Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το μέλλον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το μέλλον. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014

ΤΖΟΥΛΙΑ ΚΡΙΣΤΕΒΑ : Είμαστε ορφανοί από ιδανικά

Η γαλλίδα, βουλγαρικής καταγωγής, ψυχαναλύτρια και γλωσσολόγος, συνομιλεί με την καθηγήτρια Ψυχολογίας και συγγραφέα Φωτεινή Τσαλίκογλου για τις κρίσεις, προσωπικές και άλλες, την κατάθλιψη ως αρρώστια του καιρού μας, την ψυχανάλυση, τον έρωτα. Μια αδημοσίευτη συζήτηση που έγινε πριν από 15 χρόνια και διατηρεί την επικαιρότητά της.

Η συνέντευξη δόθηκε στο σπίτι της Τζούλια Κρίστεβα στο Παρίσι, με αφορμή την εκπομπή της ΕΡΤ «Στα μονοπάτια της σκέψης», σε σκηνοθεσία Γιάννη Κασπίρη. Το μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης έγινε στο σαλόνι του σπιτιού. Το τελευταίο μέρος της συζήτησης έλαβε χώρα στο γραφείο της Κρίστεβα, όπου βρίσκεται το ψυχαναλυτικό ντιβάνι της, που δεν είναι άλλο από ένα κρεβάτι πλοίου.

Φωτεινή Τσαλίκογλου (Φ.Τ.): Πώς φτάσατε στη Γαλλία;
Τζούλια Κρίστεβα: Εφτασα στη Γαλλία την Παραμονή των Χριστουγέννων του 1965 με μια υποτροφία που μου είχε δώσει η γαλλική κυβέρνηση. Ο Ντε Γκωλ ονειρευόταν ήδη από τότε μια Ευρώπη από τον Ατλαντικό στα Ουράλια. Και έδινε υποτροφίες στους νέους της Ανατολής. Βρισκόμασταν όμως στην εποχή του Κομμουνισμού και η κυβέρνηση δεν επιθυμούσε οι νέοι να φεύγουν στο εξωτερικό. Υπήρχαν λοιπόν ένα σωρό δυσκολίες. Επωφελήθηκα μιας απουσίας στη Μόσχα του διοικητικού υπευθύνου του Ινστιτούτου όπου έκανα τη διατριβή μου. Ο καθηγητής μου με έστειλε στη γαλλική πρεσβεία. Πέρασα τις εξετάσεις. Ετσι, γλιστρώντας ανάμεσα στα νήματα του διχτυού του κομμουνιστικού καθεστώτος έφτασα αρχές Ιανουαρίου από τη Βουλγαρία στο Παρίσι. Οι οικονομικές συνθήκες ήταν δυσμενείς. Το Παρίσι ήταν κρύο, χιονισμένο και γκρίζο. Δεν φανταζόμουν έτσι την Πόλη του Διαφωτισμού. Μαγεύτηκα όμως. Βρήκα έναν διανοητικό κύκλο πάρα πολύ ανοιχτό, πολύ περίεργο, ερεθιστικό.

Σάββατο 14 Δεκεμβρίου 2013

Η ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ.

Η ομιλία του Μίκη Θεοδωράκη προς τα μέλη της Ακαδημίας Αθηνών, με την ευκαιρία της αγόρευσής του σε επίτιμο μέλος της. Ήταν Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013 όταν ο Έλληνας συνθέτης διατύπωσε μια πρόταση που συνοψίστηκε σε μία λέξη: ΟΥΔΕΤΕΡΟΤΗΤΑ.  
.
κ. Πρόεδρε της Ακαδημίας Αθηνών,

κ. Γενικέ Γραμματέα της Ακαδημίας Αθηνών,

Κυρίες και κύριοι Ακαδημαϊκοί,

Κυρίες και κύριοι,

Κατ’ αρχήν θα ήθελα να ευχαριστήσω θερμότατα τον κ. Πρόεδρο και τον κ. Γενικό Γραμματέα για όσα είπαν προηγουμένως αλλά και όλα τα μέλη της Ακαδημίας, για την μεγάλη τιμή που μου έκαναν να μου προσφέρουν τη δυνατότητα να ομιλώ αυτή τη στιγμή από το βήμα του Ανώτατου Πνευματικού Ιδρύματος της χώρας μας, της Ακαδημίας Αθηνών...

Όταν κύριε Πρόεδρε, πριν από χρόνια, στη συνεργασία μας στις Χοηφόρες προσπαθούσαμε να αποδώσουμε τον ζόφο των στίχων του Αισχύλου για «της γενιάς το βαθύριζο κακό», για τα «πολυστέναχτα κι αβάσταχτα δεινά», την «αιματόεσσαν πλαγάν», τον «πόνο που τελειωμό δεν έχει», «τη μια συμφορά» που έρχεται «κατά πάνω στην άλλη», δεν φανταζόμασταν ότι σήμερα, τόσα χρόνια μετά, οι στίχοι αυτοί θα ήταν τόσο τραγικά επίκαιροι.

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Η Γενιά του Εγώ


Εδώ και μερικές δεκαετίες τα παιδιά του δυτικού κόσμου μεγαλώνουν με κανακέματα και επαίνους και διαρκείς τονωτικές ενέσεις του Εγώ τους σε μια καλών προθέσεων προσπάθεια ενίσχυσης της αυτοεκτίμησής τους. Πού οδήγησε αυτό; Στην εμφάνιση μιας γενιάς που αν και επισήμως ονομάζεται Γενιά Υ (ως διάδοχος της Γενιάς Χ), τώρα διεκδικεί τον καθόλου κολακευτικό τίτλο της «Γενιάς του Εγώ». Οι εκπρόσωποί της εμφανίζονται εγωκεντρικοί και νάρκισσοι, έχουν υπερτιμημένη άποψη για τον εαυτό τους και διακατέχονται από υπερβολικά υψηλές και έξω από τις δυνατότητές τους προσδοκίες, με αποτέλεσμα να «λυγίζουν» ευκολότερα κάτω από τις δυσκολίες της πραγματικής ζωής και να ρέπουν περισσότερο προς την κατάθλιψη. Το να σπεύσουμε να τους κατηγορήσουμε είναι εύκολο. Είναι όμως πολύ πιο εποικοδομητικό να κάνουμε μια γερή κριτική και να αναθεωρήσουμε τον τρόπο που έχουμε υιοθετήσει ως «καλύτερο» για την ανατροφή των παιδιών μας. Οι ειδικοί έχουν ήδη μπει στη διαδικασία και οι προτάσεις τους είναι πραγματικά ενδιαφέρουσες.

«Τους νέους σήμερα συνεχίζουν να τους παραχαϊδεύουν για πολύ καιρό, ενώ θα έπρεπε πολύ νωρίτερα να έχουν αρχίσει να μαθαίνουν ότι δεν είναι τέλειοι». Αυτό ήταν το συμπέρασμα του HS, ενός μπλόγκερ που σχολίαζε ένα άρθρο των «New York Times» το οποίο οίκτιρε την κατάσταση της σημερινής νεολαίας. Το πρόβλημα με τα παιδιά, συνέχιζε, είναι ότι έχουν μια «παραφουσκωμένη» άποψη για τον εαυτό τους επειδή έχουν μεγαλώσει έτσι ώστε να πιστεύουν πως καθετί που κάνουν είναι αξιόλογο και σημαντικό. Δεν επρόκειτο για κάποιον γερογκρινιάρη αλλά για έναν νεαρό που έγραφε για την ίδια του τη γενιά, εκείνους που γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1980 και στο 2000 και έχουν ονομαστεί Γενιά Υ ή Γενιά του Εγώ.

Οπως καταλαβαίνει κανείς από το όνομά της, η Γενιά του Εγώ έχει προσελκύσει ήδη τα πυρά. Οι εκπρόσωποί της κατηγορούνται ότι είναι κακομαθημένοι, αλαζονικοί και νάρκισσοι, ότι έχουν μια αδικαιολόγητη αίσθηση πως δικαιωματικά όλα τους ανήκουν. Οι καθηγητές παραπονούνται ότι οι σημερινοί φοιτητές απαιτούν μόνιμη προσοχή. Οι εργοδότες δυσκολεύονται να καταπιούν τα υπερδιογκωμένα εγώ των νεαρών υπαλλήλων τους, ενώ οι ψυχοθεραπευτές λένε ότι βλέπουν μια νέα γενιά ασθενών οι οποίοι έχουν κατάθλιψη επειδή δεν μπορούν να φθάσουν στο ύψος των υπερβολικών προσδοκιών τους. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι το φταίξιμο βρίσκεται στους γονείς, στους δασκάλους και στους άλλους ενηλίκους οι οποίοι υπερέβαλαν στο να μεγεθύνουν την άποψη που έχουν τα παιδιά για τον εαυτό τους από τα πρώτα τους χρόνια.

Οι κατηγορίες αυτές δεν βαρύνουν μόνο τη Γενιά Υ αλλά και μια ολόκληρη φιλοσοφία για την ανατροφή των παιδιών, η οποία ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980 και εξακολουθεί να ισχύει ακόμη. Αν είναι βάσιμες, θα πρέπει να αναθεωρήσουμε την άποψη ότι η ενίσχυση της αυτοεκτίμησης των παιδιών είναι ο καλύτερος τρόπος για να εξασφαλίσουμε το ότι θα εκμεταλλευθούν στο έπακρο τις δυνατότητές τους. Τι λένε λοιπόν τα στοιχεία; Είναι η σημερινή νεολαία πραγματικά πιο εγωιστική από τις παλαιότερες γενιές; Αν είναι έτσι, αποτελεί αυτό πρόβλημα; Και αν η σύγχρονη δυτική κουλτούρα της οικοδόμησης αυτοεκτίμησης είναι ένοχη, τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό;


Παραφουσκωμένο Εγώ
Ενας από τους πλέον ένθερμους επικριτές της σημερινής νεολαίας είναι η Τζιν Τουένγκι, ψυχολόγος στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας και συγγραφέας τού «Generation Me». Για να βρούμε αποδεικτικά στοιχεία υπέρ του υπερδιογκωμένου Εγώ της Γενιάς Υ αρκεί, όπως λέει, να κοιτάξουμε την ετήσια μελέτη των αμερικανών πρωτοετών φοιτητών που περιλαμβάνει 9 εκατ. φοιτητές κολεγίου. Αποκαλύπτει ότι το 52% των συμμετεχόντων του 2009 θεωρούσε πως είχε επίπεδα κοινωνικής αυτοπεποίθησης υψηλότερα από εκείνα του μέσου γενικού πληθυσμού σε σχέση με το 30% των φοιτητών που δήλωνε το ίδιο στη μελέτη του 1966. Οι σημερινοί φοιτητές επίσης αξιολογούν τη νοητική τους αυτοπεποίθηση, τις δεξιότητές τους στο να μιλούν δημόσια καθώς και τις ηγετικές τους ικανότητες περίπου κατά 50% υψηλότερα από ό,τι οι ομόλογοί τους του 1966.

Η υπερβολική σημασία της αυτοεκτίμησης για τη Γενιά Υ σκιαγραφήθηκε σε ένα πείραμα το 2010. Μια ομάδα με επικεφαλής τονΜπραντ Μπούσμαν του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο στο Κολόμπους διαπίστωσε ότι οι φοιτητές έδιναν στην ενίσχυση της αυτοεκτίμησής τους – π.χ., το να πάρουν μεγαλύτερο βαθμό ή να δεχθούν μια φιλοφρόνηση – μεγαλύτερη αξία από ό,τι στις ανταμοιβές που κινητοποιούν την ανθρωπότητα από τις απαρχές της ύπαρξής της, όπως το να φάει κάποιος το αγαπημένο του φαγητό ή το να επιδοθεί σε σεξουαλική δραστηριότητα. Οι φοιτητές επίσης αξιολογούσαν αυτή την επιβράβευση υψηλότερα από το να κερδίσουν χρήματα, να πιουν αλκοόλ ή να δουν τον καλύτερό τους φίλο. Διερευνώντας περισσότερο οι επιστήμονες ζήτησαν από τους φοιτητές να αξιολογήσουν το πόσο ήθελαν καθεμιά από αυτές τις ανταμοιβές καθώς και την ευχαρίστηση που λάμβαναν από αυτές. Το να θέλει κάποιος κάτι περισσότερο από ό,τι του αρέσει θεωρείται ένδειξη εθισμού. Σε όλες τις περιπτώσεις η ανταμοιβή «τούς άρεσε» περισσότερο από ό,τι «την ήθελαν», αλλά η διαφορά ανάμεσα στα δύο ήταν μικρότερη σε ανταμοιβές που πρόσφεραν ενίσχυση της αυτοπεποίθησης.


Γεγονός ή προκατάληψη;
Η εικόνα δεν είναι ωστόσο τόσο απλή. Ο Μαρκ Λίρι, κοινωνικός ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο Ντιουκ του Ντάραμ της Βόρειας Καρολίνας, προειδοποιεί ότι τα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα δεν είναι τόσο ελιτίστικα όσο ήταν τη δεκαετία του 1960 και άρα το δημογραφικό προφίλ των φοιτητών έχει αλλάξει καθιστώντας τις παλαιότερες και τις σημερινές ομάδες φοιτητών μη απόλυτα συγκρίσιμες. «Δεν γνωρίζουμε αν αυτή είναι μια πραγματική αλλαγή ή αν έχει να κάνει με μια αλλαγή των ανθρώπων που εξετάζονται»λέει.
Πράγματι, η Κάλι Τρεζνιέφσκι του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Ντέιβις ανέλυσε μια μελέτη 400.000 μαθητών γυμνασίου που διεξάγεται τα τελευταία 30 χρόνια, από το 1976, και δεν βρήκε στοιχεία για αύξηση του εγωισμού σε αυτή την ελαφρώς νεαρότερη ομάδα. «Οι βαθμολογίες στην αυτοεκτίμησση δεν έχουν αλλάξει καθόλου» λέει. Υποπτεύεται ότι ορισμένοι ψυχολόγοι, κυρίως μιας μεγαλύτερης ηλικίας, διακατέχονται από μια πανάρχαια προκατάληψη. «Επικρίνουμε την επόμενη γενιά. Αυτό ακριβώς κάνουμε»τονίζει. Είναι πιθανόν, υποστηρίζει, όλοι και όχι μόνο η Γενιά Υ, να έχουμε σταδιακά γίνει πιο εγωκεντρικοί – καθώς όμως τα στοιχεία είναι περιορισμένα στις άλλες ηλικιακές ομάδες, είναι δύσκολο να εξετάσει αυτή την ιδέα της.


Η «Γενναιόδωρη Γενιά»;
Ακόμη πιο επιφυλακτικός είναι ο Τζέφρι Αρνέτ, ψυχολόγος ο οποίος μελετά την εφηβεία στο Πανεπιστήμιο Κλαρκ της Μασαχουσέτης. Επισημαίνει ότι σήμερα οι νέοι προσφέρουν εθελοντική δουλειά σε φιλανθρωπικά έργα σε μεγαλύτερους αριθμούς από ποτέ και ότι ενδιαφέρονται περισσότερο για τις κοινωνικές ανισότητες από ό,τι ενδιαφέρονταν οι γονείς τους. Φθάνει μάλιστα ως το σημείο να ονομάζει τη Γενιά Υ «Γενναιόδωρη Γενιά».
Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότεροι ερευνητές αναγνωρίζουν ότι έχει σημειωθεί μια πραγματική αύξηση της αυτοεκτίμησης – τουλάχιστον στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το φαινόμενο έχει μελετηθεί περισσότερο. Το ερώτημα του αν αυτό αποτελεί πρόβλημα παραμένει ανοιχτό. Οταν ο αμερικανός ψυχολόγος Γουίλιαμ Τζέιμς επινόησε τον όρο «αυτοεκτίμηση» τη δεκαετία του 1890, τον είχε προσδιορίσει ως τον λόγο των επιτυχιών ενός ατόμου προς τις «φιλοδοξίες» ή τους στόχους του. Με άλλα λόγια, η αυτοεκτίμηση είναι ένα υποκειμενικό μέτρο της αξίας του καθενός που αυξάνεται καθώς επιτυγχάνει τους στόχους του. Αυτό ταιριάζει με τον ορισμό που δίνει το λεξικό: «Ο σεβασμός ή η ευνοϊκή άποψη κάποιου για τον εαυτό του». Τι το κακό μπορεί να υπάρχει σε αυτό;


Ματαιοδοξία και ναρκισσισμός
Στις ημέρες μας, παρ’ όλα αυτά, η αυτοεκτίμηση έχει αποκτήσει ένα δεύτερο νόημα: «Μια αδικαιολόγητα καλή γνώμη κάποιου για τον εαυτό του, ματαιοδοξία». Αυτός είναι ο ορισμός που ταιριάζει καλύτερα στη Γενιά Υ, σύμφωνα με την κυρία Τουένγκι. Και αυτή είναι η πηγή του προβλήματος. Κατ’ αρχάς, τα παραφουσκωμένα εγώ δημιουργούν σε πολλά νεαρά άτομα μη ρεαλιστικές προσδοκίες και η ανικανότητά τους να τις εκπληρώσουν μπορεί να οδηγήσει σε κατάθλιψη. Δεν είναι σύμπτωση, λέει, ότι το αμερικανικό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών στην Ατλάντα της Τζόρτζια ανέφερε τον περασμένο Οκτώβριο πως ένας στους εννέα Αμερικανούς άνω των 12 ετών παίρνει αυτή τη στιγμή αντικαταθλιπτικά – αριθμός τετραπλάσιος από το αντίστοιχο ποσοστό στα τέλη της δεκαετίας του 1980.
Η κυρία Τουένγκι βλέπει ένα άλλο δείγμα επικίνδυνα διογκωμένης αυτοεκτίμησης στα αυξανόμενα επίπεδα του ναρκισσισμού. Διαπίστωσε ότι διπλάσιοι φοιτητές είχαν υψηλά επίπεδα ναρκισσισμού το 2006 σε σχέση με τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Οι νάρκισσοι τείνουν να μην ανέχονται την κριτική και έχουν ροπή προς την εξαπάτηση και την επιθετικότητα. «Αυτοί είναι οι άνθρωποι που έρχονται στο γραφείο σου και κάνουν ολόκληρο καβγά για έναν βαθμό» λέει. Επίσης ανησυχούν περισσότερο για την εξωτερική τους εμφάνιση και, όπως τονίζει, οι Αμερικανοί καταφεύγουν στην πλαστική χειρουργική σε μεγαλύτερους αριθμούς από ποτέ. Στο τελευταίο της βιβλίο, «The Narcissism Epidemic», το οποίο έχει γράψει μαζί με τον Γ. Κιθ Κάμπελ (Free Press, 2009), αφηγείται ανέκδοτα για ανθρώπους που προσέλαβαν δήθεν παπαράτσι για να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι είναι διάσημοι ή αγόρασαν τεράστια σπίτια με δάνεια ως απόδειξη του αμερικανικού παραφουσκωμένου εγώ.


Εγώ και στη… μουσική
«Το έχουμε παρακάνει με τον ατομισμό» λέει η κυρία Τουένγκι και αυτό αντανακλάται και στην ποπ κουλτούρα. Μαζί με τον ψυχολόγο Νέιθαν Ντε Βαλ και άλλους ερευνητές κατέγραψαν μια αύξηση της χρήσης της λέξης «εγώ» στους στίχους των αμερικανικών ποπ επιτυχιών από το 1980 ως το 2007. Ταυτοχρόνως η συχνότητα λέξεων που σχετίζονται με άλλους ανθρώπους, με την κοινωνική αλληλεπίδραση και τα θετικά συναισθήματα έχει μειωθεί. Η κυρία Τουένγκι θεωρεί υπεύθυνους τέσσερις παράγοντες: τις αλλαγές στη συμπεριφορά των γονέων, τη λατρεία της διασημότητας, το Διαδίκτυο και τον εύκολο δανεισμό. «Ολοι αυτοί οι παράγοντες επιτρέπουν στους ανθρώπους να έχουν μια διογκωμένη αίσθηση του εαυτού τους, στην οποία το φαίνεσθαι της επίδοσης είναι πιο σημαντικό από αυτή καθαυτή την επίδοση» λέει.
Αλλοι κατηγορούν το κίνημα της αυτοεκτίμησης που ξεκίνησε στην Καλιφόρνια τη δεκαετία του 1980. Δυστυχώς, λέει ο κ. Λίρι, το κίνημα γεννήθηκε από μια παρανόηση. Μελέτες είχαν δείξει έναν συσχετισμό ανάμεσα στην υψηλή αυτοεκτίμηση και στις θετικές εξελίξεις στη ζωή. «Ο κόσμος βιάστηκε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αυτοεκτίμηση ήταν η αιτία αυτών των άλλων πραγμάτων αλλά δεν είναι» λέει. Υστερα από τρεις δεκαετίες και πολλά προγράμματα ενίσχυσης της αυτοεκτίμησης επικρατεί η άποψη ότι ο καλύτερος τρόπος να αναθρέψει κάποιος τα παιδιά του είναι να οικοδομήσει την αυτοεκτίμησή τους μέσα από συνεχείς επαίνους και θετικές αναδράσεις. Τα στοιχεία είναι όμως είναι ασαφή, στην καλύτερη περίπτωση.


Μειωμένη αντοχή στις δυσκολίες
Το 2003 μια ομάδα με επικεφαλής τον Ρόι Μπαουμάιστερ του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Φλόριδας στο Ταλαχάσι διεξήγαγε μια μετα-ανάλυση των προηγούμενων ερευνών. Η εικόνα που αναδείχθηκε ήταν σύνθετη. Διαπίστωσαν ότι η υψηλή αυτοεκτίμηση σχετιζόταν γενικά με πιο χαρούμενη διάθεση και ανάληψη πρωτοβουλίας, ενώ η χαμηλή αυτοεκτίμηση συνδεόταν με κατάθλιψη. Παρ’ όλα αυτά, αντίθετα με το αναμενόμενο, τα άτομα με υψηλή αυτοεκτίμηση καταθλίβονταν περισσότερο σε στιγμές στρες, ενώ εκείνα που είχαν χαμηλή αυτοεκτίμηση έδειχναν μεγαλύτερη αντοχή όταν έρχονταν αντιμέτωπα με τα σκαμπανεβάσματα της ζωής. Φάνηκε επίσης ότι η προσπάθεια ενίσχυσης της αυτοεκτίμησης των μαθητών δεν βελτίωνε τις επιδόσεις τους στα μαθήματα και μπορούσε μερικές φορές να είναι αντιπαραγωγική. Η υψηλή αυτοεκτίμηση φάνηκε να προστατεύει τα κορίτσια από τα νταηλίκια, δεν εμπόδιζε όμως τα παιδιά να καπνίσουν, να πιουν, να πάρουν ναρκωτικά ή να κάνουν σεξ – αντιθέτως, τα ωθούσε στο να δοκιμάσουν αυτά τα πράγματα. Οι καλές επιδόσεις στην εργασία σχετίζονταν μερικές φορές με την υψηλή αυτοεκτίμηση, ο συσχετισμός όμως ήταν ευμετάβλητος και η σχέση της αιτιότητας ασαφής. Η αυτοεκτίμηση δεν μπορούσε να προβλέψει ούτε την ποιότητα ούτε τη διάρκεια των σχέσεων. Η γενική εικόνα ήταν τόσο συγκεχυμένη ώστε ο κ. Μπαουμάιστερ και η ομάδα του θεώρησαν ότι δεν μπορούν να εγκρίνουν προγράμματα για την ενίσχυση της αυτοεκτίμησης.

Σήμερα οι ψυχολόγοι συμφωνούν στο ότι η υψηλή αυτοεκτίμηση αποτελεί συχνότερα τη συνέπεια θετικών γεγονότων στη ζωή παρά την αιτία τους – ένα μήνυμα το οποίο ακόμη δεν έχει περάσει σε γονείς και δασκάλους. Ο κ. Λίρι φθάνει ως το σημείο να διαβεβαιώνει ότι η αυτοεκτίμηση που ενισχύεται με τεχνητό τρόπο, χωρίς αναφορά σε επιτεύγματα, δεν έχει καμία εγγενή αξία. Εν τω μεταξύ ο εκπαιδευτικός ψυχολόγος Χέρμπερτ Μαρς του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης υποστηρίζει ότι θα πρέπει να σκεφτόμαστε την αυτοεκτίμηση ως ένα τμήμα της ευρύτερης έννοιας ενός πράγματος που ονομάζεται αυτοαντίληψη και το οποίο περιλαμβάνει επίσης τις απόψεις που έχει κάποιος για την εθνοτική και μορφωτική του ταυτότητα, καθώς και για το φύλο του. Πιστεύει ότι η καλή αυτοαντίληψη και η υψηλή εκπαιδευτική απόδοση αποτελούν την αιτία και το αποτέλεσμα η μια της άλλης. «Αυτό είναι που κάνει τόσο δύσκολη τη δουλειά των δασκάλων» λέει. «Δεν πρέπει μόνο να διδάξουν δεξιότητες, πρέπει επίσης να οικοδομήσουν την πίστη των παιδιών στον εαυτό τους και μετά να συνδέσουν αυτά τα δύο».


Πιο σημαντικός ο αυτοέλεγχος
Ο κ. Μπαουμάιστερ υποστηρίζει ότι, αντί να «χτίζουμε» το εγώ των παιδιών, θα πρέπει να οικοδομήσουμε τον αυτοέλεγχό τους. Στο καινούργιο βιβλίο του «Willpower: Rediscovering Our Greatest Strength» (Allen Lane, 2012) παρουσιάζει στοιχεία υπέρ του ότι η δύναμη της θέλησης και όχι η αυτοεκτίμηση είναι το απαραίτητο συστατικό για μια επιτυχημένη ζωή. Υποστηρίζει ότι τα παιδιά θα πρέπει να μάθουν να ελέγχουν τις παρορμήσεις τους και να επιμένουν σε δύσκολα έργα ώστε να μπορέσουν να επιτύχουν τους στόχους τους, κάτι το οποίο θα ενισχύσει με φυσικό τρόπο την αυτοεκτίμησή τους. Οι γονείς και οι δάσκαλοι μπορούν να βοηθήσουν στην ανάπτυξη της αυτοπειθαρχίας ενθαρρύνοντας τα παιδιά να αποκτήσουν καλές συνήθειες. Και αντί να τους παρέχουν διαρκή και επομένως ανούσιο έπαινο, θα πρέπει να ενθαρρύνουν τα πραγματικά επιτεύγματα. Αν η προσέγγιση του κ. Μπαουμάιστερ φαίνεται υπερβολικά αυστηρή, ο κ. Λίρι είναι πιο πραγματιστής. Το μήνυμα που θα πρέπει να στέλνουν οι γονείς στα παιδιά τους, λέει, είναι ότι τα αγαπούν ακόμη και αν δεν είναι τέλεια και ότι μπορούν να βελτιωθούν. «Δώστε τους ειλικρινή πληροφόρηση»επισημαίνει. «Και πάνω από όλα, μη λέτε στο παιδί σας ότι είναι το καλύτερο παιδί του κόσμου γιατί κανένα δεν είναι».
Στροφή προς τους άλλους
Η υπερβολική αυτοεκτίμηση μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα, το ίδιο όμως ισχύει και για τη χαμηλή αυτοεκτίμηση. Στην εφηβεία τα παιδιά γίνονται ευάλωτα καθώς ο «συμπαγής» εγωκεντρισμός που έχουν στα πρώτα τους χρόνια αρχίζει γρήγορα να αποκτά ρωγμές. Στα κορίτσια η πτώση της αυτοεκτίμησης είναι μεγαλύτερη από ό,τι στα αγόρια, και στα δυο φύλα όμως η αλλαγή είναι μόνιμη. Επίσης σε αυτές τις ηλικίες η αυτοεκτίμηση μπορεί να είναι υψηλή αλλά ταυτόχρονα ασταθής, να καταποντίζεται με την πρώτη κριτική.

Οι γονείς φυσικά θέλουν να προστατεύσουν το παιδί τους σε αυτή την κρίσιμη ηλικία, όμως το να το στολίζουν με αβάσιμους επαίνους δεν είναι η λύση. Μια καλύτερη τακτική είναι να ενθαρρύνουν τα παιδιά να σκέφτονται τους άλλους. Μια από τις πολλές μελέτες που δείχνουν προς αυτή την κατεύθυνση έγινε από την Τζένιφερ Κρόκερ και την Εϊμι Κανεβέλο του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο στο Κολόμπους, σε περίπου 200 ζεύγη φοιτητών. Διαπίστωσαν ότι όσοι προσπάθησαν να ενισχύσουν την αυτοεκτίμησή τους βάζοντας τον ή την συγκάτοικό τους να τους αναγνωρίσει τα καλά σημεία τους απέτυχαν: τόσο η αυτοεκτίμηση των ίδιων όσο και η γνώμη των συγκατοίκων τους για εκείνους μειώθηκαν μέσα στους τρεις μήνες που διήρκεσε το πείραμα. «Εκείνο που πραγματικά λειτούργησε ήταν το να δείχνουν έμπρακτα ότι ενδιαφέρονται πραγματικά για τον συγκάτοικό τους» λέει η κυρία Κρόκερ.



ΚΣ

Τρίτη 19 Ιουνίου 2012

Συμβόλαιο ψυχής – του Άλαν Κοέν

Ένα μήνυμα εμπιστοσύνης στους Έλληνες από τον Άλαν Κοέν - ψυχολόγο, συγγραφέα.

Το έθνος της Ελλάδας έχει γίνει το επίκεντρο της προσοχής του κόσμου ολόκληρου. Τα μάτια όλων είναι στραμμένα στην κυβέρνηση της Ελλάδας και σ' εσάς τους Έλληνες, για να δουν πώς θα διαχειριστείτε τις σημαντικές προκλήσεις που αντιμετωπίζετε. Για μία ακόμα φορά, η Ελλάδα βρίσκεται στο προσκήνιο του πεπρωμένου της ανθρωπότητας, χαρτογραφώντας το μονοπάτι που οδηγεί μπροστά. Οι πράξεις σας και η συμπεριφορά σας θα ανοίξουν το δρόμο που θα ακολουθήσουν άλλα έθνη και άλλοι λαοί.

Επειδή συγκαταλέγω τους Έλληνες ανάμεσα στους πιο αγαπημένους αδελφούς και αδελφές μου, θα ήθελα να σας προσφέρω κάποιες προοπτικές που ελπίζω ότι θα σας βοηθήσουν να κινηθείτε με χάρη μέσα από αυτή την κρίση και να βγείτε θριαμβευτές. Μετά από πολλά χρόνια δουλειάς με ανθρώπους και ομάδες που στέκονταν σε κρίσιμα σταυροδρόμια, έχω γίνει ένα είδος ειδικού στη διαχείριση κρίσεων, κυρίως στην πνευματική διάσταση της ζωής.

Για να ξεκινήσετε, επαναπροσδιορίστε την κατάσταση που βρίσκεται μπροστά σας ως θετική ευκαιρία. Όπως σας έχουν πει, η κινεζική λέξη για την "κρίση" προέρχεται από δύο άλλες λέξεις: "κίνδυνος" και "ευκαιρία". Και ναι, υπάρχει κίνδυνος, και ναι, υπάρχει ευκαιρία. Όσο μεγαλύτερος ο κίνδυνος, τόσο σπουδαιότερη η ευκαιρία. Αντί να βλέπετε την οικονομική και πολιτική κατάσταση σαν τοίχο, θεωρήστε την ως πόρτα. Όταν ανακαλύψετε την πόρτα και τη διαβείτε, τότε θα περάσετε, στην άλλη πλευρά και θα ζήσετε μια πιο πλούσια ζωή.

Το 2012 και τα αμέσως επόμενα χρόνια είναι χρόνια τεράστιας μεταμόρφωσης / αλλαγής. Πολλά από τα παλιά συστήματα της οικονομίας, της θρησκείας, της εκπαίδευσης, των επιχειρήσεων, της πολιτικής και άλλων θεσμών, που κάποτε θεωρούνταν σταθερά, στερεά και αξιόπιστα, τώρα γκρεμίζονται. Διαλύονται επειδή έχουν γίνει δυσλειτουργικά. Δεν εξυπηρετούν το σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκαν αρχικά και δεν βοηθούν τους ανθρώπους που τα χρειάζονται.

Δεν μιλώ μόνο για την ελληνική οικονομία, αλλά και για την παγκόσμια, έτσι όπως έχει καταλήξει να είναι. Όταν οι άνθρωποι και οι θεσμοί είναι υγιείς και ευθυγραμμισμένοι με την ακεραιότητα, τότε αναπτύσσονται και ευημερούν. Όταν τα συστήματα δεν είναι ευθυγραμμισμένα με την υπηρεσία, η δύναμη της ζωής τα έχει εγκαταλείψει και πρέπει να καταρρεύσουν και να πεθάνουν, για το κοινό καλό.

Εάν δεν αναγνωρίσετε ότι υπάρχει ένας καλύτερος τρόπος για να ζήσετε, θα φοβάστε και θα αντιστέκεστε στα συστήματα που πεθαίνουν. Θα γαντζώνεστε σε αυτά, συνεχίζοντας την προσπάθεια να τα διορθώσετε, και θα αγωνίζεστε να τα κρατήσετε ζωντανά.

Αλλά αν ένα σύστημα δεν βρίσκεται σε αρμονία με την καλοσύνη ή την αποτελεσματικότητα, ή αν έχει χρησιμοποιηθεί με καταχρηστικό τρόπο και έτσι δεν εξυπηρετεί πλέον το μεγαλύτερο καλό της πλειονότητας, τότε το καλύτερο που θα μπορούσε να συμβεί είναι να καταρρεύσει.

Το κλειδί για να κυριαρχήσετε σε αυτή την κατάρρευση είναι να ανυψώσετε το όραμά σας έτσι ώστε να δείτε έναν καλύτερο τρόπο που μπορεί να αντικαταστήσει αυτό το σύστημα, και στη συνέχεια να επικεντρώσετε όλη σας την προσοχή στο θετικό σημείο όπου πρόκειται να πάτε και όχι στο αρνητικό σημείο από το οποίο προέρχεστε. Μερικές φορές χρειάζεται να αηδιάσουμε εντελώς με τον τρόπο που ζούμε, ώστε να αποκτήσουμε ένα ισχυρό κίνητρο για να βρούμε έναν καλύτερο τρόπο. "Ο πόνος σπρώχνει, ενώ το όραμα έλκει".

Αυτή τη στιγμή, απαιτούνται βαθιά πίστη και εμπιστοσύνη. Χρειάζεται να εμπιστευθείτε την ευρύτερη εικόνα της ζωής, το βαθύτερο επίπεδο της αλλαγής / μεταμόρφωσης, περισσότερο από το επιφανειακό επίπεδο του "φαίνεσθαι".

Όλοι οι μεγάλοι πνευματικοί δάσκαλοι μας παροτρύνουν να μην ξεγελιόμαστε από τα φαινόμενα, που είναι πάντα παραπλανητικά. Πίσω από τα φαινόμενα, η πραγματικότητα του πνεύματος παραμένει ακλόνητη και σταθερή. Ακόμη και αν τα φαινόμενα δείχνουν έλλειψη, το Σύμπαν έχει αφθονία. Η φύση κινείται πάντα προς τη μεγαλύτερη ευημερία.

Αν μπορέσετε, σε μια εποχή εξωτερικής αλλαγής, ακόμη και χάους, να παραμείνετε πιστοί στην εσώτερη γαλήνη και την εμπιστοσύνη, τότε θα αποκτήσετε βαθιά πνευματική γνώση. Είναι εύκολο να είμαστε χαλαροί και χαρούμενοι όταν τα πράγματα πηγαίνουν καλά. Αλλά όταν έρχονται δύσκολες εποχές, τότε είναι η στιγμή να αποδείξουμε τους νόμους του Σύμπαντος και να επιτύχουμε αληθινή πνευματική εξέλιξη.

Ως άτομα και ως μέρος της συλλογικής συνείδησης του ελληνικού έθνους και ολόκληρου του κόσμου, έχετε "εγγραφεί" σε αυτή την εμπειρία. Έχουμε ένα "συμβόλαιο ψυχής", να αντιμετωπίσουμε και να κατακτήσουμε αυτά τα ζητήματα. Σας συγχαίρω για το θάρρος σας να εισέλθετε σε ένα χώρο σκοτεινό για να τον φωτίσετε. Το φως που λάμπει στο σκοτάδι είναι πολύ πιο ισχυρό από το φως που λάμπει ανάμεσα σε άλλα φώτα. Αυτός είναι ο ρόλος σας τούτη την κρίσιμη στιγμή: μείνετε σε επαφή με το εσώτερο φως σας, ανεξάρτητα με το τι λένε ή τι κάνουν οι άλλοι. Τότε γίνεστε κυριολεκτικά το φως του κόσμου.

Και πάλι η Ελλάδα βρίσκεται στο προσκήνιο της παγκόσμιας αλλαγής. Ακριβώς όπως οδηγήσατε κάποτε τον κόσμο στη δημοκρατία, τη γλώσσα, τον πολιτισμό, την αρχιτεκτονική, την τέχνη, τη σωματική ευεξία και τον εορτασμό της ζωής, τώρα καλείστε να γίνετε ο παγκόσμιος ηγέτης στην ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ/ΑΛΛΑΓΗ. Παίρνετε μια δύσκολη κατάσταση και τη χρησιμοποιείτε για να αναβαθμίσετε την οικονομία, την κυβέρνηση και το εμπόριο. Δείχνετε στον κόσμο ότι η πραγματική οικονομία φροντίζει όλους όσοι συμβάλλουν σε αυτήν. Λέτε στον κόσμο: "Νοιαζόμαστε για την ποιότητα της ζωής μας. Πιστεύουμε ότι υπάρχουν αρκετά για όλους. Εμείς δεν θα συμβιβαστούμε με μια διαλυμένη οικονομία. Αξίζουμε το καλύτερο και ΘΑ ΒΡΟΥΜΕ τον τρόπο να το πετύχουμε".

Και άλλα έθνη θα ακολουθήσουν την Ελλάδα στο δρόμο από την κατάρρευση στη θεαματική πρόοδο, από το "αφήνω άλλους να αποφασίζουν για τη μοίρα μου" στην αυτοδιάθεση, από το φόβο στην αγάπη. Μην περνάτε ούτε μια στιγμή επικρίνοντας ή κατηγορώντας. Αντί γι' αυτό, εστιάστε όλη σας την προσοχή και την ενέργεια στην οικοδόμηση του κόσμου στον οποίο θέλετε να ζήσετε, έναν κόσμο πολύ πιο αληθινό και ικανοποιητικό από αυτόν που σας δόθηκε.

Οι προσευχές μου, καθώς και οι προσευχές πολλών εκατομμυρίων στην Αμερική και σε ολόκληρο τον κόσμο, είναι μαζί σας. Είμαστε εσείς. Πιστεύουμε σε εσάς και αναγνωρίζουμε ότι έχετε τη σοφία και την καρδιά να γίνετε οι αλχημιστές της χιλιετίας, μετατρέποντας το μόλυβδο των κοινότοπων εμπειριών στο χρυσό της πνευματικής αφύπνισης. Ακόμη και όταν η κυβέρνησή σας προσπαθεί να βρει τρόπους για να διαχειριστεί το χρυσό του κόσμου, εσείς πρέπει να επιδιώξετε να βρείτε ένα νέο τρόπο να διαχειριστείτε το χρυσό του πνεύματός σας. Η τράπεζα του πνεύματος δεν μπορεί ποτέ να εξαντληθεί ή να χρεοκοπήσει. Ακριβώς εδώ που βρίσκεστε, ΕΙΣΤΕ πάρα πολύ πλούσιοι. ΤΩΡΑ είναι η ώρα να κάνετε ανάληψη από τον εσωτερικό σας τραπεζικό λογαριασμό και να κάνετε την Ελλάδα, για άλλη μια φορά, το πλουσιότερο έθνος στη Γη.

Η αγάπη, οι προσευχές και οι ευλογίες μου είναι μαζί σας.

Άλαν Κοέν__

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

Η λέξη που χάλασε το τέρας

Ἀνήκω σὲ µία χώρα µικρή.

Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στὴ Μεσόγειο, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν ἀγώνα τοῦ λαοῦ, τὴ θάλασσα, καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου.


Εἶναι µικρὸς ὁ τόπος µας, ἀλλὰ ἡ παράδοσή του εἶναι τεράστια καὶ τὸ πράγµα ποὺ τὴ χαρακτηρίζει εἶναι ὅτι µᾶς παραδόθηκε χωρὶς διακοπή.


Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα δὲν ἔπαψε ποτὲ της νὰ µιλιέται. Δέχτηκε τὶς ἀλλοιώσεις ποὺ δέχεται καθετὶ ζωντανό, ἀλλὰ δὲν παρουσιάζει κανένα χάσµα.


Ἄλλο χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι ἡ ἀγάπη της γιὰ τὴν ἀνθρωπιά, κανόνας της εἶναι ἡ δικαιοσύνη.
Στὴν ἀρχαία τραγωδία, τὴν ὀργανωµένη µὲ τόση ἀκρίβεια, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ξεπερνᾶ τὸ µέτρο, πρέπει νὰ τιµωρηθεῖ ἀπὸ τὶς Ἐρινύες.


Ὅσο γιὰ µένα συγκινοῦµαι παρατηρώντας πὼς ἡ συνείδηση τῆς δικαιοσύνης εἶχε τόσο πολὺ διαποτίσει τὴν ἑλληνικὴ ψυχή, ὥστε νὰ γίνει κανόνας τοῦ φυσικοῦ κόσµου.


Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς διδασκάλους µου, τῶν ἀρχῶν τοῦ περασµένου αἰώνα, γράφει: «… θὰ χαθοῦµε γιατί ἀδικήσαµε …».
Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀγράµµατος. Εἶχε µάθει νὰ γράφει στὰ τριάντα πέντε χρόνια τῆς ἡλικίας του. Ἀλλὰ στὴν Ἑλλάδα τῶν ἡµερῶν µας, ἡ προφορικὴ παράδοση πηγαίνει µακριὰ στὰ περασµένα ὅσο καὶ ἡ γραπτή. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ποίηση.


Εἶναι γιὰ µένα σηµαντικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Σουηδία θέλησε νὰ τιµήσει καὶ τούτη τὴν ποίηση καὶ ὅλη τὴν ποίηση γενικά, ἀκόµη καὶ ὅταν ἀναβρύζει ἀνάµεσα σ’ ἕνα λαὸ περιορισµένο.


Γιατί πιστεύω πὼς τοῦτος ὁ σύγχρονος κόσµος ὅπου ζοῦµε, ὁ τυρρανισµένος ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνησυχία, τὴ χρειάζεται τὴν ποίηση. Ἡ ποίηση ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα – καὶ τί θὰ γινόµασταν ἂν ἡ πνοή µας λιγόστευε;


Εἶναι µία πράξη ἐµπιστοσύνης – κι ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει ἂν τὰ δεινά µας δὲν τὰ χρωστᾶµε στὴ στέρηση ἐµπιστοσύνης.
Παρατήρησαν, τὸν περασµένο χρόνο γύρω ἀπὸ τοῦτο τὸ τραπέζι, τὴν πολὺ µεγάλη διαφορὰ ἀνάµεσα στὶς ἀνακαλύψεις τῆς σύγχρονης ἐπιστήµης καὶ στὴ λογοτεχνία. Παρατήρησαν πὼς ἀνάµεσα σ’ ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δράµα καὶ ἕνα σηµερινό, ἡ διαφορὰ εἶναι λίγη. Ναί, ἡ συµπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲ µοιάζει νὰ ἔχει ἀλλάξει βασικά. Καὶ πρέπει νὰ προσθέσω πὼς νιώθει πάντα τὴν ἀνάγκη ν’ ἀκούσει τούτη τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ ποὺ ὀνοµάζουµε ποίηση. Αὐτὴ ἡ φωνὴ ποὺ κινδυνεύει νὰ σβήσει κάθε στιγµὴ ἀπὸ στέρηση ἀγάπης καὶ ὁλοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγηµένη, ξέρει ποὺ νὰ ’βρει καταφύγιο, ἀπαρνηµένη, ἔχει τὸ ἔνστικτο νὰ πάει νὰ ριζώσει στοὺς πιὸ ἀπροσδόκητους τόπους. Γι’ αὐτὴ δὲν ὑπάρχουν µεγάλα καὶ µικρὰ µέρη τοῦ κόσµου. Τὸ βασίλειό της εἶναι στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς. Ἔχει τὴ χάρη ν’ ἀποφεύγει πάντα τὴ συνήθεια, αὐτὴ τὴ βιοµηχανία.


Χρωστῶ τὴν εὐγνωµοσύνη µου στὴ Σουηδικὴ Ἀκαδηµία ποὺ ἔνιωσε αὐτὰ τὰ πράγµατα, ποὺ ἔνιωσε πὼς οἱ γλῶσσες, οἱ λεγόµενες περιορισµένης χρήσης, δὲν πρέπει νὰ καταντοῦν φράχτες ὅπου πνίγεται ὁ παλµὸς τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, ποὺ ἔγινε ἕνας Ἄρειος Πάγος ἱκανός νὰ κρίνει µὲ ἀλήθεια ἐπίσηµη τὴν ἄδικη µοίρα τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ θυµηθῶ τὸν Σέλλεϋ, τὸν ἐµπνευστή, καθώς µᾶς λένε, τοῦ Ἀλφρέδου Νοµπέλ, αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ µπόρεσε νὰ ἐξαγοράσει τὴν ἀναπόφευκτη βία µὲ τὴ µεγαλοσύνη τῆς καρδιᾶς του.


Σ’ αὐτὸ τὸν κόσµο, ποὺ ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας µας χρειάζεται ὅλους τούς ἄλλους. Πρέπει ν’ ἀναζητήσουµε τὸν ἄνθρωπο, ὅπου καὶ νὰ βρίσκεται.
Ὅταν στὸ δρόµο τῆς Θήβας, ὁ Οἰδίπους συνάντησε τὴ Σφίγγα, κι αὐτὴ τοῦ ἔθεσε τὸ αἴνιγµά της, ἡ ἀπόκρισή του ἦταν: ὁ ἄνθρωπος. Τούτη ἡ ἁπλὴ λέξη χάλασε τὸ τέρας. Ἔχουµε πολλὰ τέρατα νὰ καταστρέψουµε. Ἂς συλλογιστοῦµε τὴν ἀπόκριση τοῦ Οἰδίποδα.


Ομιλία του Γιώργου Σεφέρη κατά την τελετή παραλαβής του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας, 11 Δεκεμβρίου 1963.

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

"Ένας υπέροχος άνθρωπος"


Ο Κωνσταντίνος Δασκαλάκης και ο γρίφος της Ελλάδας

Ο μαθηματικός του ΜΙΤ, αν έμενε στην Ελλάδα, σίγουρα δεν θα ήταν καθηγητής σε ηλικία 30 χρονών. Μπορεί και να μην έλυνε ποτέ τον «γρίφο του Νας».
Παράλληλη Ελλάδα: Στο ΜΙΤ της Βοστώνης, από τις περίπου 7.000 φοιτητές οι 400 είναι Ελληνες – μετά τους Αμερικανούς, οι περισσότεροι που προέρχονται από μία και μόνη χώρα. Το πιο εντυπωσιακό, όμως, ίσως είναι οι έλληνες καθηγητές αυτού του φημισμένου εκπαιδευτικού ιδρύματος. Ο Κωνσταντίνος Δασκαλάκης είναι ένα από τα πιο γνωστά και πιο διάσημα μέλη αυτής της παράλληλης Ελλάδας που διδάσκει στο ΜΙΤ....
Τριάντα ετών και ήδη από τα 28 του είναι επίκουρος καθηγητής στην έδρα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών και Πληροφορικής.

Το 2004 τελείωσε το ΕΜΠ στην Ελλάδα, και στα 27 του, ενώ ήταν ακόμη φοιτητής στο Μπέρκλεϊ, ήταν βασικό μέλος της ομάδας η οποία θα έλυνε τον περιβόητο «γρίφο του Νας», ο οποίος παρέμενε άλυτος για 50 χρόνια· ο Χρίστος Παπαδημητρίου και ο Πολ Γκόλντμπεργκ ήταν οι άλλοι δύο «λύτες». Ο «γρίφος του Νας», η «θεωρία των παιγνίων», η πιο βασική μαθηματική θεωρία για την οικονομία του 20ού αιώνα· η ζωή του Τζον Νας είχε γίνει ταινία ήδη από το 2001, με το οσκαρικό «Ενας υπέροχος άνθρωπος»: πράγματα σχεδόν ασύλληπτα για οποιονδήποτε, πόσω μάλλον για έναν 27χρονο Ελληνα της ξενιτιάς.

Αμέσως τον προσλαμβάνει η Microsoft προσφέροντάς του δουλειά στη Σίλικον Βάλεϊ, αλλά την επόμενη χρονιά εκείνος αποφασίζει να εργαστεί ως καθηγητής στο ΜΙΤ. Η Microsoft τού κάνει μια μεγαλειώδη προσφορά για να παραμείνει, αλλά ο ίδιος προτιμά «το ζωντανό περιβάλλον ενός πανεπιστημίου».

Οι γονείς του είναι και οι δύο καθηγητές στην Ελλάδα. «Είναι δύο από τους δημοσίους υπαλλήλους που τους βρίζουν όλοι τώρα στην Ελλάδα, αλλά εγώ θυμάμαι ότι δεν αφιέρωναν σχεδόν καθόλου χρόνο σε μένα και στον αδελφό μου, επειδή πάντα έφερναν δουλειά και στο σπίτι». Τον συναντήσαμε στη Βοστώνη, δίπλα στο ΜΙΤ, σε ένα καφέ που μας πρότεινε. «Πηγαίνουμε εκεί επειδή στο ΜΙΤ έχει χάλια καφέ». Λαμπερό μυαλό, λαμπερή προσωπικότητα, λαμπερές απόψεις.

Τώρα που είστε σε μια απόσταση, ποιο θεωρείτε ότι είναι το πιο βασικό πρόβλημα στα ελληνικά ΑΕΙ;
«Η οικογενειοκρατία, η οποία στην Ελλάδα εκφράζεται και όταν βλέπεις πατεράδες και τα παιδιά τους ή τα ανίψια τους να κρατούν μια έδρα επί χρόνια, αλλά και όταν ένας τελειόφοιτος κάνει το διδακτορικό του σε κάποιον καθηγητή και τελικά γίνεται και ο ίδιος καθηγητής σε αυτή την έδρα. Οταν τελειώνεις το διδακτορικό σου στο Πολυτεχνείο ή στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, δεν νοείται να διαδέχεσαι τον καθηγητή στον οποίο έκανες το διδακτορικό σου. Αν αυτός ο καθηγητής έχει κάτι να προσφέρει στην παγκόσμια σφαίρα της γνώσης, τότε θα σε εκπαιδεύσει και θα σε στείλει κάπου αλλού, για να μεταλαμπαδεύσεις τη γνώση την οποία εκείνος έχει. Η γνώση είναι σαν τον αέρα, πρέπει να κυκλοφορεί στην ατμόσφαιρα, από πανεπιστήμιο σε πανεπιστήμιο, από χώρα σε χώρα και από ήπειρο σε ήπειρο· αλλιώς, αν μείνει περιορισμένη κάπου, γίνεται μούχλα».

Δηλαδή τον καθηγητή στον οποίο εσείς κάνατε το διδακτορικό σας, ποιος θα τον διαδεχθεί;
«Σίγουρα κάποιος άλλος! Εγώ έκανα το διδακτορικό μου στο Μπέρκλεϊ και ήρθα στο MIT να γίνω καθηγητής· δεν έμεινα εκεί».

Αν παραμένατε στο Μπέρκλεϊ, αυτό τι θα έδειχνε;
«Δεν θα έδειχνε τίποτε, διότι κάθε κανόνας έχει τις εξαιρέσεις του. Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες αν ο απόφοιτος έχει κάτι να συμπληρώσει στο πανεπιστήμιο στο οποίο εκπαιδεύτηκε, μπορεί να παραμείνει. Αν δεν συμβαίνει αυτό, τότε πρέπει να φύγει και να πάει σε κάποιο άλλο εκπαιδευτικό ίδρυμα για να μεταφέρει εκεί τις καινούργιες αυτές γνώσεις και ιδέες. Στις ΗΠΑ, αν είχαμε τα πανεπιστήμια της Δυτικής Ακτής να εκπαιδεύουν τους δικούς τους επιστήμονες και να παραμένουν εκεί και από την άλλη είχαμε και αυτά της Ανατολικής Ακτής να κάνουν το ίδιο, τότε δεν θα υπήρχε επικοινωνία, δεν θα υπήρχε “σύγκρουση”, άρα ούτε και πρόοδος».

Ακούγεται τόσο λογικό αυτό και τόσο «φιλικό» προς τη γνώση και την επιστήμη.
«Στο Πολυτεχνείο, ας πούμε, νομίζω ότι η εμπειρία μου ως φοιτητή και οι γνώσεις οι οποίες θα είχα πάρει θα ήταν πενταπλάσιες αν οι καθηγητές που είχα – και οι οποίοι, παρεμπιπτόντως, είναι κόπια ο ένας του άλλου – ήταν όλοι από διαφορετική επιστημονική σχολή. Στα ελληνικά πανεπιστήμια έγινε το εξής: Κάποτε ήρθαν από το εξωτερικό κάποιοι μεγαλοκαθηγητές, οι οποίοι εκπαίδευσαν μερικούς φοιτητές και τους έκαναν καθηγητές. Ετσι ο κάθε καθηγητής έφτιαχνε μέσα στα τμήματα μια δική του “αυλή”, η οποία νεμόταν την εξουσία του τμήματος».

Χρησιμοποιώντας έναν μαθηματικό όρο, ποια θεωρείτε ότι είναι η βασική λαθεμένη υπόθεση από την οποία ξεκινήσαμε οι Ελληνες για τον εαυτό μας και έτσι, αναπόφευκτα, καταλήξαμε σε λάθος αποτέλεσμα πολιτισμικά και κοινωνικά;
«Δεν θέλω να είμαι σκληρός. Να σας πω ποια είναι η λάθος υπόθεση που εγώ έκανα όταν μεγάλωνα στην Ελλάδα: ότι όλοι γύρω μου είναι τίμιοι και ότι αυτό που έλεγαν το εννοούσαν».

Τον γρίφο της Ελλάδας μπορείτε να τον λύσετε;
«Είναι άλυτος! Οχι, αστειεύομαι. Οπως σε όλα τα πράγματα, υπάρχουν μικροκανόνες, οι οποίοι όμως καθορίζουν τα μακροσκοπικά θέματα. Νομίζω ότι οι Ελληνες είμαστε σε μια φάση όπου λέμε ότι φταίει η κακή μας τύχη, ενώ εμείς είμαστε φτιαγμένοι για τα ωραία και τα μεγάλα. Παράλληλα, ο ένας κοροϊδεύει τον άλλον, και ο ένας προσπαθεί να κλέψει τον άλλον με οποιονδήποτε τρόπο. Οταν δεν είσαι τίμιος απέναντι στον συνάνθρωπό σου, όταν ο ένας προσπαθεί να υπονομεύσει και να κλέψει τον άλλον, τότε αυτό θέτει τα θεμέλια για να συμβεί ό,τι συνέβη. Νομίζω είμαστε άξιοι αυτών που παθαίνουμε. Επίσης, έχουμε και αυτόν τον μύθο ότι οι Ελληνες είμαστε ντόμπροι».

Στην επίλυση ενός προβλήματος παίζει ρόλο και αυτός που προσπαθεί να το επιλύσει. Ας πούμε τώρα, με τον Λουκά Παπαδήμο πρωθυπουργό, πώς τα βλέπετε τα πράγματα;
«Οπως σε όλα τα άλυτα θέματα, έτσι και σε αυτό, πρέπει πρώτα να καταλάβεις ποιο είναι το λάθος. Αν ο Παπαδήμος καταλάβει ποιο είναι το λάθος στη δομή της ελληνικής κοινωνίας και της οικονομίας, τότε θα έχει κάνει το πρώτο μεγάλο βήμα για την επίλυση του προβλήματος».

Ναι, αλλά ένας πολιτικός μπορεί να καταλαβαίνει πολύ καλά ποιο είναι το λάθος και απλώς να μην κάνει τίποτε για να το λύσει, για άλλους λόγους.
«Σωστά. Αυτές είναι παραδοξότητες κυρίως του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Οταν βλέπεις το λάθος επί χρόνια και δεν το διορθώνεις, τότε η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά».

Την ημέρα που βραβευτήκατε επειδή βρήκατε τη λύση στο «γρίφο του Νας», στο κοινό βρισκόταν και ο ίδιος ο Νας. Βλέποντάς τον, σκεφτήκατε καθόλου ότι η ζωή είναι τελικά ένα παιχνίδι;
«Δεν είχα την παραμικρή ιδέα, δεν το περίμενα ότι ο Νας, στην ηλικία των 83 χρόνων, ένας ηλικιωμένος και καταξιωμένος επιστήμονας, θα γνώριζε ότι πρόκειται να μιλήσω για την εργασία του και θα ερχόταν στο συνέδριο. Μάλιστα, είχα ήδη αρχίσει να μιλάω δύο λεπτά και μπήκε καθυστερημένα».

Τον είδατε και ξαφνιαστήκατε; Τι σκεφτήκατε;
«Δεν κόμπλαρα, αν το θέτετε έτσι. Αυτά τα έχω ξεπεράσει. Είναι παιδικές αρρώστιες. Αυτό που σκέφτηκα είναι ότι, να, κλείνει ένας κύκλος. Συνέχισα την ομιλία μου, η οποία άλλωστε έχει μια άλλη μικρή ιστορία πίσω της».

Μπορείτε να μας την πείτε;
«Την τελευταία φορά που είχα δει την ταινία με θέμα τη ζωή του, το “Ενας υπέροχος άνθρωπος”, ήμουν μαθητής λυκείου, και φυσικά τότε δεν είχα ιδέα ούτε καν τι κλάδο θα ακολουθούσα στις σπουδές μου. Καθόμουν στο δωμάτιο του ξενοδοχείου στο Σικάγο, όπου επρόκειτο να γίνει η βράβευση, γράφοντας την ομιλία. Προσπαθούσα να την κάνω κατανοητή στους επιστήμονες οι οποίοι θα ήταν στο κοινό και τότε συνέβη κάτι εκπληκτικά συμπτωματικό. Είχα την τηλεόραση ανοιχτή απλώς για να ακούω κάποιον ήχο και έπειτα από ώρα αντιλαμβάνομαι ότι έδειχνε το “Ενας υπέροχος άνθρωπος”».

Αυτό πώς εξηγείται από ένα μαθηματικό μυαλό όπως το δικό σας;
«Νομίζω ότι ο κόσμος μας έχει απλές εξηγήσεις και δεν θέλω να στραφούμε στη μεταφυσική. Αυτή η τρελή σύμπτωση είναι πολύ τρελή για να είναι σύμπτωση. Απλώς θα υπάρχει κάποια απλή εξήγηση την οποία δεν γνωρίζω και, για να είμαι ειλικρινής, προτιμώ η απάντηση να μείνει ένας γρίφος».

Η λύση του γρίφου του Νας αποτελούσε αντικείμενο του πόθου για εσάς. Νιώσατε αυτή τη μελαγχολία που μας πιάνει συνήθως αφού κατακτήσουμε κάτι που θέλουμε πάρα πολύ;
«Αυτό συμβαίνει συνεχώς στη ζωή μου. Είναι μέρος της δουλειάς μου. Προσπαθώ να λύσω ένα πρόβλημα, το οποίο αρχικά δεν καταλαβαίνω, και το σκέφτομαι τόσο πολύ που δεν μπορώ να κοιμηθώ. Σιγά σιγά αρχίζω να το καταλαβαίνω και, όταν τελικά το λύσω, για μία μέρα πετάω στα σύννεφα, αλλά μετά με πιάνει μια κατάσταση μπλουζ. Το μπλουζ της κατάκτησης».

Μετά τη λύση του, ποιο νέο ερώτημα προέκυψε;
«Η εργασία που κάναμε δείχνει ότι τα μαθηματικά εργαλεία του τελευταίου αιώνα δεν είναι επαρκή για να εξηγήσουν τα οικονομικά συστήματα στα οποία ζούμε και στα οποία αλληλεπιδρούμε. Δηλαδή δεν μπορούμε να εμπιστευόμαστε τις υπάρχουσες οικονομικές θεωρίες για να κάνουμε προβλέψεις για ένα οικονομικό σύστημα του σήμερα. Για αυτά που συμβαίνουν τώρα χρειάζεται κάτι καινούργιο. Αρα το θέμα είναι να βρούμε μια μαθηματική θεωρία, η οποία να μπορεί από τις παραμέτρους του οικονομικού συστήματος, όπως ο φυσικός πλούτος, ο πληθυσμός, το εκπαιδευτικό σύστημα κτλ., να προβλέψει τι θα συμβαίνει. Προσπαθούμε να κάνουμε μέσα από τα μαθηματικά μια πρόβλεψη η οποία να λέει ότι “δεδομένων αυτών των συνθηκών, προβλέπουμε, για παράδειγμα, ότι η ανεργία θα είναι σε αυτό το επίπεδο ή τα προϊόντα θα έχουν αυτές τις τιμές”».

Πρακτικά πώς θα βοηθηθεί ο κάθε πολίτης αν βρεθεί αυτή η θεωρία;
«Ο καθένας από εμάς είναι ένα κινούμενο λάπτοπ το οποίο παίρνει ερεθίσματα, κάνει υπολογισμούς και αναπροσαρμόζει τη στρατηγική του. Ο ατομικός υπολογισμός μας, για να έρθει σε πέρας γρήγορα, θα πρέπει να έχει καλά υπολογιστικά στοιχεία, καλές πληροφορίες. Σε αυτό ακριβώς θα βοηθήσει».

Πόσοι άνθρωποι εργάζονται πάνω σε αυτό;
«Πολλοί. Σχεδόν όλοι οι οικονομολόγοι».

Εσείς νιώθετε ότι είστε κοντά;
«Προς το παρόν όχι. Υπάρχουν αυτές οι λύσεις, αλλά δεν θα είναι τόσο κομψές όσο οι ήδη υπάρχουσες».

Με τη λέξη «κομψές» τι εννοείτε;
«Να το πω απλά. Ο Νας πήρε το Νομπέλ Οικονομικών Επιστημών για ένα σημείωμα το οποίο είχε την έκταση μιας σελίδας».

Πιστεύετε ότι υπάρχει κάποιος γρίφος ο οποίος μένει αιώνια άλυτος; «Ναι, ξέρουμε ότι υπάρχουν κάποιοι γρίφοι οι οποίοι εγγενώς δεν έχουν απάντηση, αλλά δεν ξέρουμε ποιοι είναι και δεν θα τους μάθουμε ποτέ, διότι κάποιοι θα προσπαθούν να τους λύσουν και άρα θα εκκρεμεί η πιθανότητα της απάντησής τους. Το βιβλίο “Ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ” περιστρέφεται γύρω από την ιδέα ότι ένας μαθηματικός μπορεί να αφιερώσει όλη του τη ζωή στην απόδειξη ενός θεωρήματος, πράγμα που εγγενώς μπορεί να μην είναι δυνατό. Μπορεί δηλαδή να είναι αληθές και να μην καταφέρεις ποτέ να βρεις αντιπαράδειγμα».

Αν δουλεύει κάποιος επί χρόνια για κάτι ανάλογο και τελικά δεν βγάλει άκρη, πώς μπορεί να είναι αυτό το συναίσθημα;
«Θεωρώ ότι το ταξίδι προς την απάντηση είναι το πιο σημαντικό και όχι η λύση αυτή καθαυτή. Δείτε τον τετραγωνισμό του κύκλου, για παράδειγμα. Ο Αρχιμήδης, ο οποίος θεωρείται μαζί με τον Γκάους ο σημαντικότερος μαθηματικός όλων των εποχών, προσπαθούσε να λύσει αυτό το πρόβλημα και δεν τα κατάφερε. Εμεινε ανοιχτό ως τον 19ο αιώνα, οπότε και λύθηκε. Κάποιος θα μπορούσε να αναρωτηθεί γιατί μας ενδιαφέρει τόσο πολύ η λύση του. Απλώς τα μαθηματικά τα οποία χρειάστηκαν για να λυθεί το πρόβλημα του τετραγωνισμού του κύκλου είναι πλέον πάρα πολύ σημαντικά».

Είναι κάπου χρήσιμα στην καθημερινότητά μας;
«Χρησιμοποιούνται πολύ στην πληροφορική. Σε αυτό το σημείο να τονίσω ότι ο Αρχιμήδης δεν θα μπορούσε ποτέ να προβλέψει ότι η απάντηση αυτού του γρίφου θα είχε τόσο μεγάλη μαθηματική σημασία. Οταν έθετε αυτό το πρόβλημα πριν από 20 αιώνες και κάτι, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ο πολιτισμός μας σήμερα θα έχει αυτή τη μορφή και ότι τα μαθηματικά που θα απαιτούνταν για τη λύση του θα μας ήταν τόσο χρήσιμα σήμερα».

Αν με έναν τρόπο μαγικό ο Αρχιμήδης είχε βρει τη λύση εκείνη την εποχή, αυτό θα σήμαινε ότι θα άλλαζε ολόκληρος ο τότε πολιτισμός; «Ακριβώς».

Ισως και να μπορούσε να έχει προβλέψει πώς θα ήταν ο πολιτισμός αιώνες μετά;
«Οχι. Αν είχε καταφέρει να τετραγωνίσει τον κύκλο εκείνη την εποχή, αυτό θα σήμαινε μια διαφορετική ροή στην Ιστορία και άρα ο κόσμος σήμερα θα είχε διαφορετική μορφή, την οποία αντίστοιχα δεν θα μπορούσε να προβλέψει τότε. Ούτε εμείς ξέρουμε πώς θα ήταν ο κόσμος μας σήμερα».

Πολύ εντυπωσιακό. Μοιάζουν, όμως, να έχουν μια εξηγήσιμη συνέχεια όλα αυτά.
«Ακριβώς. Αυτό που θέλω να πω είναι ότι η επιστήμη είναι δυναμική. Ποτέ δεν ξέρουμε αν η θεωρία μας είναι σωστή ή, ακόμη, μπορεί να είναι σωστή στο να εξηγήσει κάποια πράγματα και ανεπαρκής στο να εξηγήσει κάποια άλλα. Είναι πολύ χαρακτηριστικό αυτό που συνέβη στην περίπτωση της φυσικής. Ενας από τους πρώτους που πρότειναν κάποια θεωρία ήταν ο Νεύτωνας. Η Νευτώνεια Μηχανική λειτούργησε μια χαρά, βοήθησε τον άνθρωπο να κατασκευάσει μηχανές και ήταν σε γενική ισχύ ως τις αρχές του 20ού αιώνα. Τότε ήρθε ο Αϊνστάιν, ο οποίος είπε ότι “η θεωρία αυτή είναι μια χαρά, αλλά σε υψηλές ταχύτητες δεν δουλεύει καθόλου και είναι ανεπαρκής”. Τελικά, έπειτα από πολύ καιρό, διατύπωσε τη γενική Θεωρία της Σχετικότητας. Στη συνέχεια ήρθαν οι κβαντομηχανικοί, οι οποίοι είπαν “ωραία η θεωρία του Αϊνστάιν, αλλά δυστυχώς σε αυτή την επιπλέον περίπτωση δεν ισχύει” και έκαναν μια πρόταση η οποία δουλεύει καλύτερα».

Η τύχη παίζει κάποιον ρόλο σε όλα αυτά;
«Θεωρώ πως σε ό,τι και να κάνεις υπάρχει ο παράγων τύχη, αλλά είναι ένα μικρό ποσοστό. Αυτά τα οποία μετρούν κυρίως είναι η όλη κουλτούρα που έχεις και όλη η εκπαίδευσή σου από τότε που ήσουν παιδί ως τη στιγμή που βρίσκεσαι να λύσεις αυτό που προσπαθείς να λύσεις. Ενα κομμάτι της απόδειξής μου για τον γρίφο του Νας κάθησα και το σκέφτηκα σπίτι μου, όταν είχε κρασάρει ο υπολογιστής μου, και περίμενα να ανοίξει. Ενώ, λοιπόν, ο υπολογιστής έπαιρνε πολλή ώρα να ξεκινήσει, εγώ απέδειξα ένα κομμάτι του θεωρήματος. Αν δεν είχε συμβεί αυτό, θα δούλευα στον υπολογιστή μου και όταν αργότερα θα καθόμουν να σκεφτώ τον γρίφο του Νας μπορεί το μυαλό μου να ήταν σε άλλη κατάσταση και να μην προχωρούσε το θέμα. Μετράει η τύχη, όπως το να βρεθείς στο κατάλληλο περιβάλλον, στην κατάλληλη στιγμή, με τους σωστούς ανθρώπους, αλλά η γενικότερη κουλτούρα είναι η πιο σημαντική».

Η Ελλάδα νιώθετε ότι σας βοήθησε κάπου;
«Είναι πολύπλοκη η απάντηση, αλλά η Ελλάδα με βοηθάει ως έμπνευση. Ζούμε σε μία από τις πιο όμορφες χώρες του κόσμου, είναι έμπνευση η Ελλάδα. Εγώ είμαι από την Κρήτη. Η κρητική ψυχή είναι επίσης έμπνευση για εμένα. Αλλά και τα κακά του ελληνικού συστήματος, αν τα αντιστρέψεις, σε βοηθούν. Οταν ήμουν φοιτητής στην Ελλάδα, βρισκόμουν σε μια διαρκή αγωνία να ανακαλύψω μόνος μου τη γνώση και φανταστείτε ότι τότε το Internet μόλις που είχε αρχίσει να διαδίδεται. Σήμερα, ακόμη και αν βρισκόμουν σε ένα χωριό στην Ελλάδα, αν με ενδιέφερε κάτι, θα είχα τη δυνατότητα να παρακολουθήσω τα ανάλογα μαθήματα στο MIT, αφού αναρτούμε όλο το εκπαιδευτικό υλικό στο Internet για να το χρησιμοποιήσει όποιος θέλει στον κόσμο. Μπορεί να είσαι φοιτητής στην Ελλάδα και να παρακολουθείς δωρεάν. Λέγεται OpenCourseWare. Μπορούν οι φοιτητές στα ελληνικά πανεπιστήμια, όταν γίνονται καταλήψεις, να παίρνουν μέσω Διαδικτύου μαθήματα από το MIT».

Οι καταλήψεις στα ελληνικά πανεπιστήμια πώς σας φαίνονται;
«Ως γενική θέση είμαι υπέρ του να γίνεται κατάληψη όταν αποφασίζεται από την πλειοψηφία των φοιτητών, πράγμα το οποίο, όμως, δεν συμβαίνει στην Ελλάδα. Είμαι κατά των καταλήψεων οι οποίες αποφασίζονται από ένα πολύ μικρό ποσοστό των φοιτητών ενός τμήματος. Υπάρχει ένα 5% των φοιτητών οι οποίοι στις συνελεύσεις των τμημάτων παίρνουν τις αποφάσεις και τραμπουκίζουν τους άλλους φοιτητές. Εγώ υπέφερα από τις καταλήψεις στην εποχή μου. Τις χρονιές 1999 με 2004, από τις τέσσερις εξεταστικές του καλοκαιριού χάσαμε τις δύο».

Τότε πήρατε την απόφαση να φύγετε;
«Οχι. Το είχα αποφασίσει πιο νωρίς, στο δεύτερο έτος. Ηθελα να πάω στο εξωτερικό, να κάνω πρακτική εξάσκηση μέσα από ένα πρόγραμμα στο οποίο συμμετέχει το Πολυτεχνείο και σε φέρνει σε επαφή με εταιρείες που θέλουν να πάρουν φοιτητές να δουλέψουν το καλοκαίρι. Ηθελα να πάω σε μια εταιρεία στην Ιρλανδία, η οποία πήγαινε καλά τότε ως οικονομία, και κάποια στιγμή μού ζήτησαν να τους πω ημερομηνίες. Δεν είχα, όμως, την παραμικρή ιδέα πότε θα τελείωνε η εξεταστική. Εκεί θύμωσα, επειδή κατάλαβα ότι στην Ελλάδα είναι τελείως αβέβαια όλα».

Πώς γίνεται οι μεγαλύτερες ανακαλύψεις που έχουν γίνει στην Ιστορία να είναι από πολύ νεαρά άτομα;
«Το να είσαι νεαρός βοηθά στο να ανατρέψεις μια παγιωμένη θεωρία, επειδή είσαι πιο κριτικός απέναντι σε αυτά που δίνονται ως “πατροπαράδοτες” αλήθειες. Επίσης, έχεις περισσότερο χρόνο και έχεις και πιο φρέσκο μυαλό. Δεν θεωρώ, πάντως, ότι η ηλικία αυτή καθαυτή σε βοηθάει να κάνεις κάποια ανακάλυψη, σκέψου ότι εμείς είμαστε τρεις άνθρωποι, ο Χρίστος (Παπαδημητρίου), ο Πολ (Γκόλντμπεργκ) και εγώ, οι οποίοι είμαστε σε τρεις πολύ διαφορετικές ηλικίες».

Οταν λύσατε αυτόν τον γρίφο, ήταν μια στιγμή όπου είπατε «αυτό ήταν, τέλειωσε» ή έγινε κάπως αλλιώς;

«Ηταν ένας μήνας που ξέραμε ότι κάθε βήμα μας ήταν επιτυχές. Εφόσον είδαμε το πρόβλημα από τη σωστή πλευρά, ξέραμε ότι αυτή είναι η αλήθεια που διέπει το Σύμπαν και ξέραμε ότι κάθε κίνησή μας ήταν σωστή. Υπήρχε μια στιγμή από εκεί και πέρα όπου ξέραμε ότι θα το λύσουμε. Ημασταν μαζί με τον Χρίστο και, όταν το βρήκαμε, είπαμε “αυτό πρέπει να είναι”. Νιώσαμε το απόλυτο δέος για αυτό που μπορεί να συμβεί και μια αγωνία για το αν πράγματι ο “θεός των μαθηματικών” θα είναι μαζί μας».

Την ηδονή αυτής της στιγμής με τι θα μπορούσατε να την παρομοιάσετε;
«Φαντάζομαι ότι, αν πιστεύεις στον Θεό, είναι ίσως η ηδονή την οποία έχεις όταν έρχεσαι σε επαφή με το θείο. Πιστεύω στον θεό των μαθηματικών και εγώ ήρθα σε επαφή με μια αρμονία στο Σύμπαν. Είναι μια ομορφιά».

Μπορείτε να το παραλληλίσετε με ένα πιο καθημερινό συναίσθημα, ώστε να μπορούμε να το αντιληφθούμε και εμείς;
«Εγώ πάντα όταν βλέπω το ηλιοβασίλεμα νιώθω δέος. Το έχω δει άπειρες φορές και δεν μπορεί να χωρέσει στο μυαλό μου η ομορφιά που βλέπω. Είναι το ίδιο συναίσθημα, αλλά με διαφορετικό τρόπο, επειδή είναι δική σου “γέννα”».

Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜagazino στις 20 Νοεμβρίου 2011.

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

Νεανίσκε, σοι λέγω...



Μία συνάντηση μεγάλης σημασίας γίνεται κατά τη διήγηση της περικοπής Λουκ. 7, 11-16, στην πύλη της πόλεως Ναΐν της Γαλιλαίας: Η πομπή που συνοδεύει το νεκρό παιδί μιας χήρας γυναίκας στον τάφο (αργά το απόγευμα κατά τις παλαιστινές συνήθειες) συναπαντιέται με την συνοδεία του Χριστού· ο Αρχηγός της ζωής συναντά μπροστά του το θάνατο· το σβήσιμο κάθε ελπίδας βρίσκεται αντιμέτωπο μ’ Αυτόν που είναι η ελπίδα, η ζωή και το μέλλον του κόσμου. Σε μια τέτοια συνάντηση ασφαλώς νικητής είναι ο ισχυρότερος, αυτός που πατά το θάνατο, διαλύει τη θλίψη του και δείχνει προς την ανατολή ενός νέου κόσμου. Μόνον Αυτός έχει τη θεία αυθεντία και εξουσία να προφέρει τη φράση που διαβάζομαι στην περικοπή μας: «Νεανίσκε, σοι λέγω· εγέρθητι». Είναι μία διαταγή της ζωής προς το θάνατο, μία πρόσκληση του νικητή της ζωής προς τον ηττημένο από το θάνατο άνθρωπο.

Ο θάνατος προέρχεται από την αποτυχία του ανθρώπου, την επανάσταση  κατά του Θεού, την προβολή του εγώ του σαν κέντρο του παντός· το εγώ τονίζεται και αυτοεπιβεβαιώνεται με κάθε τρόπο μέσα στη ζωή, γιατί φοβάται την εξαφάνισή του και τον εκμηδενισμό του από το θάνατο. Έτσι ή παραβλέπει κανείς αλαζονικά την αργά ή γρήγορα επερχόμενη καταστροφική παρουσία του θανάτου και αιφνιδιάζεται απροετοίμαστος γι’ αυτή τη συνάντησή του, ή την φοβάται διαρκώς και η ζωή έτσι καταντά ένας παθολογικός τρό μος στη σκέψη ότι κάποτε θα τελειώσει. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε μια αρνητική και μηδενιστική θεώρηση του μεγάλου αυτού γεγονότος της υπάρξεώς μας που λέγεται θάνατος.

Η φιλοσοφία της εποχής μας έδωσε πολλές όψεις και περιγραφές του τρομακτικού βιώματος που αισθάνονται οι άνθρωποι στη σκέψη του θανάτου και της φοβίας που παραλύει τη ζωή τους από τον βέβαιο ερχομό του.

Η Αγία Γραφή όμως, όσες φορές αναφέρει το θάνατο, δεν το κάνει για να τρομοκρατήσει τους ανθρώπους ή για να τους δείξει, το μάταιο και ανούσιο κάθε προσπάθειάς τους αφού το τέρμα θα είναι αναπόφευκτα ο τάφος· απεναντίας ενδιαφέρεται να υπογραμμίσει τη νέα πραγματικότητα που ξεπερνά και κατανικά το θάνατο, ενδιαφέρεται να δείξει ότι ο θάνατος έχασε το κεντρί του από τη στιγμή που ο Υιός του Θεού καταπάτησε το θάνατο με την ανάστασή του. Η ζωή και η ανάσταση είναι το κεντρικό θέμα των βιβλίων της Κ. Διαθήκης και όχι ο θάνατος και η αγωνία που αυτός προκαλεί.
Όποιος βρίσκεται κοντά στον αναστημένο Χριστό, και ζει την παρουσία του μέσα στην Εκκλησία, ουσιαστικά βέβαια και όχι τυπικά, αυτός δεν αγωνιά μπροστά στην ιδέα του θανάτου, γιατί ξέρει ότι η ζωή είναι ένα θαύμα του Θεού, μια προσφορά αγάπης, ένα δώρο αιώνιο που με κανένα τρόπο δεν μπορεί να εκμηδενισθεί από τις φθοροποιές δυνάμεις της κακίας, του μίσους και τις καταστροφής που εκπροσωπεί ο θάνατος.

Η παρουσία του Χριστού γεμίζει τη ζωή του πιστού με τέτοια πληρότητα και αφθονία, ώστε ο θάνατος να μη μπορεί να σημαίνει παρά πέρασμα από το μυστήριο στην πραγματικότητα, ολοκλήρωση της ζωής και άνοιγμα προς νέους κόσμους. Η ύπαρξη του ανθρώπου, όταν φωτίζεται από το φως της θείας αγάπης και όταν θερμαίνεται με την ελπίδα της αναστάσεως, αποκτά καινούργιες δυνατότητες δημιουργικής οράσεως, γίνεται εστία χαράς, και εκπροσωπεί ήδη τη νέα μελλοντική πραγματικότητα της ζωής μέσα σ’ ένα κόσμο που βασιλεύει η οσμή του θανάτου.

Το «νεανίσκε, σοι λέγω· εγέρθητι» είναι η ελπιδοφόρα και γεμάτη ζωή προσταγή του Χριστού. Όταν τέτοιες καινούργιες δυνατότητες ελπίδας και ζωής προσφέρονται στον άνθρωπο, είναι επικίνδυνο γι’ αυτόν να συνεχίζει να αναπνέει την απελπιστική ατμόσφαιρα του θανάτου. Γιατί, χωρίς την ελπίδα η ζωή στενεύει πολύ, χάνει τις πραγματικές διαστάσεις της, εκμηδενίζεται· με άλλα λόγια κυριαρχείται εξ  ολοκλήρου από την αγωνία και τον τρόμο του θανάτου. Αντίθετα, με την ελπίδα και αυτός ο θάνατος αλλάζει όψη, χάνει τις τρομακτικές διαστάσεις του και παρουσιάζεται σαν ένας συγκλονιστικός μεν οπωσδήποτε, όχι όμως και τελικός σταθμός της ζωής.

(Ιωαν. Δ. Καραβιδόπουλου, Ομοτ. Καθηγητού Παν/μίου, «Οδός Ελπίδας»-Μηνύματα από τα Ευαγγέλια των Κυριακών,  σ. 16-18)

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2011



Η θρυλική ομιλία Τζομπς στο Στάνφορντ

Είναι τιμή μου που είμαι μαζί σας σήμερα στην τελετή αποφοίτησής σας από ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια στον κόσμο. Για να σας πω και την αλήθεια, αυτό είναι το πλησιέστερο που έχω φτάσει ποτέ σε τελετή αποφοίτησης. Σήμερα, θέλω να σας πω τρεις ιστορίες από τη ζωή μου. Αυτό, όλο κι όλο. Τίποτα σπουδαίο. Απλώς τρεις ιστορίες.

Η πρώτη έχει να κάνει με το πώς να ενώνεις σημεία.

Εγώ εγκατέλειψα τις σπουδές μου στο Κολέγιο Reed
 τους πρώτους 6 μήνες, αλλά παρέμεινα εκεί ως drop-in (σ.σ.: που είναι ο φοιτητής ο οποίος αντί για 4 χρόνια, επιλέγει να σπουδάσει μόνο για 2 χρόνια στο πανεπιστήμιο) για άλλους 18 μήνες, οπότε και τα παράτησα οριστικά. Γιατί το έκανα αυτό, λοιπόν;

Όλα άρχισαν προτού καν γεννηθώ
. Η βιολογική μου μητέρα ήταν πολύ νέα, ανύπαντρη φοιτήτρια, και αποφάσισε να με δώσει για υιοθεσία. Πίστευε πολύ βαθιά ότι θα έπρεπε να υιοθετηθώ από απόφοιτους πανεπιστημίου, από μορφωμένους ανθρώπους δηλαδή, και έτσι όλα είχαν κανονιστεί ώστε μόλις γεννιόμουν να με υιοθετούσαν ένας δικηγόρος και η γυναίκα του. 

Μόνο που, μόλις βγήκα από τη κοιλιά της μητέρας μου
, οι δύο αυτοί άνθρωποι αποφάσισαν την τελευταία στιγμή ότι ήθελαν κορίτσι. Έτσι, λοιπόν, οι σημερινοί μου γονείς, οι οποίοι ήσαν σε λίστα αναμονής τότε, έλαβαν ένα τηλεφώνημα στη μέση της νύχτας και άκουσαν κάποιον να τους λέει: «Έχουμε, αναπάντεχα, ένα νεογέννητο αγόρι. Το θέλετε;». Και είπαν: «Βεβαίως». 



Η βιολογική μου μητέρα ανακάλυψε αργότερα ότι η θετή μου μητέρα ποτέ δεν είχε αποφοιτήσει από κανένα πανεπιστήμιο, και ότι ο θετός μου πατέρας δεν είχε αποφοιτήσει καν από γυμνάσιο. Έτσι, αρνήθηκε να υπογράψει τα έγγραφα στα οποία χρειαζόταν η συμφωνία της ώστε να οριστικοποιηθεί η υιοθεσία μου. Υποχώρησε, όμως, λίγους μήνες αργότερα, όταν οι θετοί μου γονείς υποσχέθηκαν ότι κάποια μέρα θα με έστελναν σε πανεπιστήμιο. Να μορφωθώ.

Πράγματι, 17 χρόνια μετά, πήγα για σπουδές σε πανεπιστήμιο.
 Αλλά πολύ αφελώς, επέλεξα ένα πανεπιστήμιο το οποίο ήταν σχεδόν όσο ακριβό είναι και το Στάνφορντ, και έτσι όλες οι οικονομίες των σκληρά εργαζομένων γονιών μου ξοδεύονταν για τα δίδακτρά μου. Έπειτα από 6 μήνες, όμως, δεν είχα ειλικρινή απάντηση στο ερώτημα εάν άξιζε τον κόπο οι γονείς μου να ξοδεύουν τόσα χρήματα για να σπουδάζω εγώ. Δεν έβλεπα να είχε αξία αυτή η επένδυσή τους.

Δεν είχα ιδέα τι ήθελα να κάνω στη ζωή μου
. Και δεν είχα ιδέα εάν η πανεπιστημιακή ζωή θα με βοηθούσε να βρω την απάντηση. Κι όμως, ήμουν εκεί, και σπούδαζα, ξοδεύοντας όλα τα χρήματα που οι γονείς μου είχαν εξοικονομήσει ολόκληρη ζωή.

Έτσι, λοιπόν, πήρα μια μέρα την απόφαση να εγκαταλείψω τις σπουδές
, πιστεύοντας ειλικρινά ότι όλα θα τακτοποιηθούν και ότι θα βρω τελικά το δρόμο μου. Ήταν σχεδόν τρομακτικό, τότε, αυτό που έκανα, αλλά καθώς κοιτάζω πίσω τώρα, νομίζω πως ήταν μία από τις καλύτερες αποφάσεις που πήρα ποτέ. 

Τη στιγμή που εγκατέλειψα το κανονικό πρόγραμμα σπουδών
, σταμάτησα να παρακολουθώ τα υποχρεωτικά μαθήματα που δεν με ενδιέφεραν και άρχισα να πηγαίνω σ' εκείνα που μου φαίνονταν πιο ενδιαφέροντα. Κατ' επιλογήν.

Δεν ήταν όλα ωραία, εύκολα και ρομαντικά τότε
. Δεν είχα δικό μου δωμάτιο στη φοιτητική εστία, κοιμόμουν στο πάτωμα των δωματίων μερικών φίλων μου, πήγαινα σε σουπερμάρκετ και τους επέστρεφα γυάλινες μπουκάλες Κόκα Κόλα και έπαιρνα 5 σεντς τη μία και αγόραζα κάτι να φάω, και περπατούσα 7 μίλια από τη μία άκρη της πόλης στην άλλη κάθε Κυριακή βράδυ για να πάρω δωρεάν ένα πιάτο καλό φαγητό που μοίραζαν σε κάποιο ναό των Χάρε Κρίσνα. 

Κι όμως, τα λάτρευα όλ' αυτά
. Και όσα πράγματα ανακάλυψα τυχαία, ακολουθώντας την περιέργεια και τη διαίσθησή μου, αργότερα αποδείχτηκαν ανεκτίμητα. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα:

Το Κολέγιο Reed, εκείνον τον καιρό
, διέθετε την πιο καλή σχολή καλλιγραφίας σε όλη τη χώρα. Σε όλη τη πανεπιστημιούπολη, κάθε αφίσα, κάθε ταμπέλα σε κάθε ντουλάπα ή συρτάρι καθηγητή, λέκτορα ή φοιτητή ήταν γραμμένη στο χέρι με την πιο όμορφη καλλιγραφία. 

Εγώ, επειδή είχα παραιτηθεί από το κανονικό πρόγραμμα σπουδών 
και έτσι δεν ήμουν αναγκασμένος να παρακολουθώ τα υποχρεωτικά μαθήματα, αποφάσισα να πάρω το μάθημα της καλλιγραφίας και να μάθω και εγώ να γράφω έτσι ωραία.

Έμαθα, λοιπόν, για τις γραμματοσειρές serif και san serif, 
έμαθα να τροποποιώ το διάστημα μεταξύ διαφόρων συνδυασμών γραμμάτων και έμαθα τι είναι εκείνο που κάνει τη σπουδαία τυπογραφία πραγματικά σπουδαία. Ήταν υπέροχο, ήταν ιστορικό, ήταν καλλιτεχνικά διακριτικό με τρόπο που καμιά επιστήμη δεν μπορεί να συλλάβει, και εγώ το έβρισκα τόσο, μα τόσο συναρπαστικό.

Τίποτα απ' όλα αυτά δεν είχαν βέβαια καμία ελπίδα πρακτικής εφαρμογής στη ζωή μου
. Αλλά δέκα χρόνια αργότερα, όταν σχεδιάζαμε τον πρώτο υπολογιστή Macintosh, όλα όσα έμαθα στο μάθημα της καλλιγραφίας μού ξανάρθαν πάλι. Και τα ενσωματώσαμε όλα στο Mac. Ήταν το πρώτο κομπιούτερ με πραγματικά υπέροχη τυπογραφία. 

Έτσι, εάν δεν είχα παρατήσει εκείνον
 τον κύκλο υποχρεωτικών μαθημάτων στο πρώτο έτος του πανεπιστημίου, το Mac δεν θα είχε ποτέ ούτε τις πολλαπλές γραμματοσειρές ούτε και τα fonts με αναλογικά διαστήματα.

Και μιας και τα Windows απλώς αντέγραψαν το Mac
, είναι πολύ πιθανό, σήμερα που σας μιλάω, κανένα PC να μην είχε αυτές τις εφαρμογές. Εάν δεν είχα παρατήσει τότε τα υποχρεωτικά μαθήματα, δεν θα πήγαινα ποτέ σ' αυτές τις τάξεις καλλιγραφίας και οι προσωπικοί υπολογιστές μπορεί να μην είχαν την υπέροχη τυπογραφία που έχουν σήμερα.

Βεβαίως, ήταν αδύνατον να δω τόσο πολύ μακριά
 όταν σπούδαζα τότε στο πανεπιστήμιο και να συνδέσω τα σημεία. Αλλά δέκα χρόνια μετά, κοιτώντας πίσω, ήταν πλέον πολύ σαφές. Πάλι, δεν μπορείς να συνδέσεις τα σημεία κοιτώντας εμπρός. 

Μπορείς να το κάνεις μόνο εάν κοιτάξεις πίσω εκ των υστέρων
. Έτσι, πρέπει να έχεις εμπιστοσύνη ότι τα σημεία αυτά (ή, τα σημάδια, αν θέλετε), με κάποιον τρόπο, στο μέλλον θα ενωθούν. Πρέπει σε κάτι να έχεις πίστη. Στη διαίσθησή σου, στη μοίρα σου, στη ζωή, στο κάρμα, σε οτιδήποτε. Αυτή η προσέγγιση δεν με πρόδωσε ποτέ, και έχει κάνει όλη τη διαφορά στη ζωή μου.
 
Η δεύτερή μου ιστορία είναι για την αγάπη και την απώλεια.


Ήμουν τυχερός - πολύ νωρίς ανακάλυψα τι ήθελα να κάνω στη ζωή
. Ο Woz κι εγώ ξεκινήσαμε την Apple στο γκαράζ του σπιτιού των δικών μου, όταν εγώ ήμουν 20 χρόνων. Δουλέψαμε σκληρά και σε 10 χρόνια η Apple είχε αναπτυχθεί από μια δουλειά που την κάνανε δύο άνθρωποι μέσα σε ένα γκαράζ σπιτιού σε μια εταιρεία αξίας 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων με περισσότερους από 4.000 υπαλλήλους.

Είχαμε μόλις βγάλει στην αγορά την καλύτερή μας δημιουργία
 -το Macintosh- έναν χρόνο νωρίτερα, κι εγώ μόλις είχα γίνει 30 ετών. Και τότε, με απέλυσαν. Πώς μπορείς να απολυθείς από μία εταιρεία που ξεκίνησες και έστησες εσύ; Ε, καθώς η Apple μεγάλωνε, προσλάβαμε κάποιον που εγώ νόμιζα ότι ήταν ταλαντούχος για να διοικεί την εταιρεία μαζί μου. Και για τον πρώτο σχεδόν χρόνο, τα πράγματα πήγαιναν καλά. 

Αλλά τότε, τα οράματα και τα σχέδιά μας
 για το μέλλον άρχισαν να αποκλίνουν, και τελικά είχαμε μία «έκρηξη», έναν μεγάλο καβγά μεταξύ μας. Όταν συνέβη αυτό, το διοικητικό συμβούλιο τάχθηκε με το μέρος αυτού του ανθρώπου που εμείς είχαμε προσλάβει για να μας ξαλαφρώσει στη διοίκηση της εταιρείας.

Έτσι λοιπόν, στα 30 μου χρόνια, με πέταξαν έξω
. Και μάλιστα με τον πιο «δημόσιο», πιο ταπεινωτικό τρόπο. Ο,τι ήταν έως τότε το επίκεντρο της ενήλικης ζωής μου, γκρεμίστηκε. Και αυτό για μένα ήταν ολέθριο, καταστροφικό.

Για μερικούς μήνες μετά δεν ήξερα τι να κάνω
. Πίστευα πως είχα απογοητεύσει φοβερά όλη την προηγούμενη γενιά των επιχειρηματιών - ότι μου έπεσε η σκυτάλη τη στιγμή που μου την έδιναν για να συνεχίσω.

Συναντήθηκα με τον David Packard και τον Bob Noyce
 και προσπάθησα να απολογηθώ και να τους εξηγήσω γιατί τα είχα κάνει τόσο σκατά. Σκέφτηκα ακόμα να φύγω εντελώς από την Σίλικον Βάλεϊ και να εξαφανιστώ από προσώπου γης.

Αλλά κάτι άρχισε σιγά σιγά να ρίχνει λίγο φως στη ζωή μου
. Αυτό το «κάτι» ήταν ότι αγαπούσα πολύ αυτό που έκανα. Όσα είχαν συμβεί στην Apple, δεν είχαν καν αγγίξει, για μένα, αυτό το «κάτι». Είχα γευτεί την απόρριψη, αλλά ήμουν ακόμα ερωτευμένος.

Και έτσι, αποφάσισα να ξεκινήσω πάλι από την αρχή
. Δεν το έβλεπα τότε, αλλά αποδείχτηκε ότι η απόλυσή μου από την Apple ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να μου είχε συμβεί. Το βάρος τού να είσαι επιτυχημένος αντικαταστάθηκε από την ελαφράδα τού να μπορείς και πάλι να είσαι πρωτάρης και να έχεις για όλα λιγότερη σιγουριά. Η απόλυσή μου με απελευθέρωσε και με βοήθησε να περάσω σε μία από τις πιο δημιουργικές περιόδους της ζωής μου.

Στα επόμενα πέντε χρόνια, ίδρυσα μια νέα εταιρεία, την NeXT
, και ακόμα μία, την Pixar, και ερωτεύτηκα μια καταπληκτική γυναίκα που έμελλε να γίνει και σύζυγός μου. Η Pixar παρήγαγε την πρώτη στον κόσμο ταινία κινουμένων σχεδίων «φτιαγμένων» εξ ολοκλήρου στο κομπιούτερ, το «Toy Story», και είναι σήμερα το πιο επιτυχημένο στούντιο για παραγωγή τέτοιων ταινιών στον κόσμο.

Επίσης, σε μια συγκλονιστική ανατροπή των πραγμάτων
, η Apple εξαγόρασε την NeXT, εγώ επέστρεψα στην Apple και η τεχνολογία που αναπτύξαμε στην NeXT είναι σήμερα στην καρδιά της αναγέννησης της Apple. Και, μαζί με όλα αυτά, η Leurene και εγώ έχουμε μαζί μια θαυμάσια οικογένεια.

Είμαι σχεδόν σίγουρος ότι τίποτα από όλα αυτά
 δεν θα είχε συμβεί εάν δεν είχα απολυθεί από την Apple. Ήταν ένα φάρμακο με απαίσια γεύση, αλλά νομίζω πως τελικά ο ασθενής το χρειαζότανε. Μερικές φορές η ζωή σε χτυπάει στο κεφάλι με ένα τούβλο. Μη χάνετε την πίστη σας. Είμαι πεπεισμένος ότι το μόνο πράγμα που με κράτησε όρθιο ήταν ότι αγαπούσα πολύ αυτό που έκανα.

Πρέπει λοιπόν και εσείς να ανακαλύψετε τι πραγματικά σας αρέσει
. Και αυτό αφορά και τη δουλειά που θα κάνετε και τον σύντροφο που θα επιλέξετε στη ζωή σας. 

Η εργασία θα γεμίσει ένα μεγάλο μέρος της ζωής σας
, και ο μόνος τρόπος για να είστε πραγματικά ικανοποιημένοι είναι να κάνετε αυτό που εσείς πιστεύετε ότι είναι μια σπουδαία δουλειά. Και ο μόνος τρόπος για να κάνει κάποιος μια σπουδαία δουλειά είναι να την αγαπήσει. Εάν δεν την έχετε ανακαλύψει ακόμα, μην απογοητευθείτε. Συνεχίστε να ψάχνετε. Μην επαναπαυτείτε. Μην συμβιβαστείτε.

Όπως όλα τα «θέματα της καρδιάς»
, όταν το ανακαλύψετε, θα το αισθανθείτε, θα καταλάβετε ότι «αυτό είναι». Και θα δείτε τότε ότι, όπως κάθε σπουδαία σχέση, έτσι και αυτή, όσο θα περνούν τα χρόνια, θα γίνεται όλο και καλύτερη. Έτσι λοιπόν, συνεχίστε να ψάχνετε έως ότου βρείτε αυτό το «κάτι» που θα ξέρετε ότι είναι το «δικό σας». Μην επαναπαυτείτε.
 
Η τρίτη ιστορία μου έχει να κάνει με το θάνατο.


Όταν ήμουν 17 ετών, διάβασα μια ρήση που έλεγε
: «Εάν ζήσεις κάθε μέρα ωσάν να ήταν η τελευταία σου, κάποια μέρα είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα δικαιωθείς». Μου έκανε εντύπωση αυτή η ρήση, και έκτοτε, για τα τελευταία 33 χρόνια, κάθε πρωί κοιτάζομαι στον καθρέφτη και ρωτώ τον εαυτό μου: «Εάν η σημερινή μέρα ήταν η τελευταία της ζωής σου, θα ήθελα να κάνω αυτό που ετοιμάζομαι να κάνω σήμερα;». Και όποτε η απάντηση ήταν «όχι» για σειρά ημερών, ήξερα αμέσως ότι κάτι έπρεπε να αλλάξω.

Υπενθυμίζοντας στον εαυτό μου ότι «σύντομα θα πεθάνεις»
, βρήκα το πιο χρήσιμο εργαλείο ώστε να παίρνω τις σημαντικότερες αποφάσεις στη ζωή μου. Διότι σχεδόν όλα τα πράγματα -όλες οι εξωτερικές προσδοκίες, όλες οι υπερηφάνειες, όλοι οι φόβοι και οι όλες οι ντροπές για πιθανή αποτυχία- όλα αυτά απλώς γκρεμίζονται, εξαφανίζονται όταν βλέπεις μπροστά σου το θάνατο και μένουν μόνο εκείνα που είναι στ' αλήθεια σημαντικά.

Υπενθυμίζοντας στον εαυτό σου ότι μια μέρα θα πεθάνεις
, είναι ο καλύτερος τρόπος για να αποφύγεις την παγίδα τού να σκέφτεσαι συνεχώς αυτά που θα χάσεις εάν πάρεις την «άλφα» ή «βήτα» απόφαση. Θυμήσου ότι είσαι ήδη γυμνός. Δεν υπάρχει κανένας λόγος, λοιπόν, να μην ακολουθήσεις αυτό που σου ζητάει η καρδιά σου.

Πριν από περίπου έναν χρόνο, μου ανακοίνωσαν οι γιατροί ότι έχω καρκίνο
. Έκανα MRI (μαγνητική τομογραφία) στις 7.30 το πρωί και έδειξε ξεκάθαρα ότι είχα καρκίνο στο πάγκρεας. Τότε δεν ήξερα καν τι είναι το πάγκρεας. Οι γιατροί μού είπαν ότι ο καρκίνος που είχα εγώ εκεί ήταν σχεδόν αθεράπευτος και ότι θα έπρεπε να αρχίσω να συνηθίζω στην ιδέα ότι δεν μου έμενε περισσότερη ζωή από τριών έως εννέα μηνών. 

Ο προσωπικός μου γιατρός με συμβούλευσε να επιστρέψω 
στο σπίτι και να αρχίσω αμέσως να τακτοποιώ τις «προσωπικές» μου υποθέσεις, μία φράση που χρησιμοποιούν ως κλισέ οι γιατροί αντί να σου πουν «προετοιμάσου να πεθάνεις».

Η «τακτοποίηση προσωπικών υποθέσεων»
 είναι να προσπαθήσεις να πεις, σε ελάχιστους μήνες, στα παιδιά σου όσα νόμιζες ότι είχες άλλα τουλάχιστον δέκα χρόνια για να τους τα πεις. Είναι, επίσης, να μην αφήσεις πίσω σου, πεθαίνοντας, εκκρεμότητες που θα ταλαιπωρήσουν τους δικούς σου ανθρώπους που θα μείνουν πίσω. Σημαίνει, τέλος, αυτό το «τακτοποίηση προσωπικών υποθέσεων», να βρεις τον κατάλληλο χρόνο και τρόπο για να αποχαιρετίσεις τα αγαπημένα σου πρόσωπα.

Ζούσα με αυτήν την καταραμένη διάγνωση κάθε μέρα της ζωής μου.
 Το ίδιο βράδυ που ανακοίνωσαν οι γιατροί ότι είχα καρκίνο, μου έκαναν και βιοψία ενδοσκοπικά, μέσω του λαιμού μου, στο στομάχι και από εκεί στα έντερα, πέρασαν μία βελόνα στο πάγκρεας και πήραν μερικά κύτταρα από τον καρκίνο. 

Εγώ ήμουν σε καταστολή, αλλά η γυναίκα μου
, που ήταν παρούσα, μου είπε ότι όταν είδα οι γιατροί τα κύτταρα κάτω από ένα μικροσκόπιο, άρχισαν να κλαίνε, διότι αποδείχτηκε ότι είχα μια πολύ σπάνια μορφή καρκίνου του παγκρέατος που είναι θεραπεύσιμη με εγχείρηση. Σχεδόν όλες οι άλλες μορφές τέτοιου καρκίνου είναι καταδικασμένες. Έτσι, λοιπόν, με βάλανε στο χειρουργείο, και σήμερα είμαι μια χαρά.

Αυτό ήταν το κοντινότερο που έχω φτάσει στο θάνατο
. Και ελπίζω να είναι το κοντινότερο που θα φτάσω σε αυτόν για τις επόμενες δεκαετίες. Έχοντας ζήσει, λοιπόν, αυτήν την εμπειρία, νομίζω πως μπορώ, με μεγαλύτερη σιγουριά απ' ό,τι όταν ο θάνατος ήταν για μένα απλώς μία «φιλοσοφική ιδέα», να πω ότι:

Κανείς δεν θέλει να πεθάνει
. Ακόμα και οι άνθρωποι που θέλουν να πάνε στον Παράδεισο, δεν θέλουν να πεθάνουν για να φτάσουν εκεί. Και όμως, ο θάνατος είναι ο προορισμός που όλοι μοιραζόμαστε. Κανείς, ποτέ, δεν έχει γλιτώσει από αυτόν. 

Ο Θάνατος είναι, ίσως, η καλύτερη ανακάλυψη της Ζωής.
 Και έτσι, μάλλον, πρέπει να είναι. Ο Θάνατος είναι ο ατζέντης, ο μεσίτης, που σε βοηθά να αλλάξεις τη Ζωή σου, προτού έρθει αυτός να σε πάρει. Ξεκαθαρίζει το παλιό, προετοιμάζοντας το έδαφος για να 'ρθει το καινούργιο. Αυτή την στιγμή που σας μιλάω, το καινούργιο είστε εσείς. Αλλά κάποια μέρα, όχι πολύ μακρινή από τώρα, και εσείς θα εξελιχθείτε σιγά σιγά σε «παλιό», και θα... ξεκαθαριστείτε. Συγχωρήστε με που γίνομαι τόσο δραματικός, αλλά αυτή είναι η απλή αλήθεια.

Ο χρόνος σας είναι περιορισμένος
. Μην τον σπαταλάτε, λοιπόν, ζώντας τη ζωή κάποιου άλλου ανθρώπου. Μην παγιδευτείτε από το δόγμα τού να ζείτε από τα αγαθά της σκέψης ενός άλλου. Μην αφήστε το θόρυβο από την άποψη άλλων ανθρώπων να πνίξει την δική σας, εσωτερική φωνή. Και, το πιο σημαντικό απ' όλα, να έχετε πάντα το θάρρος να ακολουθείτε την καρδιά και το ένστικτό σας. Αυτά τα δύο, κάπως, πάντοτε, γνωρίζουν ήδη τι εσύ θέλεις πραγματικά να γίνεις. Είναι δευτερεύοντα.

Όταν ήμουν νέος, υπήρχε ένα καταπληκτικό δημοσίευμα
 που είχε τίτλο «The Whole Earth Catalog» («Ο κατάλογος όλου του κόσμου»), που ήταν μία από τις βίβλους της δικής μου γενιάς. Τον είχε συντάξει ένας τύπος ονόματι Stewart Brand, που ζούσε όχι μακριά από εδώ, στο Menlo Park, και το ζωντάνεψε με το ποιητικό του άγγιγμα. Αυτό συνέβη στα τέλη της δεκαετίας του '60, πριν από τους προσωπικούς υπολογιστές (personal computers) και το desktop publishing. 

Όλα τυπώνονταν με τη χρήση γραφομηχανών
, ψαλιδιού, και φωτογραφιών από μηχανές Polaroid. Ηταν, ας πούμε, σαν να 'χαμε το Google σε έντυπη μορφή, 35 χρόνια πριν έρθει αυτό που ξέρουμε σήμερα σε ηλεκτρονική: ήταν ιδεαλιστικό και ξεχείλιζε από υπέροχες εφαρμογές και ιδέες.

Ο Στιούαρτ και η ομάδα του έβγαλαν πολλές εκδόσεις του
 «The Whole Earth Catalog», και τότε, όταν είχε κάνει τον κύκλο του, έβγαλαν και μία τελευταία έκδοση. Αυτό συνέβη στα μέσα της δεκαετίας του '70, και είχα τη δική σας ηλικία. Στο οπισθόφυλλο της τελευταίας αυτής έκδοσης υπήρχε μία φωτογραφία που απεικόνιζε το ξημέρωμα σε έναν επαρχιακό δρόμο, ένα δρόμο στον οποίο θα μπορούσατε να βρεθείτε και εσείς κάποια στιγμή, εάν είστε περιπετειώδεις τύποι, να κάνετε οτοστόπ. 

Κάτω από αυτήν τη φωτογραφία
, υπήρχε μια λεζάντα με τα λόγια: «Stay hungry. Stay foolish». Δηλαδή, «Μείνε πεινασμένος. Κάνε την τρέλα σου». Ηταν το αποχαιρετιστήριο μήνυμα της ομάδας του Στιούαρτ, καθώς υπέγραφαν την τελευταία τους έκδοση.

Μείνε πεινασμένος. Κάνε την τρέλα σου. Αυτό ευχόμουν και εγώ πάντοτε για τον εαυτό μου. Και τώρα, καθώς αποφοιτάτε για να αρχίσετε μια καινούρια ζωή, εύχομαι και για σας το ίδιο, ακριβώς, πράγμα: 

Μείνετε πεινασμένοι. Κάντε την τρέλα σας. Σας ευχαριστώ πολύ. 


                             Steve Jobs (1955-2011)

Σάββατο 2 Ιουλίου 2011

Ο εξαγριωμένος θάνατος


Θρησκείες και θάνατος: η δοκιμασία του προσώπου

Του π. Βασιλείου Θερμού

Ο θάνατος αποδεικνύεται η οριακή πρόκληση για τον άνθρωπο, αφού ο τελευταίος καλείται να διαμορφώσει μια στάση απέναντι του χωρίς να γνωρίζει το μετά, αγνοώντας δηλαδή το ουσιαστικό περιεχόμενο της κατάστασης θανάτου. Είναι η μοναδική πτυχή της ανθρώπινης ζωής για την οποία ισχύει ένα απόλυτο γνωσιολογικό κενό. Όλες οι στάσεις του ανθρώπου απέναντι σε άλλες πτυχές και φαινόμενα της ζωής επηρεάζονται και διορθώνονται είτε από το δίπολο ‘δοκιμή-λάθος’ είτε από την παρατήρηση των άλλων και την πείρα τους. Με τον θάνατο ο άνθρωπος βιώνει ένα «τυφλό παίγνιο», αφού η μεν πείρα των άλλων δεν μπορεί να κοινολογηθεί εξ ορισμού, ενώ όσοι μιλούν γι’ αυτόν δεν έχουν πείρα του. Εν ολίγοις δεν υπάρχει διαθέσιμος επιστημονικός τρόπος να αποδειχτεί η ορθότητα μιας υπαρξιακής επιλογής και στάσης έναντι του θανάτου.
Ενώ στην παραδοσιακή κοινωνία ο θάνατος εμφανίζεται σχετικά «εξημερωμένος», ως φυσιολογικό μέρος της ζωής, από τη νεωτερικότητα και μετά «εξαγριώνεται», αρχίζει να γίνεται σκάνδαλο και ανυπέρβλητη απειλή, αφού εκμηδενίζει το νέο κέντρο βάρους και πηγή κάθε αξίας, το νεωτερικό υποκείμενο.1 Το περιβόητο άγχος του θανάτου, ενώ ως υπαρξιακό βίωμα είναι διαχρονικό, ως συγκεκριμένη συμπτωματολογία κοινωνικής και ατομικής παθολογίας αποτελεί καθαρά νεωτερικό κατασκεύασμα. Και τούτο διότι το άγχος του θανάτου εύλογα διογκώνεται σε βαθμό ανάλογο προς την αξία εκείνου που διακυβεύεται και το νεωτερικό αυτόνομο υποκείμενο τώρα έχει καταστεί επίκεντρο του ενδιαφέροντος και απέκτησε αυταξία, έξω και πέρα από τις παλιές συλλογικότητες.


Έτσι προκύπτουν οι γνωστοί μηχανισμοί της απώθησης και της άρνησης, ενώ εγκόσμιες «θρησκείες», τόσο διαφορετικές μεταξύ τους όσο οι ψυχοθεραπείες ή ο καταναλωτισμός, έχουν επιστρατευτεί για να «θεραπεύσουν» (τρόπος του λέγειν) την αγωνία του θανάτου.2 «Ποιά είναι η στάση μας απέναντι στον θάνατο; έχω τη γνώμη ότι είναι πολύ παράξενη. Γενικά συμπεριφερόμαστε ωσάν να θέλαμε να εξουδετερώσουμε το θάνατο από τη ζωή, θέλουμε να τον περιορίσουμε τρόπον τινά σε σιγή θανάτου, τον σκεπτόμαστε ωσάν εις θάνατον!... Κανένας από εμάς δεν πιστεύει κατά βάθος στο δικό του θάνατο».3 Ας συγκρατήσουμε την οξυδερκή παρατήρηση του Φρόϋντ ότι αγωνιζόμαστε να καταδικάσουμε σε θάνατο τον θάνατο! Η «θεραπεία» έρχεται εντελώς φαντασιακά, με μια ομόλογη τιμωρία.


Ο Μπωντριγιάρ διέκρινε πως οι πεισματικές απόπειρες να απωθήσουμε στην εποχή μας τον θάνατο (κυρίως μέσω της καπιταλιστικής συσσώρευσης) και να τον διαχωρίσουμε από τη ζωή, καταλήγουν τελικά σε ένα πολιτισμό που διαποτίζεται από τον θάνατο. (Το απωθημένο εκδικείται και επιστρέφει). Όλες οι υπάρχουσες δράσεις απώθησης και ελέγχου, λέγει, έχουν τις ρίζες τους στον καταστροφικό διαχωρισμό του θανάτου από τη ζωή.4 Η μανιακή απόκτηση ηδονών και αγαθών καταλήγει να γίνει διαστροφή (με την ψυχιατρική έννοια), η οποία σέρνει μαζί της τον θάνατο εγγενώς, παρά τις υπερβολικές προσπάθειες του εξωραϊσμού τον οποίο επιχειρεί η διαφήμιση και η εν γένει κοινωνία του θεάματος.


Η θρησκεία θα μπορούσε να αποτελέσει τη λύση σε αυτό το δράμα, ως το τέρμα και η ακύρωση κάθε απώθησης. Δυστυχώς όμως συχνά εκτρέφει ιδεολογήματα που ενισχύουν τη απώθηση του θανάτου, ή ακόμη χειρότερα, την διείσδυση του μέσα στη ζωή, αν θυμηθούμε την θρησκευτική τρομοκρατία η οποία μιλά και δρα με γνώμονα το μίσος, δηλαδή από τη θέση του θανάτου, σκορπώντας τον και κυριολεκτικά μερικές φορές. Με άλλα λόγια, είναι αδύνατο να απαλλαγή κανείς από την ενασχόληση με τον θάνατο και όσο περισσότερο απεγνωσμένα «ελαφραίνει» τη συζήτηση τόσο πιο πολύ καλεί τη σκιά του θανάτου βαριά επάνω του.


Με την άγνοια μας λοιπόν, τόσο την εμπειρική όσο και την επιστημολογική, παραμένει μόνο ο δρόμος της πίστης, δηλαδή το προνομιακό πεδίο των θρησκειών. Όλες οι θρησκείες έχουν άποψη για τον θάνατο και (καθόλου τυχαίο) όλες δέχονται την μετά τον θάνατο συνέχεια. Καμία δεν αποδέχεται τον μηδενισμό της εξαφάνισης. Έχουν διαμορφώσει ένα πλέγμα αντιλήψεων για την μεταθανάτια ανταμοιβή ή τιμωρία5, επειδή έχουν προηγουμένως εξοπλίσει τον πιστό τους και με ένα σύστημα ηθικών προτάσεων και διανοητικών ερμηνειών του συμπλέγματος ζωή-θάνατος. Απώτερος στόχος και ορίζοντας της μεταθανάτιας πρότασης εμφανίζεται η υπέρβαση του χρόνου, με τη μορφή της αθανασίας. Αν ο χρόνος είναι, κατά τον Ελύτη, «γλύπτης των ανθρώπων παράφορος», ο πόθος της αθανασίας συνιστά και ένα είδος «ρεβάνς» απέναντι στον παράγοντα εκείνο που, μέσα από σαγηνευτικές παραπλανήσεις, οδήγησε τελικά το ανθρώπινο ον στη φθορά και στον θάνατο, δηλαδή στην αφαίρεση του απόλυτου ελέγχου πάνω στον εαυτό του.


Θα τολμήσω εδώ παρενθετικά τον ισχυρισμό πως η αθανασία ως πανανθρώπινη δίψα γνωρίζει και μη θρησκευτικές μορφές. Για παράδειγμα, η απόλυτη αξίωση των ουτοπιών και η ναρκισσιστική παντοδυναμία της επιστήμης αποτελούν δύο άτυπες μορφές με τις οποίες εμφανίζεται συγκαλυμμένος (ως «μεταφορά») και περισσότερο «νομιμοποιημένος» ο πόθος της αθανασίας. Αν ώριμη αντιμετώπιση του θανάτου είναι η ικανότητα για πένθος, τότε η ανικανότητα να πενθήσουμε λαμβάνει ποικίλες μορφές μέσα στον πολιτισμό, μία εκ των οποίων είναι και η ουτοπία της αθανασίας.
Αν, όπως έχει επισημανθεί, «κοιτίδα της δοξασίας για την αθανασία είναι η θρησκεία» 6, εν τούτοις κατά την σαφή θεολογική τοποθέτηση του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, «μια ‘αθανασία ασωμάτων ψυχών’ δεν θα έλυνε το ανθρώπινο πρόβλημα... Οι χριστιανοί προσδοκούν κάτι μεγαλύτερο από μια ‘φυσική’ αθανασία, λαχταρούν μια αιώνια κοινωνία με το Θεό, μια θέωση».7 Βάση σε αυτή την θεολογική πρόταση αποτελεί το αίτημα της αρτιότητας του ανθρώπου (να είναι το ανθρώπινο πλάσμα ολοκληρωμένο) και ο ποθούμενος στόχος εδώ βρίσκεται σε μια σχέση.


Αλλά όσοι βιάστηκαν να ονομάσουν την κοινωνία μας μεταχριστιανική καλό θα είναι να προβληματισθούν μήπως δεν έχει ακόμη καν εκχριστιανιστεί πλήρως. Ο προβληματισμός για τη θέωση φαίνεται τόσο δυσεύρετος σήμερα ανάμεσα στην φοβική ανησυχία για μια τιμωρία στην κόλαση ή στην βεβαιότητα για τη μεταθανάτια ανυπαρξία ή στην δυσπιστία προς την κοινή ανάσταση. Ο σημερινός έλληνας δηλαδή παραπαίει μεταξύ νομικισμού, μηδενισμού, και παγανισμού.


Χαρακτηριστικό είναι ότι ένα εξέχον προϊόν της παραδοσιακής μας κοινωνίας, το δημοτικό τραγούδι, φαίνεται να αντιστέκεται στον εκχριστιανισμό του. «Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, από τη χριστιανική εικονοποιία περί Παραδείσου και Κολάσεως το δημοτικό τραγούδι αγνόησε ολότελα την πρώτη και κράτησε μόνο τη δεύτερη, τη γενίκευσε και την ταύτισε με τη μεταθανάτια ζωή... (Στα μοιρολόγια) μόνο η επίγεια ζωή έχει αξία. Καμία συνείδηση αμαρτίας, καμία μετάνοια ή αίτηση συγχώρησης, καμία προσδοκία αναστάσεως. Η μόνη ανάσταση που μπορεί να νοηθεί στον δημοτικό θρήνο είναι η επάνοδος στον επάνω κόσμο».8 Η διαπίστωση αυτή εγείρει καίρια ερωτήματα για τη νεοελληνική ταυτότητα, μια και είναι πιθανό να αποτελεί μέρος και σύμπτωμα μιας γενικότερης απουσίας της χριστιανικής διδασκαλίας και από άλλες πτυχές του λαϊκού πολιτισμού. Θα άξιζε δε να συνδυαστεί με τα ευρήματα ερευνών σύμφωνα με τα οποία οι έλληνες νέοι σήμερα δηλώνουν ότι πιστεύουν στον Θεό σε ποσοστό 85%, αλλά ταυτόχρονα 58% δεν πιστεύουν στην Ανάσταση του Χριστού, 56% δεν πιστεύουν στην ενανθρώπησή Του, 54% δεν πιστεύουν στη Δευτέρα Παρουσία και 42% δεν πιστεύουν στα θαύματα!


Αν λάβουμε υπ’ όψη, από τη μια την ανθεκτικότητα αυτή της παγανιστικής παράδοσης (που διαθέτει και πληθώρα άλλων συμπτωμάτων στη ζωή του λαού μας) και από την άλλη την αυξανόμενη στον δυτικό κόσμο δημοφιλία θρησκειών όπως το Ισλάμ και οι απωασιατικές (ινδουϊσμός, βουδισμός), ίσως νομιμοποιούμαστε να θέσουμε το ερώτημα κατά πόσο υφίσταται μια διαχρονική τάση να ευνοούνται από τα πλήθη θρησκευτικές επιλογές οι οποίες κατεβάζουν τον πήχη ως προς την μεταθανάτια ευδαιμονία. Και με αυτό εννοώ ότι σε μαζικό επίπεδο φαίνονται αρκετά ελκυστικές οι θρησκείες εκείνες οι οποίες προτιμούν να χαράσσουν σαφείς οδηγίες ηθικής συμπεριφοράς που οδηγούν νομοτελειακά σε μεταθανάτια ανταμοιβή.


Αλλά και στο εσωτερικό του χριστιανισμού τείνουν να ευνοούνται από τους πολλούς εκδοχές θρησκευτικότητας μάλλον μαγικού τύπου, δηλαδή δεσμευτικές για το θείο, παρά εκδοχές πιο υπαρξιακές οι οποίες βασίζονται σε προσωπική σχέση αγάπης με τον Θεό. Υπάρχουν ασφαλώς πολλοί λόγοι που καθορίζουν την ποιότητα της θρησκευτικότητας κάποιου, αλλά νομίζω ότι αξίζει να τονισθεί και το κίνητρο εκείνο που σχετίζεται με την κατάσταση επέκεινα του θανάτου. Με άλλα λόγια, προτιμώνται πιο «στεγνές» και «ψυχρές» προσδοκίες μεταθανάτιας ευωχίας αν δίνουν την εντύπωση ότι μπορείς με την συμπεριφορά σου να δεσμεύσεις τον Θεό να σου τις παράσχει, παρά το βάθος και ο πλούτος της θέωσης αφού αυτή φαίνεται να εξαρτάται από την ανάπτυξη κάποιας νεφελώδους, μη μετρήσιμης, σχέσης ανθρώπου και Θεού την οποία αδυνατείς να θέσεις υπό τον απόλυτο έλεγχό σου.


Έτσι τείνω να δω την στάση του πιστού προς τον θάνατο ως ένα πρόβλημα σχέσης με τον όποιο θεό του, στο οποίο οι ιδιότητες αυτής της σχέσης θα χρωματίσουν, για καλό ή για κακό, τη στάση του προς την προοπτική του προσωπικού του θανάτου και την ηθική του συμπεριφορά. Αλλά η σχέση μάς παραπέμπει αναπόφευκτα στην έννοια του προσώπου. Όπως θα δούμε, το πρόσωπο δοκιμάζεται από τον θάνατο αλλά και δοκιμάζει τις θρησκείες ενώπιον του θανάτου.
Γράφει χαρακτηριστικά ο Ματσούκας: «Ο θάνατος, ενώ κορυφώνει το κακό στον κόσμο στα όρια της προσωπικής εμπειρίας, συνάμα ο ίδιος διαδραματίζει πολλούς ρόλους στις δημιουργικές επιδόσεις του ανθρώπου. Κατά παράδοξο τρόπο ο θάνατος γίνεται ο ‘σκοτεινός’ καθρέφτης της ανθρώπινης ύπαρξης. Σ’ αυτόν καθρεφτίζεται και μαθαίνει κατά το εφικτό ποια είναι. Το σκοτάδι του θανάτου γίνεται το πέρασμα προς τη ζωή και το νόημα της».9 Με άλλα λόγια η παγκόσμια σταθερά του θανάτου επιτρέπει τη διαμόρφωση και αποκάλυψη του ανθρωπίνου προσώπου, γίνεται ο καμβάς πάνω στον οποίο μπορεί να ξεδιπλωθεί το δυναμικό του μέσα στη ζωή, το κίνητρο και ο καταλύτης της αλλαγής. Είναι μόνο επειδή υπάρχει το όριο που μπορεί να μάς δίδεται η εντύπωση μιας απεριόριστης προσωπικής και συλλογικής ανάπτυξης.


Συμπληρώνει ο ίδιος: «Ο άνθρωπος πεθαίνει από τη στιγμή που έμαθε πως πεθαίνει. Τον θάνατό του, συνειδητά ή ασυνείδητα, τον συσχετίζει όχι προς την καταστροφή της βιολογικής του υπόστασης- κάτι τέτοιο το θεωρεί πολύ φυσικό έτσι κι αλλιώς- αλλά προς την απώλεια του προσώπου του, προς τον εκμηδενισμό της προσωπικής του ζωής», γι’ αυτό «πολλές φορές θυσιάζει τη ζωή του με άμεσες ή έμμεσες ενέργειες του για να εξασφαλίσει μεταθανάτια φήμη και ένα ηρωικό όνομα».10 Με άλλα λόγια, ο βιολογικός θάνατος δεν αποτελεί σοβαρό πρόβλημα, ενώ αντίθετα «ο προσωπικός εκμηδενισμός αγγίζει τα όρια της μεταφυσικής που ρωτάει για ποιό λόγο ένα πρόσωπο να χάνεται».11 Επιθυμώντας δηλαδή να απαντήσουμε στο ερώτημα ποιά είναι η ψυχολογική φύση του άγχους του θανάτου, θα διαπιστώναμε μεν ότι πολλοί βιώνουν την αγωνία του θανάτου ως άγχος ενός ριζικού αποχωρισμού, ένα είδος υπαρξιακού πλέον άγχους αφού δεν πρόκειται για ένα εκ των συνηθισμένων γήινων αποχωρισμών, θα έπρεπε όμως ταυτόχρονα να αναγνωρίσουμε ότι κάποιοι άλλοι ωδινώνται με τη μορφή της αγωνίας ενώπιον του εκμηδένισης, μια μορφή αγωνίας ανώτερη ποιοτικά από την προηγουμένως αναφερθείσα.


Στο σημείο αυτό λοιπόν θα ήθελα να διατυπώσω την κεντρική πρόταση μου πως η στάση των θρησκειών απέναντι στον θάνατο εξαρτάται από –και ουσιαστικά μετατοπίζεται στην- στάση τους απέναντι στην έννοια του προσώπου. Το αν το πρόσωπο εκμηδενίζεται ή με οποιονδήποτε τρόπο αλλοιώνεται με τον θάνατο συνιστά βαρόμετρο της σημασίας που κατέχει ο θάνατος στη συγκεκριμένη θρησκεία ή θρησκευτική στάση. Και κατά φυσική συνέπεια είναι ανάλογοι και οι μηχανισμοί παρηγοριάς που η θρησκεία προσφέρει, δηλαδή στην πραγματικότητα οι χρήσεις της θρησκείας.
Στο σημείο αυτό βρίσκω εξόχως διδακτική και βοηθητική την περίπτωση του γνωστού Ρώσου αρχιμανδρίτη Σωφρονίου του Έσσεξ, ο οποίος έχει στα γραπτά του αποκαλύψει πολλές πτυχές του προσωπικού του ταξιδιού προς την πίστη. «Για τον γέροντα Σωφρόνιο το γεγονός του θανάτου αποκαλύπτει την υποστατική αρχή του ανθρώπινου είναι, αναδεικνύοντας το στοιχείο της ‘μικρο-απολυτότητας, ακόμα και της ‘μικρο-θεότητας’ το ανθρώπου- αν και στην αρνητική τους διάσταση. Ο θάνατος φανερώνει την ‘μικρο-απολυτότητα’ και ‘θεοείδεια’ του ανθρώπινου προσώπου. Εάν το πρόσωπο, ένα θεοειδές κέντρο, πάψει να υπάρχει, τότε οτιδήποτε συνέλαβε η συνείδηση- ο κόσμος ολόκληρος όπως υποκειμενικά τον προσλαμβάνει το συγκεκριμένο πρόσωπο- πεθαίνει μαζί του».12
Με αφορμή την τραγική εμπειρία του πρώτου παγκοσμίου πολέμου διακρίνουμε μια βασανιστική υπαρξιακή αγωνία του γέροντα Σωφρονίου ενώπιον του θανάτου ως μηδενισμού: «Ο θάνατός μου ελάμβανε μορφήν αφανισμού πάντων εκείνων άτινα εγνώριζον και μετά των οποίων συνεδεόμην υπαρκτικώς. Και τούτο ανεξαρτήτως του πολέμου. Ο αναπόφευκτος θάνατός μου δεν ήτο μόνον μικρόν τι και ατελευτήτως ασήμαντον γεγονός: ‘εις ολιγώτερον’. Ουχί. Εντός μου και μετ’ εμού απέθνησκε παν ό,τι συνέλαβεν η συνείδησις μου: οι πλησίον μου άνθρωποι, τα παθήματα και η αγάπη αυτών, όλη η εξέλιξις της ιστορίας, σύμπασα η Γη και ο ήλιος και τα άστρα και το άπειρον διάστημα, έτι δε και ο Ποιητής του κόσμου και Αυτός απέθνησκεν εντός εμού. Ολόκληρον εν γένει το είναι κατεβροχθίζετο υπό του σκότους της λήθης... Η αιωνία λήθη, ως κατάσβεσις του φωτός της συνειδήσεως, εβύθιζεν εμέ εις φρίκην. Η κατάστασις αύτη συνέτριβεν εμέ, εκυρίευεν εμού παρά την θέλησίν μου».13


Το παραπάνω αγωνιώδες βίωμα οπωσδήποτε το συμμερίζονται πολλοί άλλοι, λίγοι όμως είναι αυτοί που έχουν τη δυνατότητα να εξαγάγουν από αυτό συμπεράσματα για το ανθρώπινο πρόσωπο: «Και ιδού, άνευ οιουδήποτε συλλογισμού, αίφνης εγεννήθη εν τη καρδία μου η σκέψις: Εάν ο άνθρωπος δύναται να πάσχη τοσούτον βαθέως, τότε είναι μέγας ως προς την φύσιν αυτού».14 Ο άνθρωπος δηλαδή είναι πολύτιμος επειδή είναι μεγάλη η αγωνία του.15 Ο γέροντας Σωφρόνιος συν τω χρόνω επεξεργάσθηκε διεξοδικά τις σκέψεις του για το ανθρώπινο πρόσωπο και τις διατύπωσε σε διάφορα έργα του, παρέχοντάς μας έτσι ένα εμπλουτισμό και μια εμβάθυνση της θεολογικής μας κληρονομιάς που διαμόρφωσαν οι Πατέρες της Εκκλησίας.


Η φανέρωση αυτή του ανθρωπίνου προσώπου μέσα από την οδυνηρή βίωση του μυστηρίου του θανάτου επιτρέπει στο πρόσωπο και το παρακινεί να ζήσει υποστατικά, δηλαδή με αγάπη και ελευθερία. Αλλού γράφει: «η ‘μυστική’ μνήμη του θανάτου ελευθερώνει».16 Εδώ έχουμε μια πλήρη ανατροπή: η κατ’ εξοχήν δέσμευση και δουλεία του ανθρώπου στον κοινό προορισμό, ο θάνατος, να έχει τη δυνατότητα να ελευθερώνει! Αλλά αυτό καθίσταται εφικτό μόνο μέσα από το πρόσωπο του Χριστού.


Η σκέψη ότι ο άνθρωπος είναι πολύτιμος επειδή είναι μεγάλη η αγωνία του, φυσικά δεν είναι αποκλειστικά χριστιανική. Η ειδοποιός διαφορά που κομίζει ο χριστιανισμός έγκειται στο γεγονός ότι εδώ την αγωνία του θανάτου αγκάλιασε ο Ίδιος ο Θεός. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι ο Χριστός έρχεται στον θάνατο με φόβο, όχι όπως ο Σωκράτης. Επιζητεί στήριξη από τους μαθητές Του. Αισθάνεται εγκαταλελειμμένος από τον Πατέρα Του προς τον Οποίο καταφεύγει με αγωνιώδεις δεήσεις (Εβρ. 5: 7).17 Αλλά αναλαμβάνοντας εκούσια την ανθρώπινη μοίρα του θανάτου κατέστησε και τον θάνατο (μαζί με όλη την ανθρώπινη φύση και ζωή) υπαρξιακό «τόπο» του Θεού. Έτσι ώστε, αντίστροφα, να γίνει ο «τόπος»-τρόπος του Θεού (με ό,τι αυτό σημαίνει) κατοικία του ανθρώπου. Επειδή η θεότητα μπόρεσε να χωρέσει μέσα στην αγωνία του θανάτου, και τελικά στον θάνατο τον ίδιο, εγκαταστάθηκε οριστικά μέσα στην ανθρωπινότητα. Η εμπιστοσύνη που τελικά έδειξε ο Υιός-Χριστός προς τον Πατέρα Του, και η οποία δικαιώθηκε με την Ανάσταση, γίνεται εικόνα και πρότυπο της εμπιστοσύνης την οποία καλείται να δείξει ο πιστός προς τον Χριστό, δηλαδή προς ένα Θεό που όντως πέθανε ο Ίδιος και αναστήθηκε. Εμπιστοσύνη προσώπου προς Πρόσωπο.


Συνεπώς στη χριστιανική πρόταση ζωής ο πιστός επωφελείται από την Ενανθρώπηση, τον Θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού, για να συνδεθή μαζί Του προσωπικά, με τρόπο οντολογικό και όχι απλά συναισθηματικό, κατά το παύλειο «επιθυμώ αναλύσαι και συν Χριστώ είναι» (Φιλιπ. 1: 23). Ο θάνατος δηλαδή αλλάζει περιεχόμενο και μετατρέπεται σε συνάντηση και κοινωνία με ένα συγκεκριμένο Πρόσωπο-πηγή κάθε ζωής και κάθε χαράς. Το (αλλιώς ανυπέρβλητο) πρόβλημα του θανάτου μετασχηματίζεται τώρα σε συνάντηση και αδιαμεσολάβητη κοινωνία με το πρόσωπο του Χριστού, γι’ αυτό και η νεκρώσιμη ακολουθία μπορεί να ψάλλει: «Εν τω φωτί Χριστέ του προσώπου Σου και τω γλυκασμώ της Σης ωραιότητος ον εξελέξω ανάπαυσον ως φιλάνθρωπος».18


Έτσι νοηματοδοτείται ξανά από την αρχή ολόκληρος ο κόσμος και η ζωή. Έτσι μόνο κατανοεί κανείς εκφράσεις σαν αυτή του π. Δημητρίου Στανιλοάε, ότι με την Ανάσταση του Χριστού «ο χρόνος, από το να είναι ροή προς το θάνατο, κίνηση προς το χωρίς νόημα σκοτάδι, μετατράπηκε τώρα σε κίνηση προς την ανάσταση, μια ολοφώτεινη αποκάλυψη, ένα ατέλειωτο πανηγύρι».19


Σημειώσεις


1 Δημήτρη Μπεκριδάκη «Πέρα από τον ‘εξαγριωμένο’ θάνατο». Θρησκειολογία, τ. 3, 2002, σ. 153-170 (156).


2 Για τη σημερινή άρνηση του θανάτου στον δυτικό κόσμο βλέπε ενδεικτικά Ernest Becker The denial of death, The Free Press, 1973. Κρίστοφερ Λας Η κουλτούρα του ναρκισσισμού (1979), εκδ. Νησίδες, 1999, σ. 201-210. π. Φιλοθέου Φάρου Το πένθος, εκδ. Ακρίτας, 1981, σ. 58-67. Jonathan Dollimore Death, desire, and loss in western culture. Penguin books, 1998. Ζygmunt Bauman Ρευστός φόβος (2006), εκδ. Πολύτροπον, 2007, σ. 37-75. Επίσης στο βιβλίο «Όψεις του πολιτιστικού φαινομένου. Επιστημολογικές προσεγγίσεις του θανάτου και της ζωής», εκδ. Αντ. Σταμούλη, 2008, τα άρθρα του Δημήτρη Μαγριπλή Κοινωνικές καταγραφές του θανάτου από το Βυζάντιο έως σήμερα στην Ελληνική πραγματικότητα (σ. 17-48) και του Γεωργίου Αλεξιά Ο θάνατος ως show, ως καταναλωτικό αγαθό: η περίπτωση της έκθεσης ”Body Worlds”, σ. 73-98.


3 Σίγκμουντ Φρόϋντ «Εμείς και ο θάνατος» (1915), Εκ των υστέρων, τ. 7, 2002, σ. 9-21 (10).


4 Jean Baudrillard Symbolic exchange and death (1976), transl. Iain Hamilton Grant. Sage, 1993, σ. 127, 130.


5 Μάριου Μπέγζου Ψυχολογία της θρησκείας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 1996, σ. 93-116.


6 Μάριου Μπέγζου Ψυχολογία της θρησκείας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 1996, σ. 94.


7 π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ Δημιουργία και απολύτρωση, εκδ. Πουρναρά, σ. 274-275.


8 Σταύρου Ζουμπουλάκη «Δημοτικό τραγούδι, λαϊκός πολιτισμός και Ορθόδοξη Εκκλησία». Νέα Εστία, Μάρτιος 2005, σ. 336-347 (338-339). Βλ. καί Αριστείδη Δουλαβέρα Η αξία της ζωής και η απαξία του θανάτου στα δημοτικά τραγούδια. «Όψεις του πολιτιστικού φαινομένου. Επιστημολογικές προσεγγίσεις του θανάτου και της ζωής», εκδ. Αντ. Σταμούλη, 2008, σ. 49-72.


9 Νίκου Ματσούκα Το πρόβλημα του κακού, εκδ. Πουρναρά, 3η έκδ. 1992, σ. 91.


10ό.π., σ. 96.


11 ό.π., σ. 97.


12 π. Νικολάου Σαχάρωφ Αγαπώ, άρα υπάρχω: η θεολογική παρακαταθήκη του γέροντα Σωφρονιου, 2η έκδ., 2008, Εν πλω, σ. 315.


13 Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, 1992, σ. 18.


14 Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, 1992, σ. 19.


15 Για την ανθρώπινη υπαρξιακή αγωνία βλ. Πάουλ Τίλλιχ Το θάρρος της υπάρξεως, εκδ. Δωδώνη και Σόρεν Κίρκεγκαρντ Η έννοια της αγωνίας, εκδ. Δωδώνη.


16 Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, 1992, σ. 25-27. Βλ. και Κωνσταντίνου Κορναράκη Si vis vitam, para mortem: Η αγωνία της υπάρξεως ενώπιον του θανάτου στη διαλεκτική μεταξύ θεολογικής και κοσμολογικής επιστημονικής σκέψεως. «Όψεις του πολιτιστικού φαινομένου. Επιστημολογικές προσεγγίσεις του θανάτου και της ζωής», εκδ. Αντ. Σταμούλη, 2008, σ. 169-202.


17 Oscar Cullmann Αθανασία της ψυχής ή Ανάσταση εκ των νεκρών; Η μαρτυρία της Καινής Διαθήκης, εκδ. Άρτος Ζωής, 1993, σ. 36-37.


18 Για μια σύγχρονη θεολογία του θανάτου βλ. π. Αδαμαντίου Αυγουστίδη Εν ασθενείαις καύχησις: θέματα εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας, εκδ. Αρμός, σ. 31-43 και Ιωάννη Πλεξίδα Ο άνθρωπος ενώπιον του θανάτου: δοκίμιο για την ανθρώπινη περατότητα με αφορμή τις ακολουθίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, εκδ. Αρμός, καθώς και τον συλλογικό τόμο Το μυστήριον του θανάτου εις την Λατρείαν της Εκκλησίας (πρακτικά θ΄ πανελληνίου λειτουργικού συμποσίου στελεχών Ιερών Μητροπόλεων), Κλάδος Εκδόσεων της Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 2009.


19 π. Δημητρίου Στανιλοάε Ορθοδοξία, αναστάσιμη ζωή. «Ανάσταση και ζωή», Αρμός, 1996, σ. 104.


*Εισήγηση στα πλαίσια της εκδήλωσης της Εταιρείας Μελέτης των Σχέσεων Επιστήμης και Θρησκείας (ΕΜΕΣΕΘ) της 31 Μαΐου 2011 με θέμα "Λόγος περί θανάτου: Θρησκεία, Τέχνη και Επιστήμη μπροστά στο μεγάλο ερώτημα του θανάτου".


πηγή: Αντίφωνο