρομολόγιό του.

«Τι θέλεις χότζα στο λιμάνι;» Τον ρώτησε κάποιος.

«Μιλώ με τα καράβια», αποκρίθηκε. «Φέρνουν μηνύματα απ’ όλο τον ντουνιά».

Ήταν και μέρες που δεν φαινότανε καθόλου. Τότε όλοι καταλάβαιναν. Ο χότζας είναι άρρωστος. Κάτι έλειπε απ’ το λιμάνι της Τραπεζούντας.

Οι κινήσεις του κάθε φορά ήταν οι ίδιες. Είχαν μια στερεότυπη επανάληψη. Στην αρχή κοιτούσε από μακριά όλα τα πλοία. Λες κι ήθελε να τα χωρέσει όλα η ματιά του. Ύστερα, σκυφτός, με τα χέρια πίσω, σεργιάνιζε απ’ τη μια άκρη ίσαμε την άλλη. Σε κάθε πλεούμενο στεκότανε προς στιγμή, σαν να το καλημέριζε. Μετά προχωρούσε στο άλλο. Αν σε κάποιο δούλευε το τσούρμο, φόρτωνε, ξεφόρτωνε, μερεμέτιζε, έμενε πιο πολύ παρατηρώντας την κάθε εργασία. Οι ντόπιοι τον ήξεραν και δεν τους πείραζε. Οι άλλοι έδειχναν την ενόχλησή τους. μερικοί, οι πιο νευρικοί, τον έδιωχναν. Τότε κατέβαζε το κεφάλι και για πολλή ώρα ήταν φαρμακωμένος. Εκείνες τις στιγμές μέτραγε τους φίλους του, που άρχιζαν τ’ αστεία για να τον κάνουν να ξεχάσει. Να του πάρουν την πίκρα.

Τους ναυτικούς τους γνώριζε με τα μικρά τους ονόματα. Ακόμη πιο πολύ γνώριζε τις έγνοιες και τα βάσανά τους. Καθώς περιδιάβαζε στο μελίσσι του λιμανιού, σταματούσε εκεί που είχε χτυπήσει ο πόνος.

«Τι κάνει Μεχμέτ το παιδί σου;» ρωτούσε.

«Ψήνεται χότζα».

«Πως ξημερώθηκε;»

«Χάλια».

«Να το πας στο γιατρό. Με τα γιατροσόφια δεν κάνεις τίποτα».

«Αχ χότζα! Θέλει παράδες. Που να τους βρω;»

«Έλα στο σπίτι να τα πούμε».

«Θα έρθω». Μια αχτίδα ελπίδας άρχιζε να φαίνεται.

Άλλον τον φώναζε κοντά. Να μην ακούσουν οι γύρω.

«Πως τα βολεύεις;»

«Κάτι γίνεται χότζα μου. Δόξα στον Αλλάχ».

«Όσκελντιν. Σε σκεφτόμουν ψες βράδυ. Σ’ είχα έγνοια».

«Φχαριστώ χότζα μου». Γλυκαινότανε η καρδιά του που κάποιος τον είχε έγνοια.

Τους ξένους δεν αργούσε να τους γνωρίσει. Συνήθως δίχως δυσκολία. Ήταν όμως και μερικοί που, όχι μόνο δεν απαντούσαν στα καλωσορίσματα του, μα έδειχναν τον κακό χαρακτήρα τους. Άλλοι πάλι τον σιχτίριζαν μόλις τον έβλεπαν απρόσκλητο στο καράβι τους. Πάλι το φαρμάκι ανέβαινε στο στόμα του.

Ήταν πρωί, κοντά στις δέκα, όταν μπήκε στο λιμάνι το τρικάταρτο μπρίκι με την ελληνική σημαία. Ο χότζας έκανε τον καθημερινό του περίπατο κι όλα γύρω είχαν πάρει τη συνηθισμένη όψη τους. τα πληρώματα ήταν στις δουλειές τους. Οι πραματευτάδες συζητούσαν με τους καπεταναίους και τους ατζέντηδες. Οι βαστάζοι μεταφέρανε τα εμπορεύματα και πιο κει οι ξέμπαρκοι έψαχναν για δουλειά. Το ελληνικό καράβι πλησίασε στο μώλο κι άρχισε τις μανούβρες για να δέσει. Απ’ τη γέφυρα ακουγόταν ο καπετάνιος να δίνει όρντινα ανάμεσα σε βρυχηθμούς και βλαστήμιες κι έξω οι εργάτες αγωνίζονταν να περάσουν τους κάβους στις δέστρες. Ο χότζας, γιομάτος χαρά, καθόταν πιο πέρα. Δεν χόρταινε να βλέπει τους ναυτικούς και γελούσε σαν μικρό παιδί με τα διάφορα απρόοπτα. Πίσω του τα πειραχτήρια του λιμανιού, δείχνοντας κοροϊδευτικά, ξεσήκωσαν τις κινήσεις και τα γέλια του.

Όταν πια έδεσε το καράβι βγήκε ο καπετάνιος και πήγε να παρουσιασθεί στο λιμενάρχη, τον «λιμάν ρεΐση». Μαζί του κι ο γραμματικός με τα πασαπόρτια και τα έγγραφα του καραβιού. Πέρασαν δίπλα του. Τους κοίταξε καλά και τους χαιρέτησε:

«Καλώς μας ήρθατε! Καλώς μας ήρθατε! Είχατε καλό ταξίδι;»

Ούτε που έκαναν τον κόπο να τον κοιτάξουν.

Μέχρι να γυρίσουν, κανείς απ’ το πλήρωμα δεν μπορούσε να βγει στη στεριά. Δυο – τρείς μάζευαν τις σαλαμάστρες κι οι λοιποί, ακουμπισμένοι στην κουπαστή, περιεργάζονταν τον έξω κόσμο. Του φάνηκαν σαν παραπονεμένα παιδιά, τιμωρημένα απ’ το γονιό τους σε περιορισμό. Πήγε κοντά κι άρχισε να τους μιλάει, όπως έκανε και σ’ άλλες παρόμοιες περιπτώσεις. «Καλώς τα παιδιά». «Πώς ήταν το ταξείδι;» «Τι καλά μας φέρατε;»

Κανείς τους δεν απάντησε. Έδειχναν να μην καταλαβαίνουν τη γλώσσα του. Συνέχισε όμως να ρωτά, ώσπου κάποιος ναύτης έβαλε τη φωνή:

«Κωνσταντή. Κόπιασε να δεις τι θέλει τούτος δω!»

Ο Κωνσταντής ξεπρόβαλε στο κατάστρωμα. Τον κοίταζε ερευνητικά και μετά πλησίασε στην κουπαστή.

«Θες τίποτα;» τον ρώτησε στα τούρκικα.

«Καλώς ήρθατε. Πως ήταν το ταξίδι; Καλό;» ρώτησε, χαμογελώντας.

Ο άλλος τον κοίταξε ξαφνιασμένος. «Που ξεφύτρωσε τούτος;» αναρωτήθηκε.

«Αχ καημένε» του απάντησε. «Μακριά από το σπίτι σου πουθενά δεν είναι καλά».

Αυτό ήταν. Βρήκε κάπου να κρατηθεί. Πλησίασε ακόμη λίγο κι άρχισε τις ερωτήσεις. Πόσα χρόνια ταξιδεύεις; Έχεις οικογένεια; Μάνα; Πατέρα; Ήξερε να κάνει τον άλλο ν’ ανοίγεται.

Πέρασε η ώρα κι ο χότζας δεν έλεγε να ξεκολλήσει. Μετά τον Κωνσταντή ήταν η σειρά του καπετάν Θανάση. Μπήκε στην κουβέντα και το τζόβενο ο Λευτεράκης, παιδί αμούστακο, που νοσταλγούσε τη μάνα του. Για όλους είχε έναν καλό λόγο. Ένα βάλσαμο.

Κοντά στο μεσημέρι γύρισαν ο καπετάνιος κι ο γραμματικός. Μαζί τους ήταν κι ο βαρδιάνος, ο επιστάτης ο καραντίναζης, ο αρμόδιος για την καραντίνα, να ψάξει να δει όλο το καράβι και το πλήρωμα, μήπως φέρνουν καμιά αρρώστεια. Αν ναι, θα τόστελνε μακριά για ν’ αποφύγει ο τόπος τις επιδημίες. Όμως όλα πήγανε καλά, κι ήρθε η σειρά του τελώνη, του γιουρμπουρλή. Νευρικός, όπως πάντα, βλοσυρός, ανέβηκε να φορολογήσει το φορτίο. Μια διαδικασία που μπορούσε να κρατήσει από λίγα λεπτά, ίσαμε δυο και τρείς ώρες. Ανάλογα πόσο κουβαρντάς ήταν ο καπετάνιος. «Έπεσε το πεσκέσι» σκέφτηκε ο χότζας. Δεν πρόκαμαν ν’ ανέβουν κι ο τελώνης έβγαινε χαρούμενος. Στάθηκε λίγο στη σκάλα, σήκωσε το χέρι και χαιρέτησε όλο το πλήρωμα. Μετά, όταν πάτησε στη στεριά στράφηκε στο χότζα.

«Καλημέρα χότζα μου» του φώναξε κεφάτος. «Τι κάνουν στο σπίτι;»

Χωρίς να περιμένει απάντηση προχώρησε γελώντας. Ο άλλος τον παρακολουθούσε μέχρι ν’ απομακρυνθεί. Μετά πλησίασε πάλι το καράβι.

«Τι μας φέρατε εφέντη ’μ;» ρώτησε τον Κωνσταντή.

«Λάδι χότζα μου, ελιές και σαπούνι απ’ την Κρήτη» του αποκρίθηκε εκείνος.

«Κατάλαβα» έκανε με νόημα.

Έτσι εξηγείται η χαρά του γιουμπρουλή. Φέτος η ντόπια παραγωγή δεν πήγε καλά κι υπάρχει έλλειψη. Θα πληρώθηκε. Λοιπόν, γερά για να βγει το εμπόρευμα. Πλούσιο θάναι και το πεσκέσι που θα πάει σπίτι του. Τόσον καιρό που γυρόφερνε στο λιμάνι είχε μάθει πως γίνεται ο τελωνειακός έλεγχος.

Είχε περάσει η ώρα όταν πήρε το δρόμο για το μαχαλά του. Ήταν χαρούμενος και σιγοψιθύριζε ένα σκοπό. Μια δύναμη τούδινε φτερά στα πόδια και βάδιζε στον ανήφορο καμαρωτός. Λίγοι διαβάτες, που τον συναπάντησαν, τον κοίταζαν με περιέργεια. Τους χαιρέτησε κεφάτος και συνέχισε το δρόμο του. Πριν περάσει το Μεγάλο Κάστρο, που έστεκε βιγλάτορας σ’ ολάκερη την πόλη, γύρισε κι αγνάντευε στο λιμάνι. Το βλέμμα του στάθηκε κατά κει, όπου ήταν το νιοφερμένο καράβι. Ένοιωσε ένα κομμάτι της καρδιάς του να έχε μείνει σ’ αυτό. Θα γύριζε τ’ απόγιομα να τ’ ανταμώσει.

Το ξένο καράβι έμεινε στην Τραπεζούντα πολλές μέρες. Οι έμποροι, μόλις μαθεύτηκε τι φορτίο είχε, έδειξαν μεγάλο ενδιαφέρον. Πήγαν και ζήτησαν όλο το εμπόρευμα. Ο καπετάνιος, όμως, κράτησε πενήντα σακιά σαπούνι και δέκα βαρέλια ελιές. Προτιμούσε, λέει, να τα πουλήσει μόνος του, να πιάσει καλύτερη τιμή. Έτσι κάθε πρωί ξεκίναγε μαζί με το γραμματικό, έπαιρνε ο καθένας δυο – τρείς απ’ το τσούρμο, για βαστάζους, κι άρχιζαν να γράφουν χιλιόμετρα μέσα στους μαχαλάδες. Το βράδυ γύριζαν με τις τσέπες να φουσκώνουν απ’ τους παράδες.

Τετάρτη, μέρα αγοράς. Το λιμάνι έγινε το κέντρο του κόσμου. Ένα πλήθος απίθανων συνδυασμών περιφερότανε από τη μιαν άκρη ίσα με την άλλη. Τούρκοι, χριστιανοί, εβραίοι σπρώχνονταν, φώναζαν, παζάρευαν. Ανάμεσά τους καμήλες, φορτωμένες με ό, τι μπορεί να φανταστεί κανείς, προχωρούσαν τεμπέλικα ή γονάτιζαν εκτοπίζοντας όσους είχαν την τύχη να βρεθούν γύρω τους. Πιο κει βουβάλια, σέρνοντας παραγεμισμένους αραμπάδες, περνούσαν μέσα στο πλήθος, έσπρωχναν πατούσαν, έριχναν τους πάγκους με τις πραμάτιες. Στη στιγμή άρχιζε ο καβγάς. Την ώρα αυτή περίμεναν και τα χαμίνια του λιμανιού να κάνουν τις δικές τους προμήθειες. Γύρω τους κυκλοφορούσαν αδιάφοροι, νυσταγμένοι, οι νιζάμηδες με τις μπλε στολές και τις άσπρες σταυρωτές ζώνες. Οι άνθρωποι του πασά με τα κόκκινα χιτώνια. Κι οι τουρκάλες τυλιγμένες στ’ άσπρα. Με επιμέλεια έκρυβαν όλο το σώμα τους έκτος απ’ τα γιομάτα σαγήνη μάτια.

Ο καπετάνιος σκέφτηκε να εκμεταλλευτεί την περίσταση. Έβγαλε, γρήγορα, τα βαρέλια και τα σακιά που τούχαν απομείνει, ενώ ο γραμματικός, με το πλήρωμα, ξελαριγγιάζονταν μέσα στο πανδαιμόνιο:

«Κιρίτ σαπουνιού, κιρίτ σαπουνιού».

Μετά, αφού είδε πως η δουλειά πήγαινε καλά, πήρε κι αυτός ένα καλάθι με σαπούνι και στάθηκε στην άλλη μεριά της αποβάθρας. Σε λίγη ώρα το καλάθι κόντευε ν’ αδειάσει. Κάποια στιγμή, κι ενώ μέτραγε τα χρήματα που του έδωσαν δυο τουρκάλες, είδε το χότζα να τον παρακολουθεί. «Πάλι αυτός;» σκέφτηκε. Μετά, σαν έφυγαν οι πελάτισσες, τον είδε να πλησιάζει, να παίρνει ένα σαπούνι, να το κοιτάζει καλά και να το μυρίζει.

«Τα θέλω όλα παιδί μου» του λέει. «Θα μου τα φέρεις στο σπίτι;»

Άστραφτε το πρόσωπο του καπετάνιου. Αναπάντεχο το ξεπούλημα! Δεύτερη κουβέντα, δεν περίμενε.

«Μετά χαράς» απάντησε, κι αμέσως ζαλώθηκε το καλάθι.

Μπροστά ο χότζας πίσω ο ξένος ναυτικός, πήραν το Ουζούκ σοκάκ, το δρόμο για το Κάστρο. Πέρασαν το μεγάλο χείμαρο, τον Κουργκούν, και μπήκαν στο Ίτς Καλέ, τον τουρκομαχαλά. Μόλις διάβηκαν την καστρόπορτα φάνηκε δεξιά το Ορτά Χισάρ, το τζάμι που πριν τους Τούρκους ήταν εκκλησιά βυζαντινή. Παναγία η Χρυσοκέφαλος.

Εκεί στάθηκαν λίγο να ξαποστάσουν κι ύστερα συνέχισαν το δρόμο τους. Έστριψαν μια – δυο φορές κι έφτασαν στη μεγάλη πόρτα. Ο χότζας την άνοιξε και πέρασαν σε μια αυλή γεμάτη λουλούδια και δέντρα. Σ’ έναν ανθισμένο κήπο. Ο τούρκος προχώρησε στο βάθος, προς το σπίτι, κι ο καπετάνιος στάθηκε κει μπροστά περιμένοντας να πάρουν το σαπούνι. Καθώς αργούσαν κάθισε σ’ ένα πεζούλι να ξαποστάσει. Η ζέστη ειχ’ αρχίσει για τα καλά κι είχε ιδρώσει στην ανηφόρα. Άναψε τσιγάρο και γυρόφερνε τα μάτια του. Μπροστά του ένας φαρδύς διάδρομος οδηγούσε στο σπίτι, στο βάθος της αυλής. Δεξιά κι αριστερά δυο μικρότεροι, έφερναν στις πλευρές του κήπου. Στη μια άνθιζε κάθε λογής λουλούδι, ενώ στον τοίχο ο κισσός ανέβαινε ανάλαφρος, υφαίνοντας ένα καταπράσινο χαλί. Στην άλλη απλώνονταν σε παράταξη, τα φρουτόδεντρα με τα κλαδιά κατάφορτα, γυρμένα στο έδαφος. Βερυκοκιές, κερασιές, αχλαδιές προετοίμαζαν της απόδοση της κυοφορίας τους.

Την ώρα που παρατηρούσε τις μέλισσες να ερωτοτροπούν στ’ άνθη, είδε το χότζα να βγαίνει απ’ το σπίτι και να του κάνει νόημα να πλησιάσει πιο κοντά. Σηκώθηκε, έτοιμος να παραδώσει το εμπόρευμα, να πληρωθεί και να γυρίσει στο καράβι του. δεν είχε σκοπό να μπει πιο μέσα. Στο τουρκόσπιτο. Ας ερχόταν αυτός εκεί έξω. Ο άλλος, σαν να κατάλαβε τους δισταγμούς του, πήγε τελικά στο μέρος του. Τον έπιασε φιλικά απ’ το μπράτσο και του μίλησε, χαμηλόφωνα, στα ελληνικά:

«Πάρε παιδί μου το καλάθι σου κι έλα μέσα».

Τον κοίταξε ακίνητος, ξαφνιασμένος. Σαν να μη πίστευε στ’ αυτιά του. Σταμάτησε το μυαλό του και προς στιγμή αναρωτήθηκε αν άκουσε καλά. Πραγματικά μίλησε ο χότζας ή κάποια άγνωστη φωνή, στο υποσυνείδητό του;

«Έλα παιδί μου. Πάμε μέσα».

Ο χότζας συνέχιζε να του μιλάει ελληνικά.

Μηχανικά πήρε το καλάθι και προχώρησε προς το σπίτι. Στην πόρτα στάθηκε. Ήξερε πως δεν επιτρέπεται σ’ ένα χριστιανό να μπει σε σπίτι τούρκου. Σαν να κατάλαβε κάτι ο συνοδός του, τον ακούμπησε στην πλάτη και του είπε ευγενικά:

«Έλα παιδί μου, βρίσκεσαι σε σπίτι χριστιανικό! Μη σε ξεγελάει το εξωτερικό μας».

Μπήκαν σ’ ένα καθιστικό, όπου βασίλευε η τάξη, αντάμα με την καθαριότητα. Στους τοίχους όμορφες, πολύχρωμες πάντες, παρίσταναν ναυμαχίες και ήρωες. Γύρω χαμηλά μιντέρια, με φουσκωτά μαξιλάρια και στη μέση ένας σοφράς καλυμμένος με βελούδινο, βυσινί, τραπεζομάντιλο. Το πάτωμα σκεπασμένο, μ’ ένα μεγάλο περσικό χαλί, που έκανε το πόδι να βυθίζεται ηδονικά στην απαλότητά τους.

«Είσαι σε σπίτι χριστιανικό» επανέλαβε ο χότζας κι ένα χαμόγελο άστραψε στο πρόσωπό του.

Ήταν το ίδιο χαμόγελο που είδε εκείνο το πρωινό, όταν έφτασε στην Τραπεζούντα. Ήταν το ίδιο χαμόγελο που έβλεπε κάθε πρωί στην προβλήτα, απέναντι απ’ το καράβι του. «Ο άνθρωπος αυτός ξέρει να σε σκλαβώνει», σκέφτηκε.

«Φαινόμαστε μουσουλμάνοι, μα είμαστε χριστιανοί» συνέχισε ο χότζας. «Έχεις ακούσει για τους κλωστούς, τους κρυπτοχριστιανούς; Έ; Δεν έχεις;» ρώτησε.

Έγνεψε καταφατικά. Κάτι είχε ακούσει, μα που θυμόταν λεπτομέρειες! Ήταν κι αυτό σαν όλα όσ’ ακούμε κάθε μέρα. Ελάχιστα απ’ αυτά γράφονται στη θύμησή μας. Τα πιο πολλά περνούν σα εικόνες, σαν κάτι το φευγαλέο, το άπιαστο. Όταν άκουσε κάποιον να μιλά για τους κλωστούς, ούτε που περίμενε να τους συναντήσει. Γι’ αυτό, ακούγοντας το χότζα, νόμισε πως ξεπέρασε τα όρια της πραγματικότητας.

«Πριν χρόνια γιέ μου» συνέχισε ο γέρος κρυφοχριστιανός «οι παππούδες μας αναγκάστηκαν ν’ αλλάξουν θρησκεία για να ζήσουν. Άλλαξαν όμως, μόνο εξωτερικά.

Κρυφά, μέσα στην καρδιά τους, έμειναν χριστιανοί. Όλοι τους πίστευαν για μουσουλμάνους, μα δεν ήταν. Τη νύχτα ξαναγινόντουσαν χριστιανοί. αμοίφθηκαν με πολλά πλούτη, με τιμές, με αξιώματα. Έχτισαν μέγαρα ζηλευτά. Όμως στα υπόγεια των αρχοντικών τους, έκαναν κρυφές εκκλησιές. Άλλαξε την πίστη του κι ο παπάς τους. Η εκκλησιά τους γίνηκε τζαμί, περάσαμε πριν και της είδαμε, κι αυτός χότζας. Στα κρυφά, όμως, έμεινε χριστιανός και με την άδεια του δεσπότη, παπάς. Κι η παράδοση συνεχίζεται ίσαμε τώρα. Απ’ αυτή τη φαμίλια κρατώ κι εγώ».

Ο καπετάνιος άκουγε απορημένος. Πολλά ερωτήματα τριβέλιζαν το μυαλό του. Άρθρωσε μόνο ένα:

«Οι Τούρκοι, πως δεν σας ανακάλυψαν τόσα χρόνια;»

«Έχει φυλάξει ο Θεός! Χρόνια τώρα ρίχνει στάχτη στα μάτια τους. Αν και γνωρίζουν την ύπαρξή μας, δεν έχουν πιάσει κανένα. Παλιότερα, λένε πως κάποιον ανακάλυψαν και του έκαναν μεγάλα βασανιστήρια. Μαρτύρησε για το Χριστό. Από τότε προσέχουμε. Είναι ένας αγώνας που τον μαθαίνουμε από παιδιά».

Μιλούσε ακόμη ο γέροντας, όταν άνοιξε η πόρτα και φάνηκε μια νέα κοπέλα, που κρατούσε ένα δίσκο με καφέ, γλυκό και νερό. Πίσω της ερχόταν μια μεσόκοπη. Τον καλημέρισαν στα ελληνικά. Ο χότζας έκανε τις συστάσεις –« Η γυναίκα μου κι η θυγατέρα μου»- και συνέχισε τις ιστορίες από τη ζωή τους. Εκείνες ακούμπησαν το δίσκο στο χαμηλό σοφρά και κάθισαν μαζί τους. Χωρίς να το επιδιώξει, τα μάτια του καρφώθηκαν στο όμορφο πρόσωπο της κοπέλας. Κι όσο προσπαθούσε να κοιτάξει αλλού τόσο μια δύναμη τραβούσε το βλέμμα του πάνω της.

«Έτσι παιδί μου πορευτήκαμε τόσα χρόνια». Ο χότζας τέλειωνε τη διήγηση. «Από δω και πέρα τι θα γίνει, μόνο ο Θεός ξέρει».

«Και κάνετε λειτουργίες εδώ, στο σπίτι;» ρώτησε.

Ο γέροντας σηκώθηκε.

«Σου φαίνεται απίστευτο;» το είπε. «Έλα μαζί μου».

Τον κοίταξε χωρίς να κουνήσει απ’ τη θέση του. Η πρόσκληση, για κάτι το άγνωστο, του έφερνε αμηχανία. Κάποια φωνή μέσα του τον συγκρατούσε, τον έκανε δισταχτικό. Ο γέροντας, σαν να κατάλαβε τους φόβους του, είπε πάλι: «Έλα παιδί μου, έλα. Θα σου δείξω το καλύτερο στολίδι μας».

Χωρίς να το καταλάβει είχε σηκωθεί απ’ το κάθισμά του. Απέναντί του το χαμογελαστό πρόσωπο είχε γίνει ένας μαγνήτης, που τον τραβούσε χωρίς να μπορεί ν’ αντισταθεί. Πέρασαν στο διπλανό δωμάτιο, μια σάλα ευρύχωρη, σχεδόν χωρίς έπιπλα. Το πάτωμα ήταν σκεπασμένο μ’ ένα μεγάλο πολύχρωμο χαλί, που έπιανε από τη μια μεριά ως της άλλη. Έσκυψε ο γέροντας κι άρχισε να το μαζεύει. Καθώς το δίπλωνε σιγά – σιγά, εμφανιζόταν το ξύλινο πάτωμα και μετά, εκεί στη μέση μια καταπακτή. Την άνοιξε και του έκανε νόημα να κατεβούν τη μικρή ξύλινη σκάλα. Ήταν πια αργά ν’ αρνηθεί. Θα έπαιζε το ρόλο του ίσαμε το τέλος Ο δισταγμός του είχε μεταβληθεί σε περιέργεια!

Η ξύλινη σκάλα έφερνε σ’ ένα σκοτεινό κελάρι. Στάθηκε λίγο, μέχρι να συνηθίσουν τα μάτια του. Γρήγορα άρχιζε να ξεχωρίζει τα πράγματα, που ήταν στιβαγμένα εκεί κι ο χότζας τον έπιανε απ’ το χέρι και τον οδηγούσε ανάμεσά τους. Έφτασαν στον απέναντι τοίχο και τώρα πια μπορούσε να δει ξεκάθαρα μια χαμηλή πόρτα. Ο άλλος την άνοιξε και φάνηκε αυτό, που πριν είχε ονομάσει «καλύτερο στολίδι». Μια μικρή εκκλησία!

Κοίταζε, άφωνος, χωρίς να περνά μέσα. Δεν ήταν καν βέβαιος αν ζει στην πραγματικότητα ή σε όνειρο. Μπροστά του είχε μια κανονική εκκλησιά, μ’ αναμμένο το ακοίμητο καντήλι στον Εσταυρωμένο. Ο γέροντας τον πήρε απ’ το χέρι. Πέρασαν τη χαμηλή πόρτα. Έκανε το σταυρό του κι’ απ’ το καντήλι πήρε φως κι άναψε τα κεριά, στο μοναδικό μανουάλι. Το ιλαρό φως, καθώς ζωντάνευε, πλημμύριζε το μικρό χώρο κι άρχιζαν να ξεχωρίζουν το τέμπλο, οι εικόνες, η Άγια Τράπεζα. Έπειτα φόρεσε ένα πετραχείλι και στάθηκε να τον κοιτάζει απ’ την Ωραία Πύλη.

«Καλώς ήλθες, στην εκκλησία μας παιδί μου» του είπε. Και πρόσθεσε:

«Χριστόδουλος ιερεύς, αμαρτωλός».

Χωρίς πολλή σκέψη, σαν να τον ωθούσε μια αόρατη δύναμη, έσκυψε και του φίλησε το χέρι. Ξαφνικά είχε αλλάξει τόπο. Είχε μεταφερθεί στην πατρίδα του. Στην εκκλησιά του χωριού του.

Σε λίγο καθισμένοι σε δυο σκαμνιά, μπροστά στην εικόνα του Χριστού, τα έλεγαν σαν δυο παλιοί γνώριμοι. Μιλούσαν γρήγορα. Να προλάβουν να πουν πιο πολλά. Πέρασε μια, πέρασαν δυο ώρες κι όμως ήταν σαν να μην είχαν πει σχεδόν τίποτα. Σειρά του καπετάνιου να εξαγορευτεί. Να πει για τον τόπο του, τη φαμίλια του, τη θάλασσα που είχε σκλαβώσει την καρδιά του. Όλο έλεγε να την παρατήσει και κάθε ταξείδι θα ήταν και το τελευταίο. Μα όσο σχεδίαζε τη ζωή του στη στεριά, τόσο εκείνη τον έδενε πιο γερά στα φουστάνια της. Του ήρθαν βολικά οι δουλειές κι αγόρασε με τον αδερφό του το μπρίκι, που είναι στο λιμάνι. Βρήκαν και τσούρμο καλό, απ’ την πατρίδα τους, την Κρήτη, κι ανοίχτηκαν να καταχτήσουν τα πέλαγα. Ο πατέρας παλιός θαλασσόλυκος, ξαναζούσε τους δικούς του καημούς: «Μανωλιό πιάσ’ τον τράγο απ’ τα κέρατα! Μη σκιάζεσαι». Η μάνα έκλαιγε τη μοίρα της: «Μου πήρε τον άντρα μου παίρνει και τα παιδιά μου. Γιατί Παναγιά μου;» Κι οι αδερφές καμώνονταν τις λυπημένες, μα υπολόγιζαν και στα προικιά, που θάφερναν τ’ αγόρια «να τα έχει καλά η Παναγιά και να τα φυλάγει ο Άη Νικόλας».

«Γυναίκα δεν έχει;» ρώτησε ο κρυφοπαπάς.

Όχι. Ούτε και τ’ αδέρφι του. Γι’ αυτό ξεχνιούνται στα πέλαγα. Όπου βρουν ναύλο, όχι δεν λένε. Απ’ τον Περαία μπορεί να πάνε στη Βεγγάζη κι απ’ εκεί στην Πόλη. Τούτη τη φορά βρέθηκαν στο νησί τους. Εκεί αγόρασαν λάδι και σαπούνι κι ήρθαν εδώ, που έχει έλλειψη. Μετά, θα δουν για πού θα σαλπάρουν. Περιπλάνηση μέσα στα κύματα. Να ποια είναι η ζωή τους!

«Και πως δεν φρόντισες να κάνεις οικογένεια;» ξαναρώτησε ο παπάς.

«Δεν έτυχε».

«Δεν θέλησες;»

«Θέλησα, μα δεν έτυχε. Αυτά είναι τυχερά. Άλλος τα κανονίζει».

«Αυτός ο άλλος που σ’ έφερε στα μέρη μας, στα έχει κανονισμένα».

«Τι λες παπά; Προξενιό μου ετοιμάζεις;» Πανέξυπνος ο Μανωλιός, μπήκε αμέσως στο νόημα.

«Θα σου πω τον καημό μου γιέ μου, και συ κρίνεις!»

Τα δυο μάτια, που τον κοίταγαν, είχαν αρχίσει να βουρκώνουν.

«Η κόρη μου. Το βάσανό μου. Όταν γεννήθηκε όλες οι Μοίρες τη στόλισαν με του κόσμου τις χάρες. Έγινε η πιο όμορφη στο μαχαλά μας, η πιο φρόνιμη, η πιο νοικοκυρά. Όλοι τη ζητούν. Τα πιο άξια παληκάρια μας στέλνουν προξενιές. Μα πώς να την παντρέψω, χριστιανή να πάρει Τούρκο; Πως μπορώ να στείλω το κορίτσι μου στην απώλεια; Να πάρει χριστιανό, εδώ στον τόπο μας, είναι αδύνατο. Το ίδιο κι απ’ τα γύρω χωριά. Όσο να το κάνεις, είμαστε γνωστοί! Και θες το χειρότερο; Το παιδί μου κοντεύει να μαραζώσει. Βλέπει τον καιρό να περνά κι όλο κλείνεται στην κάμαρή του. Κάποτε – κάποτε μου ρίχνει ένα θλιμμένο βλέμμα, που μου μαχαιρώνει την καρδιά. Αχ αυτό το βλέμμα. Τι πόνος είναι για το γονιό. Μια μέρα κατέβηκα εδώ στην εκκλησιά ν’ ανάψω τα καντήλια και το βρήκα να κλαίει, εκεί μπροστά στην Παναγιά. Κατάλαβα. Κάτι έπρεπε να κάνω. Μίλησα με την κυρά μου. Το δίχως άλλο έπρεπε να βρούμε λύση. Σκεφτήκαμε να ψάξουμε για χριστιανό ξενομερίτη, άγνωστο στον τόπο μας. Αλλά που έπρεπε να τον γυρέψουμε; Όταν ζεις την κρυφή ζωή, μερικά πράγματα σου είναι δύσκολα. Και επικίνδυνα. Ένα βράδυ, την ώρα που διάβαζα τ’ απόδειπνο μου σφηνώθηκε μια ιδέα. Να κατεβώ στο λιμάνι. Ναι, στο λιμάνι. Εκεί θα βρω τη λύση. Κατάλαβα. Η ξαφνική ιδέα ήταν απ’ το Θεό. Αυτός θα με οδηγούσε. Έτσι απ’ το άλλο πρωί άρχισα να σεργιανίζω στο μώλο. Πρωί κι απόγιομα. Έκανα τάχα πως χαζεύω τα καράβια, με την ελπίδα πως κάποιο μήνυμα θα μου στείλει ο Θεός. Και δεν άργησε. Το μήνυμα είσαι συ παιδί μου Μανωλιό! Θες να σώσεις μια ψυχή;»

Όσο μιλούσε ο γέρο – παπάς, έμενε με κατεβασμένο το κεφάλι. Μια φωνή μέσα του, μια ισχυρή παρόρμηση, του έλεγε να σηκωθεί, να φύγει. Όχι. Αυτό θα ήτανε κάτι το απάνθρωπο, το τιποτένιο. Θα τον άκουγε ως το τέλος και μετά θα αρνιόταν. Θα του εξηγούσε πως δεν είναι για παντριές και τα τέτοια. Θα του έκοβε τη συζήτηση, να μην τρέφει ψεύτικες ελπίδες. Μια επιτέλους! Τι του ζητάει; Να γίνει ήρωας; Όχι, όχι, δεν το μπορεί. Ένας απλός ναυτικός είναι με ανθρώπινα μέτρα.

Με την τελευταία λέξη του παπά, θέλησε να δώσει τη απάντησή του, μα αυτός τον εμπόδισε.

«Όχι τώρα Μανωλιό μου. Όχι τώρα. Θα σ’ αφήσω μόνο, εδώ στην εικόνα του Χριστού. Συλλογίσου καλά κι ύστερα απάντησέ μου», του είπε κι αμέσως έφυγε απ’ την εκκλησιά.

Τον τύλιξε μια απέραντη μοναξιά. «Να η ευκαιρία. Φύγε». Η φωνή. Όχι, θα ήταν δειλία. Καλύτερα να περιμένει ίσαμε να γυρίσει ο παπάς να του μιλήσει χωρίς περιστροφές, ν’ αρνηθεί, να τελειώνει. Τόσα χρόνια πολλοί προσπάθησαν να τον δέσουν με μια γυναίκα. Η μάνα του, οι θειάδες του, οι προξενήτρες. Αντιστάθηκε γενναία και τα κατάφερε. Τώρα θα τον νικήσει τούτος ο παπάς; Αποκλείεται. Έχασε, λένε, καλές τύχες. Κουραφέξαλα. Η τύχη του είναι καλά κι όχι το πηγάδι. Βρέ αδελφέ, επιτέλους! Δεν ήρθε εδώ, τόσο μακριά απ’ το σπίτι του, για γαμπρός! Σαπούνι και λάδι έφερε τίποτ’ άλλος! Καταλαβαίνει τον καημό του, μα τι να του κάνει; Στο κάτω της γραφής είναι αμέτοχος στα σχέδια και τις φαντασιώσεις τους. καταλαβαίνει την αγωνία του. Ψάχνει να βρει χριστιανό ξενομερίτη, για τη θυγατέρα του. Να μην πέσει σε Τούρκο. Αλλά γιατί αυτόν; Ας περιμένει, μπορεί να βρεθεί άλλος, καλύτερος, να φέρει το μήνυμα του Θεού. Άκου τι του είπε! «Το μήνυμα είσαι συ»! Αν ήθελε ο Θεός να μιλήσει αυτόν θα εύρισκε; Τόσοι υπάρχουν στον ντουνιά. Τίποτα! Άντε να γυρίσει ο παπάς να τελειώνει.

Πάνω στην ώρα ακούστηκαν βήματα στην ξύλινη σκάλα. «Έρχεται να πάρει την απάντηση» σκέφτηκε κι αισθάνθηκε ένα σφίξιμο στα σωθικά του. Πως θα του μιλήσει χωρίς να τον πληγώσει; Τόση ώρα το μυαλό του έτρεχε αλλού και δεν στρώθηκε να βρει τα κατάλληλα λόγια. Έστρεψε το βλέμμα του στη χαμηλή πόρτα της κρυφής εκκλησιάς. Θέλησε να έχει τον πρώτο λόγο.

«Κόπιασε γέροντα. Είμαι έτοιμος» μίλησε προτού τον δει.

Όχι μόνο δεν πήρε απάντηση, μα σταμάτησε και κάθε θόρυβος από δίπλα. «Σαν τι να έπαθε», αναρωτήθηκε κι έκανε να σηκωθεί να δει καλύτερα. Τότε φάνηκε να ξεπροβάλλει το κορίτσι. Κρατούσε ένα δίσκο με καφέ κι είχε σκυμμένο το κεφάλι.

«Ο πατέρας σ’ άφησε μόνο. Θες καφέ;» ψέλλισε με συστολή.

Το μισοσκόταδο της εκκλησιάς έδινε μια ονειρική ομορφιά στο πρόσωπό της. Πλησίασε και με κινήσεις όλο χάρη απόθεσε το δίσκο κοντά του. Μόνος, τώρα χωρίς την παρουσία του πατέρα, μπορούσε να μελετήσει το πλάσμα που ετοιμάσανε να εισβάλει στη ζωή του. εκείνη, σαν να ενοχλήθηκε, έκανε να φύγει, να κρυφτεί απ’ την ερευνητική ματιά. Στα πρώτα της βήματα αισθάνθηκε ένα χέρι να σφίγγει τα σωθικά του. Μια παρόρμηση, μια δυνατή επιθυμία του κίνησε τα χείλη. Αργότερα, ούτε που θυμότανε τι είπε. Ίσως κάτι σαν «κάτσε κοντά μου» ή «μείνε λίγο».

Γύρισε και τον κοίταξε. Το βλέμμα της ζωηρό τον σημάδευε ίσα στο πρόσωπο. Έτσι ακίνητη έμοιαζε με θεά!

«Θα μείνω» απάντησε.

Κι έμεινε!

Όλος ο κόσμος μαζεύτηκε στο μικρό κρυφό εκκλησάκι. Ο χρόνος έπαψε να κυλά. Απέναντί του η ζωή τον κοιτούσε κατάματα. Το μυαλό του σταμάτησε τις περιπλανήσεις απ’ το παρελθόν ίσα με το άγνωστο μέλλον. Γευόταν το σήμερα!

Κανείς, δεν έμαθε ποτέ, τι είπαν τις ώρες που έμειναν μόνοι!

Περασμένο μεσημέρι αποφάσισε ο γέρο – παπάς να κατεβεί στην εκκλησιά. Βρήκε τους δυο να μιλούν πιασμένοι απ’ το χέρι. Στα πρόσωπά τους έλαμπε η ευτυχία. Στάθηκε λίγο στην είσοδο και τους καμάρωνε ενώ άρχισαν τα μάτια του να υγραίνονται. Έκανε ένα βήμα και πέρασε μέσα. Τον άκουσαν. Πρώτα το κορίτσι που πετάχτηκε όρθιο και τον κοίταζε ντροπιασμένο. Μετά κι ο Μανωλιός. Μια μικρή σιωπή κι ύστερα ακούστηκε η απάντηση, που περίμενε ο παπάς:

«Πατέρα».

Λέξη με νόημα!

«Πατέρα, θέλω να τα πούμε».

«Έχουμε καιρό παιδί μου. Έχουμε καιρό» απάντησε ο γέροντας την ώρα που τον έσφιγγε στην αγκαλιά του.

Τα μάτια του άρχισαν να ραίνουν τον κόσμο και το στήθος του να τραντάζεται απ’ τη συγκίνηση. Ξαφνικά, σαν κάτι να τον τίναξε, πετάχτηκε, τράβηξε τη βελούδινη κουρτίνα, που έκλεινε την Ωραία Πύλη και βρέθηκε μπροστά στην Άγια Τράπεζα. Έμεινε λίγο ακίνητος με σκυμμένο το κεφάλι, σαν σε προσευχή, κι ύστερα σωριάστηκε στα γόνατα. Ακούμπησε μ’ ευλάβεια στο μάρμαρο κι άφησε τους λυγμούς να ταράξουν το κορμί του. ύστερα σηκώθηκε αγκάλιασε και τους δυο κι έτσι ενωμένους μαζί του τους πήγε στην κυρά του, να τους δει να κλάψει κι αυτή απ’ τη χαρά της.

Πέρασαν μέρες. Ο καπετάνιος βρήκε κι άλλες αφορμές να πάει στο σπίτι της κοπέλας. Έμενε μόνος μαζί της κι ονειροπολούσε για το μέλλον τους.

Έμαθε πολλά για τη διπλή ζωή τους κι αφουγκράσθηκε την ανάσα τόσων μαρτυρικών προγόνων τους. Μεγάλη η απορία του: Πως κράτησαν τόσα χρόνια!

Μια μέρα πήγε στο ελληνικό προξενείο να θεωρήσει τα χαρτιά του καραβιού. Βρήκε τον πρόξενο και του μίλησε για το αναπάντεχο προξενιό. Μαζί πήγαν και στον Έλληνα μητροπολίτη. Εκείνος, πάλι, δεν έκρυψε τη χαρά του, σαν άκουσε το νέο.

«Γνώριζα, παιδί μου, το δράμα του παπά – Χριστόδουλου» του είπε. «Δυστυχώς ήμουν ανήμπορος να τον βοηθήσω. Χαίρουμαι που η Πρόνοια του Θεού έστειλε εσένα να δώσεις τη λύση».

Νάτο πάλι. Η λύση!

Μετά από δυο μέρες οι άδειες ήταν έτοιμες. Το ίδιο βράδυ έγινε κι ο γάμος στη μικρή εκκλησιά. Γύρω από το νέο ζευγάρι άστραφταν τα πρόσωπα της μάνας και των δυο μικρών αδελφών του κοριτσιού. Κουμπάρος ο Γιωργής, ο αδελφός του γαμπρού. Εκείνη τη νύχτα η συγκίνηση κι η χαρά έπαιζαν κρυφτό στο σπίτι.

Κανείς απ’ το τσούρμο του καραβιού ούτε που υποψιάστηκε την περιπέτεια του καπετάνιου. Ούτε τους είπαν τίποτα οι συχνές επισκέψεις του στον τουρκομαχαλά. Εξάλλου ποιος ευκαιρούσε για τέτοια. Μόνο σαν απόσωσαν τα εμπορεύματα και δεν έβλεπαν να σαλπάρουν, κάποιοι άρχισαν ν’ απορούν για την καθυστέρηση.

«Ψάχνει για ναύλο ο καπετάνιος», απάντησε ο λοστρόμος, που ούτε κι αυτός ήξερε τίποτα.

Έτσι, ανέμελοι, γυρόφερναν στα καπηλιά κι ούτε που νοιάζονταν για το φευγιό τους. Ώσπου τους μάζωξε, ένα δειλινό, ο Γιώργης.

«Τα ξημερώματα κάνουμε πανιά» τους είπε. «Να είστε έτοιμοι».

Στη στιγμή μια ξαφνική ζωντάνια ξύπνησε τα νωθρά κορμιά τους. Μάζεψαν τα υπάρχοντά τους κι άρχισαν να σενιάρουν το καράβι για το ταξίδι. Το βράδυ βγήκαν για λίγο, ν’ αποχαιρετήσουν τις εφήμερες παρέες του λιμανιού και νωρίς ήταν στις θέσεις τους. Το μελίσσι γύρισε στην κυψέλη.

Είχαν περάσει τα μεσάνυχτα και το λιμάνι είχε βυθιστεί στο βαθύτερό του ύπνο. Η ασέληνη νύχτα έδενε μορφές ξωτικών στ’ άλμπουρα κι ο ανάλαφρος ήχος, απ’ την αέναη κίνηση της θάλασσας, δεν ήταν ικανός να ταράξει την απέραντη ησυχία. Αν κάποιες πυγολαμπίδες δεν αναβόσβηναν – σημάδι πως οι ναύτες της νυχτερινής βάρδιας παρηγορούσαν τη μοναξιά τους μ’ ένα τσιγάρο – θα νόμιζε κανείς, πως στο πιο ζωντανό κομμάτι της πόλης, δεν υπήρχε ζωή.

Πιο νωρίς απ’ όλα τα καράβια ησύχασε απόψε το ελληνικό τρικάταρτο μπρίκι. Άλλες βραδιές, οι εύθυμοι ναύτες του, έφευγαν με φωνές και γύριζαν, μια κι ο βάκχος είχε παραλύσει τα πόδια τους. Οι ίδιοι απόψε είχαν αποτραβηχτεί νωρίς, υπάκουοι στις εντολές του καπετάνιου. Μόνος ξύπνιος ο βαρδιάνος της δωδέκατης ώρας. Κρεμασμένος στην κουπαστή κάπνιζε μελαγχολικά, αναπολώντας τις νύχτες στην εσωτερική πλευρά του λιμανιού. Απ’ την ίδια μεριά έφτανε ο αχνός απόηχος της ευθυμίας.

«Το γλεντούν κι απόψε» σκέφτηκε.

Ξάφνου, εκεί που έριχνε ματιές δίχως νόημα, βλέπει να πλησιάζουν γρήγορα τρείς σκιές. Ασυναίσθητα έφερε το χέρι στο ζωνάρι, στη θέση του πιστολιού και στάθηκε μπροστά στη σκάλα να τους κόψει το δρόμο. Ήταν έτοιμος να φωνάξει όταν άκουσε σιγανά τη φωνή του καπετάνιου.

«Μην κάνεις θόρυβο Μαρίνο. Ο καπετάνιος είμαι».

Ναι. Τώρα που ήρθαν κοντά τους γνώρισε. Ο καπετάνιος κι ο Γιωργής. Ο τρίτος; Στάθηκε παράμερα και περίμενε ν’ ανεβούν. «Δεν είναι ναυτικός» σκέφτηκε καθώς έβλεπε τον άλλο να πατά αδέξια στην ξύλινη σκάλα. Καθώς περνούσαν μπροστά του έριξε μια φευγαλέα ματιά. Κατάλαβε! Ήταν τόσο πρόχειρο το μασκάρεμα της κοπέλας. Χαμογέλασε πονηρά. «Μπράβο καπετάνιε!» ψιθύρισε.

Χιόνιζε όταν ο χότζας κατέβηκε στο λιμάνι εκείνο το πρωινό. Στην αρχή κοίταγε από μακριά. Μετά πέρασε μπροστά σ’ όλα τα καράβια. Ύστερα πήρε το δρόμο για το μαχαλά του. Καθώς περνούσε μπροστά απ’ τον καφενέ άνοιξε η πόρτα και ξεπρόβαλε ο λιμάν ρεΐσης.

«Ει, χότζα, χότζα» φώναξε.

Εκείνος γύρισε και τον κοίταξε χαμογελαστός.

«Καλή σου μέρα εφέντη μ’» τον χαιρέτησε.

«Καλοσώρισες. Πέρασες καλά στη Σταμπούλ;»

«Πάντρεψα τη θυγατέρα μου γι’ αυτό έμεινα παραπάνω».

«Να σου ζήσει χότζα μου, να σου ζήσει. Καλούς απογόνους» άρχισε τις ευχές, το ίδιο κι ένας – δυο περίεργοι που έβγαιναν εκείνη την ώρα.

Ο χότζας σήκωσε το χέρι και τους χαιρέτησε. Σκυφτός συνέχισε τον ανηφροικό δρόμο. Σε λίγο τον είχε καταπιεί το άσπρο πέπλο που κάλυπτε την Τραπεζούντα.

ΠΗΓΗ. Το Συναξάρι των κρυφών ονείρων.