Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψυχολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψυχολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 18 Αυγούστου 2014

Ντέμιαν Μπουκάι

 Ο Ντέμιαν Μπουκάι δεν ήταν πάντα ευτυχισμένος που είναι γιος του διάσημου αργεντινού ψυχιάτρου και συγγραφέα Χόρχε Μπουκάι. Τι κι αν ο πατέρας του έχει την ικανότητα να επηρεάζει χιλιάδες αναγνώστες ανά τον κόσμο γράφοντας για τους ατέλειωτους λαβυρίνθους της ανθρώπινης ψυχής και πώς μπορείς να βγεις σχετικά σώος μέσα από αυτούς; «Σε παλιότερες εποχές ήταν αυτονόητο να ακολουθήσεις τα χνάρια του πατέρα σου. Αν ήταν π.χ. δικηγόρος, θα γινόσουν κι εσύ δικηγόρος. Σήμερα ζούμε το ακριβώς αντίθετο. Αν κάνεις τη δουλειά του πατέρα σου, αυτομάτως σημαίνει ότι ζεις στη σκιά του, ότι δεν έχεις προσωπικό στόχο και προσωπικότητα. Εγώ όμως ήθελα να γίνω ψυχίατρος και χρειάστηκε να συμφιλιωθώ με αυτό. Πέρασα από διάφορες φάσεις για να συνειδητοποιήσω ότι είμαι γιος του πατέρα μου αλλά δεν είμαι μόνο αυτό. Όταν ήμουν μικρότερος, όλοι στο άκουσμα του ονόματός μου με ρωτούσαν "ααα, έχεις καμία συγγένεια με τον Χόρχε;". Και εγώ έλεγα: "Ναι, είναι μακρινός μου θείος"».

Όταν λοιπόν συμφιλιώθηκε με το ότι ήθελε να γίνει ψυχίατρος σαν τον πατέρα του, ο Ντέμιαν Μπουκάι σπούδασε Ιατρική στο

Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΕΥΤΥΧΙΑΣ

ΤΟ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΟ ΜΑΘΗΜΑ ευτυχίας μας το δίνουν... τα πουλιά. Από τη γέννησή τους μέχρι το θάνατο υμνούν τη ζωή με το τραγούδι τους! Ανεξάρτητα από τη διαθεσιμότητα της τροφής ή του νερού και τις άλλες συνθήκες της ζωής τους, νοιώθουν ευτυχισμένα χωρίς κανένα ιδιαίτερο λόγο. Και όταν κάποιος δεν χρειάζεται ιδιαίτερο λόγο για να είναι ευτυχισμένος, είναι πάντα ευτυχής!

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014

Η ΣΙΩΠΗ ΕΙΝΑΙ ΧΡΥΣΟΣ.

Στην κάθε πρόκληση της κάθε σας μέρας, δεν είναι ανάγκη να απαντήσετε. Ούτε και να υποστείτε τα δηλητηριώδη βέλη των ενοχλητικών. Ειδικά στους καιρούς μας, που η επιβίωση του νου, της ψυχραιμίας και της σκέψης, αποτελούν τα βασικά εργαλεία για να επιζήσει κανείς, οι επιστήμονες μελετούν με λεπτομέρεια τι συμβάλλει στην υγεία του μυαλού μας και τι την αποδομεί.

Όχι για λόγους απλά ερευνητικούς, όπως μπορεί να συνέβαινε λίγα μόλις χρόνια πριν, αλλά γιατί τα αντανακλαστικά της λειτουργίας και της σκέψης μας ακροβατούν σήμερα στη ζούγκλα των ανθρώπων, η οποία προκύπτει, - με βάση ΚΑΙ τις έρευνες-, πιο άτιμη από των ζώων ως προς τους κανόνες ηθικής. Η σιωπή, αποκαλύπτει για την ανθρώπινη κοινωνία των ανθρώπων η τελευταία επαναστατική έρευνα, είναι καλύτερη από τον διάλογο, και σίγουρα ακόμη καλύτερη από έναν καβγά, όταν χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε κάποιον που μας ενοχλεί. Επιχειρώντας ή επιμένοντας να συνομιλούμε με τον αντιπαθή, τον ισχυρογνώμονα ή τον εγωιστή, ίσως να ήταν μια στάση καλής πρόθεσης, σύμφωνα με την «καλή πρόθεση και ευγένεια», παλαιότερης όμως εποχής. Τα κλισέ όμως και οι κώδικες, μάλλον απότομα έσπασαν, περιγράφουν οι επιστήμονες, αφού σήμερα λίγο πολύ κάθε άνθρωπος δίνει την πιο σκληρή του μάχη για επιβίωση στην ζούγκλα της ζωής.

Για να εξετάσουν την διαδραστική συμπάθεια ή αντιπάθεια και τις επιπτώσεις στις σύγχρονες

ΤΖΟΥΛΙΑ ΚΡΙΣΤΕΒΑ : Είμαστε ορφανοί από ιδανικά

Η γαλλίδα, βουλγαρικής καταγωγής, ψυχαναλύτρια και γλωσσολόγος, συνομιλεί με την καθηγήτρια Ψυχολογίας και συγγραφέα Φωτεινή Τσαλίκογλου για τις κρίσεις, προσωπικές και άλλες, την κατάθλιψη ως αρρώστια του καιρού μας, την ψυχανάλυση, τον έρωτα. Μια αδημοσίευτη συζήτηση που έγινε πριν από 15 χρόνια και διατηρεί την επικαιρότητά της.

Η συνέντευξη δόθηκε στο σπίτι της Τζούλια Κρίστεβα στο Παρίσι, με αφορμή την εκπομπή της ΕΡΤ «Στα μονοπάτια της σκέψης», σε σκηνοθεσία Γιάννη Κασπίρη. Το μεγαλύτερο μέρος της συζήτησης έγινε στο σαλόνι του σπιτιού. Το τελευταίο μέρος της συζήτησης έλαβε χώρα στο γραφείο της Κρίστεβα, όπου βρίσκεται το ψυχαναλυτικό ντιβάνι της, που δεν είναι άλλο από ένα κρεβάτι πλοίου.

Φωτεινή Τσαλίκογλου (Φ.Τ.): Πώς φτάσατε στη Γαλλία;
Τζούλια Κρίστεβα: Εφτασα στη Γαλλία την Παραμονή των Χριστουγέννων του 1965 με μια υποτροφία που μου είχε δώσει η γαλλική κυβέρνηση. Ο Ντε Γκωλ ονειρευόταν ήδη από τότε μια Ευρώπη από τον Ατλαντικό στα Ουράλια. Και έδινε υποτροφίες στους νέους της Ανατολής. Βρισκόμασταν όμως στην εποχή του Κομμουνισμού και η κυβέρνηση δεν επιθυμούσε οι νέοι να φεύγουν στο εξωτερικό. Υπήρχαν λοιπόν ένα σωρό δυσκολίες. Επωφελήθηκα μιας απουσίας στη Μόσχα του διοικητικού υπευθύνου του Ινστιτούτου όπου έκανα τη διατριβή μου. Ο καθηγητής μου με έστειλε στη γαλλική πρεσβεία. Πέρασα τις εξετάσεις. Ετσι, γλιστρώντας ανάμεσα στα νήματα του διχτυού του κομμουνιστικού καθεστώτος έφτασα αρχές Ιανουαρίου από τη Βουλγαρία στο Παρίσι. Οι οικονομικές συνθήκες ήταν δυσμενείς. Το Παρίσι ήταν κρύο, χιονισμένο και γκρίζο. Δεν φανταζόμουν έτσι την Πόλη του Διαφωτισμού. Μαγεύτηκα όμως. Βρήκα έναν διανοητικό κύκλο πάρα πολύ ανοιχτό, πολύ περίεργο, ερεθιστικό.

Σάββατο 19 Οκτωβρίου 2013

Ποτέ φωνές στα παιδιά.


Σύμφωνα με μελέτη, η λεκτική βία -και όχι μόνον η σωματική- προς τους εφήβους αυξάνει τον κίνδυνο οι νέοι να εμφανίσουν κατάθλιψη, επιθετικότητα και άλλα προβλήματα συμπεριφοράς.

Όπως επισημαίνουν οι Αμερικανοί ψυχολόγοι, μπορεί οι γονείς να μην δέρνουν πια τα παιδιά τους (τουλάχιστον όχι συχνά), όμως είναι λάθος η αντίληψή τους ότι αν βάλουν τις φωνές, θα πετύχουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα. Μάλλον το αντίθετο θα συμβεί, σύμφωνα με την έρευνα.

Οι ερευνητές των πανεπιστημίων του Πίτσμπουργκ και του Μίσιγκαν, με επικεφαλής τον καθηγητή ψυχολογίας Μινγκ-Τε Γουάνγκ, μελέτησαν για δύο χρόνια τις επιπτώσεις που είχαν οι φωνές σε παιδιά στην αρχή της εφηβείας (ηλικία 13- 14 ετών) σε περίπου 1.000 οικογένειες, σχεδόν οι μισές από τις οποίες παραδέχτηκαν ότι κατέφευγαν στη λεκτική βία για λόγους πειθαρχίας.

Όσο συχνότερα τα παιδιά δέχονταν το έντονο κατσάδιασμα των γονιών τους, τόσο περισσότερο...

Παρασκευή 24 Μαΐου 2013

Κρατώντας τα χαμένα.

Οποιος έχει προσπαθήσει να αδυνατίσει ξέρει πάρα πολύ καλά πόσο εύκολο είναι να επιστρέψουν τα χαμένα κιλά. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιοι που τα καταφέρνουν.
Μερικές χιλιάδες από αυτούς τους επιτυχημένους ανθρώπους συμμετέχουν σε ένα μεγάλο αμερικανικό ερευνητικό πρόγραμμα, το οποίο καταγράφει τι πέτυχαν, πώς το πέτυχαν και πώς συνεχίζουν. Τιτλοφορείται National Weight Control Registry και άρχισε το 1993 από τον δρα Τζέιμς Ο. Χιλ, καθηγητή Ιατρικής και διευθυντή του Κέντρου Ερευνας Παχυσαρκίας Διατροφής (NORC) στο Πανεπιστήμιο του Κολοράντο.
Συναντήσαμε τον δρα Χιλ την περασμένη εβδομάδα στο περιθώριο του Ευρωπαϊκού Συνεδρίου Παχυσαρκίας – και μας αποκάλυψε τα μυστικά τους.
Πόσοι άνθρωποι συμμετέχουν στο πρόγραμμα;
Αυτή τη στιγμή είναι περίπου 10.000. Η μέση ηλικία τους είναι τα 45 χρόνια και οι επτά στους δέκα είναι γυναίκες. Ο μέσος όρος του βάρους που έχουν χάσει είναι σχεδόν 35 κιλά, τα οποία έχουν κρατήσει επί επτάμισι χρόνια κατά μέσον όρο.

Εχουμε όμως αρκετούς οι οποίοι έχουν χάσει πάνω από 50 κιλά, καθώς και ανθρώπους που αδυνάτισαν πριν από δύο ή τρεις δεκαετίες και δεν ξαναπάχυναν.

Πώς αδυνάτισαν;
Δεν υπάρχουν ομοιότητες στον τρόπο με τον οποίο έχασαν βάρος, καθώς βασίσθηκαν σε κάθε είδους δίαιτες: με λίγα λιπαρά, με λίγους υδατάνθρακες, ισορροπημένες, δίαιτες της μόδας, δίαιτες-αστραπή... 

Πέμπτη 4 Απριλίου 2013


Κατεβάστε το ποτήρι!

Οι φοιτητές παρακολουθούσαν με μεγάλο ενδιαφέρον το μάθημα για τη διαχείριση του άγχους, όταν ο καθηγητής έπιασε ένα ποτήρι και το σήκωσε ψηλά. Όλοι φαντάστηκαν ότι θα έκανε τη γνωστή ερώτηση: «Είναι μισοάδειο ή μισογεμάτο;». Αντ’ αυτού, με ένα πλατύ χαμόγελο στο πρόσωπο, ρώτησε: «Πόσο βαρύ είναι αυτό το ποτήρι με το νερό;»

Οι απαντήσεις που έδωσαν οι φοιτητές κυμάνθηκαν από 200 μέχρι 600 γραμμάρια.

Όμως ο καθηγητής διαφώνησε: «Το απόλυτο βάρος δεν έχει σημασία. Εξαρτάται από το πόση ώρα κρατάω το ποτήρι. Αν το κρατάω ψηλά για ένα λεπτό, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Αν το κρατήσω έτσι για μια ώρα, θα αρχίσει να πονάει το χέρι μου. Αν το κρατήσω για μια μέρα, το χέρι μου θα μουδιάσει και θα παραλύσει. Σε κάθε περίπτωση, το βάρος του ποτηριού δεν αλλάζει, αλλά όσο περισσότερο το κρατώ τόσο βαρύτερο γίνεται.»

Συνέχισε ο καθηγητής:

«Το στρες,οι ανησυχίες και τα προβλήματα της ζωής είναι σαν το ποτήρι νερού. Αν τα σκεφτείτε τα για λίγο, δεν πειράζει. Αν τα σκέφτεστε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, θα αρχίσουν να σας πληγώνουν. Και αν σας προβληματίζουν όλη την ημέρα, στο τέλος θα σας παραλύσουν και θα νιώσετε ανίκανοι να κάνετε οτιδήποτε.

Είναι σημαντικό να θυμόσαστε να χαλαρώνετε και να διώχνετε το στρες. Μην κουβαλάτε τα προβλήματα μαζί σας μέχρι το βράδυ, ακόμα και τη νύχτα. Μη ξεχνάτε να κατεβάζετε το ποτήρι!»

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

Η ΒΑΡΚΑ



Ένας από τους μεγαλύτερους δασκάλους Ζεν, ο Λιν Τσι, συνήθιζε να λέει: 

“Όταν ήμουν νέος, ήμουν ενθουσιασμένος με την κωπηλασία. Είχα μια μικρή βάρκα, και πήγαινα στη λίμνη μόνος μου. Έμενα εκεί για ώρες ολόκληρες. Κάποτε έτυχε να διαλογίζομαι στη βάρκα μου με κλειστά μάτια, μια όμορφη νύχτα. Τότε πλησίασε μια άλλη βάρκα ακολουθώντας το ρεύμα και χτύπησε τη βάρκα μου. Τα μάτια μου ήταν κλειστά, έτσι σκέφτηκα : Κάποιος είναι εδώ με τη βάρκα του και χτύπησε τη δική μου βάρκα’. Θυμός γεννήθηκε μέσα μου. Άνοιξα τα μάτια μου και ήμουν έτοιμος να πω θυμωμένος κάτι σ’ αυτόν τον άνθρωπο, αλλά τότε συνειδητοποίησα ότι η βάρκα ήταν άδεια! Και δεν υπήρχε τρόπος να εκτονωθεί ο θυμός μου. Προς ποιόν θα τον εξέφραζα; Η βάρκα ήταν άδεια, απλώς έπλεε ακολουθώντας το ρεύμα από μόνη της και ήρθε και χτύπησε τη βάρκα μου. Έτσι δεν υπήρχε τίποτε να κάνω. Δεν υπήρχε δυνατότητα να εκτονώσω τον θυμό μου σε μια άδεια βάρκα”. 

Έτσι ο Λιν Τσι είπε: “Έκλεισα τα μάτια μου. Ο θυμός ήταν εκεί, αλλά δεν μπορούσε να βρει διέξοδο. Έκλεισα τα μάτια μου και απλώς κινήθηκα προς τα πίσω μαζί με τον θυμό. Και η άδεια βάρκα έγινε η συνειδητοποίησή μου. Έφτασα σ’ ένα σημείο μέσα μου εκείνη τη σιωπηλή νύχτα. Εκείνη η άδεια βάρκα έγινε ο δάσκαλός μου. Και τώρα εάν κάποιος έρχεται και με προσβάλλει, γελάω και λέω: Και αυτή η βάρκα είναι επίσης «άδεια». Κλείνω τα μάτια και πηγαίνω μέσα.”

Κυριακή 30 Σεπτεμβρίου 2012

Η Γενιά του Εγώ


Εδώ και μερικές δεκαετίες τα παιδιά του δυτικού κόσμου μεγαλώνουν με κανακέματα και επαίνους και διαρκείς τονωτικές ενέσεις του Εγώ τους σε μια καλών προθέσεων προσπάθεια ενίσχυσης της αυτοεκτίμησής τους. Πού οδήγησε αυτό; Στην εμφάνιση μιας γενιάς που αν και επισήμως ονομάζεται Γενιά Υ (ως διάδοχος της Γενιάς Χ), τώρα διεκδικεί τον καθόλου κολακευτικό τίτλο της «Γενιάς του Εγώ». Οι εκπρόσωποί της εμφανίζονται εγωκεντρικοί και νάρκισσοι, έχουν υπερτιμημένη άποψη για τον εαυτό τους και διακατέχονται από υπερβολικά υψηλές και έξω από τις δυνατότητές τους προσδοκίες, με αποτέλεσμα να «λυγίζουν» ευκολότερα κάτω από τις δυσκολίες της πραγματικής ζωής και να ρέπουν περισσότερο προς την κατάθλιψη. Το να σπεύσουμε να τους κατηγορήσουμε είναι εύκολο. Είναι όμως πολύ πιο εποικοδομητικό να κάνουμε μια γερή κριτική και να αναθεωρήσουμε τον τρόπο που έχουμε υιοθετήσει ως «καλύτερο» για την ανατροφή των παιδιών μας. Οι ειδικοί έχουν ήδη μπει στη διαδικασία και οι προτάσεις τους είναι πραγματικά ενδιαφέρουσες.

«Τους νέους σήμερα συνεχίζουν να τους παραχαϊδεύουν για πολύ καιρό, ενώ θα έπρεπε πολύ νωρίτερα να έχουν αρχίσει να μαθαίνουν ότι δεν είναι τέλειοι». Αυτό ήταν το συμπέρασμα του HS, ενός μπλόγκερ που σχολίαζε ένα άρθρο των «New York Times» το οποίο οίκτιρε την κατάσταση της σημερινής νεολαίας. Το πρόβλημα με τα παιδιά, συνέχιζε, είναι ότι έχουν μια «παραφουσκωμένη» άποψη για τον εαυτό τους επειδή έχουν μεγαλώσει έτσι ώστε να πιστεύουν πως καθετί που κάνουν είναι αξιόλογο και σημαντικό. Δεν επρόκειτο για κάποιον γερογκρινιάρη αλλά για έναν νεαρό που έγραφε για την ίδια του τη γενιά, εκείνους που γεννήθηκαν ανάμεσα στο 1980 και στο 2000 και έχουν ονομαστεί Γενιά Υ ή Γενιά του Εγώ.

Οπως καταλαβαίνει κανείς από το όνομά της, η Γενιά του Εγώ έχει προσελκύσει ήδη τα πυρά. Οι εκπρόσωποί της κατηγορούνται ότι είναι κακομαθημένοι, αλαζονικοί και νάρκισσοι, ότι έχουν μια αδικαιολόγητη αίσθηση πως δικαιωματικά όλα τους ανήκουν. Οι καθηγητές παραπονούνται ότι οι σημερινοί φοιτητές απαιτούν μόνιμη προσοχή. Οι εργοδότες δυσκολεύονται να καταπιούν τα υπερδιογκωμένα εγώ των νεαρών υπαλλήλων τους, ενώ οι ψυχοθεραπευτές λένε ότι βλέπουν μια νέα γενιά ασθενών οι οποίοι έχουν κατάθλιψη επειδή δεν μπορούν να φθάσουν στο ύψος των υπερβολικών προσδοκιών τους. Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι το φταίξιμο βρίσκεται στους γονείς, στους δασκάλους και στους άλλους ενηλίκους οι οποίοι υπερέβαλαν στο να μεγεθύνουν την άποψη που έχουν τα παιδιά για τον εαυτό τους από τα πρώτα τους χρόνια.

Οι κατηγορίες αυτές δεν βαρύνουν μόνο τη Γενιά Υ αλλά και μια ολόκληρη φιλοσοφία για την ανατροφή των παιδιών, η οποία ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980 και εξακολουθεί να ισχύει ακόμη. Αν είναι βάσιμες, θα πρέπει να αναθεωρήσουμε την άποψη ότι η ενίσχυση της αυτοεκτίμησης των παιδιών είναι ο καλύτερος τρόπος για να εξασφαλίσουμε το ότι θα εκμεταλλευθούν στο έπακρο τις δυνατότητές τους. Τι λένε λοιπόν τα στοιχεία; Είναι η σημερινή νεολαία πραγματικά πιο εγωιστική από τις παλαιότερες γενιές; Αν είναι έτσι, αποτελεί αυτό πρόβλημα; Και αν η σύγχρονη δυτική κουλτούρα της οικοδόμησης αυτοεκτίμησης είναι ένοχη, τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό;


Παραφουσκωμένο Εγώ
Ενας από τους πλέον ένθερμους επικριτές της σημερινής νεολαίας είναι η Τζιν Τουένγκι, ψυχολόγος στο Πολιτειακό Πανεπιστήμιο του Σαν Ντιέγκο της Καλιφόρνιας και συγγραφέας τού «Generation Me». Για να βρούμε αποδεικτικά στοιχεία υπέρ του υπερδιογκωμένου Εγώ της Γενιάς Υ αρκεί, όπως λέει, να κοιτάξουμε την ετήσια μελέτη των αμερικανών πρωτοετών φοιτητών που περιλαμβάνει 9 εκατ. φοιτητές κολεγίου. Αποκαλύπτει ότι το 52% των συμμετεχόντων του 2009 θεωρούσε πως είχε επίπεδα κοινωνικής αυτοπεποίθησης υψηλότερα από εκείνα του μέσου γενικού πληθυσμού σε σχέση με το 30% των φοιτητών που δήλωνε το ίδιο στη μελέτη του 1966. Οι σημερινοί φοιτητές επίσης αξιολογούν τη νοητική τους αυτοπεποίθηση, τις δεξιότητές τους στο να μιλούν δημόσια καθώς και τις ηγετικές τους ικανότητες περίπου κατά 50% υψηλότερα από ό,τι οι ομόλογοί τους του 1966.

Η υπερβολική σημασία της αυτοεκτίμησης για τη Γενιά Υ σκιαγραφήθηκε σε ένα πείραμα το 2010. Μια ομάδα με επικεφαλής τονΜπραντ Μπούσμαν του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο στο Κολόμπους διαπίστωσε ότι οι φοιτητές έδιναν στην ενίσχυση της αυτοεκτίμησής τους – π.χ., το να πάρουν μεγαλύτερο βαθμό ή να δεχθούν μια φιλοφρόνηση – μεγαλύτερη αξία από ό,τι στις ανταμοιβές που κινητοποιούν την ανθρωπότητα από τις απαρχές της ύπαρξής της, όπως το να φάει κάποιος το αγαπημένο του φαγητό ή το να επιδοθεί σε σεξουαλική δραστηριότητα. Οι φοιτητές επίσης αξιολογούσαν αυτή την επιβράβευση υψηλότερα από το να κερδίσουν χρήματα, να πιουν αλκοόλ ή να δουν τον καλύτερό τους φίλο. Διερευνώντας περισσότερο οι επιστήμονες ζήτησαν από τους φοιτητές να αξιολογήσουν το πόσο ήθελαν καθεμιά από αυτές τις ανταμοιβές καθώς και την ευχαρίστηση που λάμβαναν από αυτές. Το να θέλει κάποιος κάτι περισσότερο από ό,τι του αρέσει θεωρείται ένδειξη εθισμού. Σε όλες τις περιπτώσεις η ανταμοιβή «τούς άρεσε» περισσότερο από ό,τι «την ήθελαν», αλλά η διαφορά ανάμεσα στα δύο ήταν μικρότερη σε ανταμοιβές που πρόσφεραν ενίσχυση της αυτοπεποίθησης.


Γεγονός ή προκατάληψη;
Η εικόνα δεν είναι ωστόσο τόσο απλή. Ο Μαρκ Λίρι, κοινωνικός ψυχολόγος στο Πανεπιστήμιο Ντιουκ του Ντάραμ της Βόρειας Καρολίνας, προειδοποιεί ότι τα ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα δεν είναι τόσο ελιτίστικα όσο ήταν τη δεκαετία του 1960 και άρα το δημογραφικό προφίλ των φοιτητών έχει αλλάξει καθιστώντας τις παλαιότερες και τις σημερινές ομάδες φοιτητών μη απόλυτα συγκρίσιμες. «Δεν γνωρίζουμε αν αυτή είναι μια πραγματική αλλαγή ή αν έχει να κάνει με μια αλλαγή των ανθρώπων που εξετάζονται»λέει.
Πράγματι, η Κάλι Τρεζνιέφσκι του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Ντέιβις ανέλυσε μια μελέτη 400.000 μαθητών γυμνασίου που διεξάγεται τα τελευταία 30 χρόνια, από το 1976, και δεν βρήκε στοιχεία για αύξηση του εγωισμού σε αυτή την ελαφρώς νεαρότερη ομάδα. «Οι βαθμολογίες στην αυτοεκτίμησση δεν έχουν αλλάξει καθόλου» λέει. Υποπτεύεται ότι ορισμένοι ψυχολόγοι, κυρίως μιας μεγαλύτερης ηλικίας, διακατέχονται από μια πανάρχαια προκατάληψη. «Επικρίνουμε την επόμενη γενιά. Αυτό ακριβώς κάνουμε»τονίζει. Είναι πιθανόν, υποστηρίζει, όλοι και όχι μόνο η Γενιά Υ, να έχουμε σταδιακά γίνει πιο εγωκεντρικοί – καθώς όμως τα στοιχεία είναι περιορισμένα στις άλλες ηλικιακές ομάδες, είναι δύσκολο να εξετάσει αυτή την ιδέα της.


Η «Γενναιόδωρη Γενιά»;
Ακόμη πιο επιφυλακτικός είναι ο Τζέφρι Αρνέτ, ψυχολόγος ο οποίος μελετά την εφηβεία στο Πανεπιστήμιο Κλαρκ της Μασαχουσέτης. Επισημαίνει ότι σήμερα οι νέοι προσφέρουν εθελοντική δουλειά σε φιλανθρωπικά έργα σε μεγαλύτερους αριθμούς από ποτέ και ότι ενδιαφέρονται περισσότερο για τις κοινωνικές ανισότητες από ό,τι ενδιαφέρονταν οι γονείς τους. Φθάνει μάλιστα ως το σημείο να ονομάζει τη Γενιά Υ «Γενναιόδωρη Γενιά».
Παρ’ όλα αυτά, οι περισσότεροι ερευνητές αναγνωρίζουν ότι έχει σημειωθεί μια πραγματική αύξηση της αυτοεκτίμησης – τουλάχιστον στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το φαινόμενο έχει μελετηθεί περισσότερο. Το ερώτημα του αν αυτό αποτελεί πρόβλημα παραμένει ανοιχτό. Οταν ο αμερικανός ψυχολόγος Γουίλιαμ Τζέιμς επινόησε τον όρο «αυτοεκτίμηση» τη δεκαετία του 1890, τον είχε προσδιορίσει ως τον λόγο των επιτυχιών ενός ατόμου προς τις «φιλοδοξίες» ή τους στόχους του. Με άλλα λόγια, η αυτοεκτίμηση είναι ένα υποκειμενικό μέτρο της αξίας του καθενός που αυξάνεται καθώς επιτυγχάνει τους στόχους του. Αυτό ταιριάζει με τον ορισμό που δίνει το λεξικό: «Ο σεβασμός ή η ευνοϊκή άποψη κάποιου για τον εαυτό του». Τι το κακό μπορεί να υπάρχει σε αυτό;


Ματαιοδοξία και ναρκισσισμός
Στις ημέρες μας, παρ’ όλα αυτά, η αυτοεκτίμηση έχει αποκτήσει ένα δεύτερο νόημα: «Μια αδικαιολόγητα καλή γνώμη κάποιου για τον εαυτό του, ματαιοδοξία». Αυτός είναι ο ορισμός που ταιριάζει καλύτερα στη Γενιά Υ, σύμφωνα με την κυρία Τουένγκι. Και αυτή είναι η πηγή του προβλήματος. Κατ’ αρχάς, τα παραφουσκωμένα εγώ δημιουργούν σε πολλά νεαρά άτομα μη ρεαλιστικές προσδοκίες και η ανικανότητά τους να τις εκπληρώσουν μπορεί να οδηγήσει σε κατάθλιψη. Δεν είναι σύμπτωση, λέει, ότι το αμερικανικό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών στην Ατλάντα της Τζόρτζια ανέφερε τον περασμένο Οκτώβριο πως ένας στους εννέα Αμερικανούς άνω των 12 ετών παίρνει αυτή τη στιγμή αντικαταθλιπτικά – αριθμός τετραπλάσιος από το αντίστοιχο ποσοστό στα τέλη της δεκαετίας του 1980.
Η κυρία Τουένγκι βλέπει ένα άλλο δείγμα επικίνδυνα διογκωμένης αυτοεκτίμησης στα αυξανόμενα επίπεδα του ναρκισσισμού. Διαπίστωσε ότι διπλάσιοι φοιτητές είχαν υψηλά επίπεδα ναρκισσισμού το 2006 σε σχέση με τις αρχές της δεκαετίας του 1980. Οι νάρκισσοι τείνουν να μην ανέχονται την κριτική και έχουν ροπή προς την εξαπάτηση και την επιθετικότητα. «Αυτοί είναι οι άνθρωποι που έρχονται στο γραφείο σου και κάνουν ολόκληρο καβγά για έναν βαθμό» λέει. Επίσης ανησυχούν περισσότερο για την εξωτερική τους εμφάνιση και, όπως τονίζει, οι Αμερικανοί καταφεύγουν στην πλαστική χειρουργική σε μεγαλύτερους αριθμούς από ποτέ. Στο τελευταίο της βιβλίο, «The Narcissism Epidemic», το οποίο έχει γράψει μαζί με τον Γ. Κιθ Κάμπελ (Free Press, 2009), αφηγείται ανέκδοτα για ανθρώπους που προσέλαβαν δήθεν παπαράτσι για να δημιουργήσουν την εντύπωση ότι είναι διάσημοι ή αγόρασαν τεράστια σπίτια με δάνεια ως απόδειξη του αμερικανικού παραφουσκωμένου εγώ.


Εγώ και στη… μουσική
«Το έχουμε παρακάνει με τον ατομισμό» λέει η κυρία Τουένγκι και αυτό αντανακλάται και στην ποπ κουλτούρα. Μαζί με τον ψυχολόγο Νέιθαν Ντε Βαλ και άλλους ερευνητές κατέγραψαν μια αύξηση της χρήσης της λέξης «εγώ» στους στίχους των αμερικανικών ποπ επιτυχιών από το 1980 ως το 2007. Ταυτοχρόνως η συχνότητα λέξεων που σχετίζονται με άλλους ανθρώπους, με την κοινωνική αλληλεπίδραση και τα θετικά συναισθήματα έχει μειωθεί. Η κυρία Τουένγκι θεωρεί υπεύθυνους τέσσερις παράγοντες: τις αλλαγές στη συμπεριφορά των γονέων, τη λατρεία της διασημότητας, το Διαδίκτυο και τον εύκολο δανεισμό. «Ολοι αυτοί οι παράγοντες επιτρέπουν στους ανθρώπους να έχουν μια διογκωμένη αίσθηση του εαυτού τους, στην οποία το φαίνεσθαι της επίδοσης είναι πιο σημαντικό από αυτή καθαυτή την επίδοση» λέει.
Αλλοι κατηγορούν το κίνημα της αυτοεκτίμησης που ξεκίνησε στην Καλιφόρνια τη δεκαετία του 1980. Δυστυχώς, λέει ο κ. Λίρι, το κίνημα γεννήθηκε από μια παρανόηση. Μελέτες είχαν δείξει έναν συσχετισμό ανάμεσα στην υψηλή αυτοεκτίμηση και στις θετικές εξελίξεις στη ζωή. «Ο κόσμος βιάστηκε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αυτοεκτίμηση ήταν η αιτία αυτών των άλλων πραγμάτων αλλά δεν είναι» λέει. Υστερα από τρεις δεκαετίες και πολλά προγράμματα ενίσχυσης της αυτοεκτίμησης επικρατεί η άποψη ότι ο καλύτερος τρόπος να αναθρέψει κάποιος τα παιδιά του είναι να οικοδομήσει την αυτοεκτίμησή τους μέσα από συνεχείς επαίνους και θετικές αναδράσεις. Τα στοιχεία είναι όμως είναι ασαφή, στην καλύτερη περίπτωση.


Μειωμένη αντοχή στις δυσκολίες
Το 2003 μια ομάδα με επικεφαλής τον Ρόι Μπαουμάιστερ του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Φλόριδας στο Ταλαχάσι διεξήγαγε μια μετα-ανάλυση των προηγούμενων ερευνών. Η εικόνα που αναδείχθηκε ήταν σύνθετη. Διαπίστωσαν ότι η υψηλή αυτοεκτίμηση σχετιζόταν γενικά με πιο χαρούμενη διάθεση και ανάληψη πρωτοβουλίας, ενώ η χαμηλή αυτοεκτίμηση συνδεόταν με κατάθλιψη. Παρ’ όλα αυτά, αντίθετα με το αναμενόμενο, τα άτομα με υψηλή αυτοεκτίμηση καταθλίβονταν περισσότερο σε στιγμές στρες, ενώ εκείνα που είχαν χαμηλή αυτοεκτίμηση έδειχναν μεγαλύτερη αντοχή όταν έρχονταν αντιμέτωπα με τα σκαμπανεβάσματα της ζωής. Φάνηκε επίσης ότι η προσπάθεια ενίσχυσης της αυτοεκτίμησης των μαθητών δεν βελτίωνε τις επιδόσεις τους στα μαθήματα και μπορούσε μερικές φορές να είναι αντιπαραγωγική. Η υψηλή αυτοεκτίμηση φάνηκε να προστατεύει τα κορίτσια από τα νταηλίκια, δεν εμπόδιζε όμως τα παιδιά να καπνίσουν, να πιουν, να πάρουν ναρκωτικά ή να κάνουν σεξ – αντιθέτως, τα ωθούσε στο να δοκιμάσουν αυτά τα πράγματα. Οι καλές επιδόσεις στην εργασία σχετίζονταν μερικές φορές με την υψηλή αυτοεκτίμηση, ο συσχετισμός όμως ήταν ευμετάβλητος και η σχέση της αιτιότητας ασαφής. Η αυτοεκτίμηση δεν μπορούσε να προβλέψει ούτε την ποιότητα ούτε τη διάρκεια των σχέσεων. Η γενική εικόνα ήταν τόσο συγκεχυμένη ώστε ο κ. Μπαουμάιστερ και η ομάδα του θεώρησαν ότι δεν μπορούν να εγκρίνουν προγράμματα για την ενίσχυση της αυτοεκτίμησης.

Σήμερα οι ψυχολόγοι συμφωνούν στο ότι η υψηλή αυτοεκτίμηση αποτελεί συχνότερα τη συνέπεια θετικών γεγονότων στη ζωή παρά την αιτία τους – ένα μήνυμα το οποίο ακόμη δεν έχει περάσει σε γονείς και δασκάλους. Ο κ. Λίρι φθάνει ως το σημείο να διαβεβαιώνει ότι η αυτοεκτίμηση που ενισχύεται με τεχνητό τρόπο, χωρίς αναφορά σε επιτεύγματα, δεν έχει καμία εγγενή αξία. Εν τω μεταξύ ο εκπαιδευτικός ψυχολόγος Χέρμπερτ Μαρς του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης υποστηρίζει ότι θα πρέπει να σκεφτόμαστε την αυτοεκτίμηση ως ένα τμήμα της ευρύτερης έννοιας ενός πράγματος που ονομάζεται αυτοαντίληψη και το οποίο περιλαμβάνει επίσης τις απόψεις που έχει κάποιος για την εθνοτική και μορφωτική του ταυτότητα, καθώς και για το φύλο του. Πιστεύει ότι η καλή αυτοαντίληψη και η υψηλή εκπαιδευτική απόδοση αποτελούν την αιτία και το αποτέλεσμα η μια της άλλης. «Αυτό είναι που κάνει τόσο δύσκολη τη δουλειά των δασκάλων» λέει. «Δεν πρέπει μόνο να διδάξουν δεξιότητες, πρέπει επίσης να οικοδομήσουν την πίστη των παιδιών στον εαυτό τους και μετά να συνδέσουν αυτά τα δύο».


Πιο σημαντικός ο αυτοέλεγχος
Ο κ. Μπαουμάιστερ υποστηρίζει ότι, αντί να «χτίζουμε» το εγώ των παιδιών, θα πρέπει να οικοδομήσουμε τον αυτοέλεγχό τους. Στο καινούργιο βιβλίο του «Willpower: Rediscovering Our Greatest Strength» (Allen Lane, 2012) παρουσιάζει στοιχεία υπέρ του ότι η δύναμη της θέλησης και όχι η αυτοεκτίμηση είναι το απαραίτητο συστατικό για μια επιτυχημένη ζωή. Υποστηρίζει ότι τα παιδιά θα πρέπει να μάθουν να ελέγχουν τις παρορμήσεις τους και να επιμένουν σε δύσκολα έργα ώστε να μπορέσουν να επιτύχουν τους στόχους τους, κάτι το οποίο θα ενισχύσει με φυσικό τρόπο την αυτοεκτίμησή τους. Οι γονείς και οι δάσκαλοι μπορούν να βοηθήσουν στην ανάπτυξη της αυτοπειθαρχίας ενθαρρύνοντας τα παιδιά να αποκτήσουν καλές συνήθειες. Και αντί να τους παρέχουν διαρκή και επομένως ανούσιο έπαινο, θα πρέπει να ενθαρρύνουν τα πραγματικά επιτεύγματα. Αν η προσέγγιση του κ. Μπαουμάιστερ φαίνεται υπερβολικά αυστηρή, ο κ. Λίρι είναι πιο πραγματιστής. Το μήνυμα που θα πρέπει να στέλνουν οι γονείς στα παιδιά τους, λέει, είναι ότι τα αγαπούν ακόμη και αν δεν είναι τέλεια και ότι μπορούν να βελτιωθούν. «Δώστε τους ειλικρινή πληροφόρηση»επισημαίνει. «Και πάνω από όλα, μη λέτε στο παιδί σας ότι είναι το καλύτερο παιδί του κόσμου γιατί κανένα δεν είναι».
Στροφή προς τους άλλους
Η υπερβολική αυτοεκτίμηση μπορεί να δημιουργήσει προβλήματα, το ίδιο όμως ισχύει και για τη χαμηλή αυτοεκτίμηση. Στην εφηβεία τα παιδιά γίνονται ευάλωτα καθώς ο «συμπαγής» εγωκεντρισμός που έχουν στα πρώτα τους χρόνια αρχίζει γρήγορα να αποκτά ρωγμές. Στα κορίτσια η πτώση της αυτοεκτίμησης είναι μεγαλύτερη από ό,τι στα αγόρια, και στα δυο φύλα όμως η αλλαγή είναι μόνιμη. Επίσης σε αυτές τις ηλικίες η αυτοεκτίμηση μπορεί να είναι υψηλή αλλά ταυτόχρονα ασταθής, να καταποντίζεται με την πρώτη κριτική.

Οι γονείς φυσικά θέλουν να προστατεύσουν το παιδί τους σε αυτή την κρίσιμη ηλικία, όμως το να το στολίζουν με αβάσιμους επαίνους δεν είναι η λύση. Μια καλύτερη τακτική είναι να ενθαρρύνουν τα παιδιά να σκέφτονται τους άλλους. Μια από τις πολλές μελέτες που δείχνουν προς αυτή την κατεύθυνση έγινε από την Τζένιφερ Κρόκερ και την Εϊμι Κανεβέλο του Πολιτειακού Πανεπιστημίου του Οχάιο στο Κολόμπους, σε περίπου 200 ζεύγη φοιτητών. Διαπίστωσαν ότι όσοι προσπάθησαν να ενισχύσουν την αυτοεκτίμησή τους βάζοντας τον ή την συγκάτοικό τους να τους αναγνωρίσει τα καλά σημεία τους απέτυχαν: τόσο η αυτοεκτίμηση των ίδιων όσο και η γνώμη των συγκατοίκων τους για εκείνους μειώθηκαν μέσα στους τρεις μήνες που διήρκεσε το πείραμα. «Εκείνο που πραγματικά λειτούργησε ήταν το να δείχνουν έμπρακτα ότι ενδιαφέρονται πραγματικά για τον συγκάτοικό τους» λέει η κυρία Κρόκερ.



ΚΣ

Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

Το πείραμα του Μίλγκραμ

Το πείραμα του Μίλγκραμ είναι ένα από τα πιο γνωστά αντιδεοντολογικά πειράματα της ψυχολογίας, ουσιαστικά μια «φάρσα» που ξεγύμνωσε την ανθρώπινη ψυχή.
Το 1961, ο είκοσι εφτάχρονος Στάνλει Μίλγκραμ, επίκουρος καθηγητής ψυχολογίας στο Γέιλ, αποφάσισε να μελετήσει την υπακοή στην εξουσία. Είχαν περάσει λίγα μόνο χρόνια από τα φρικτά εγκλήματα των Ναζί και γινόταν μια προσπάθεια κατανόησης της συμπεριφοράς των απλών στρατιωτών και αξιωματικών των SS, οι οποίοι είχαν εξολοθρεύσει εκατομμύρια αμάχων. Η ευρέως αποδεκτή εξήγηση –πριν το πείραμα του Μίλγκραμ- ήταν η αυταρχική τευτονική διαπαιδαγώγηση και η καταπιεσμένη –κυρίως σεξουαλικά- παιδική ηλικία των Γερμανών. Όμως ο Μίλγκραμ ήταν κοινωνικός ψυχολόγος και πίστευε ότι αυτού του είδους η υπακοή –που οδηγεί στο έγκλημα- δεν μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο της προσωπικότητας, αλλά περισσότερο των πιεστικών συνθηκών. Και το απέδειξε κάνοντας τη «φάρσα» του.
Τα υποκείμενα του πειράματος ήταν εθελοντές, κυρίως φοιτητές, οι οποίοι καλούνταν έναντι αμοιβής να συμμετέχουν σε ένα ψυχολογικό πείραμα σχετικό με τη μνήμη.
Χώριζε τους φοιτητές σε ζεύγη και –μετά από μια εικονική κλήρωση- ο ένας έπαιρνε το ρόλο του «μαθητευομένου» και ο άλλος του «δασκάλου».
Ο έκπληκτος «μαθητευόμενος» δενόταν χειροπόδαρα σε μια ηλεκτρική καρέκλα και του περνούσαν ηλεκτρόδια σε όλο το σώμα. Έπειτα του έδιναν να μάθει δέκα ζεύγη λέξεων.
Ο «δάσκαλος», από την άλλη, καθόταν μπροστά σε μια κονσόλα ηλεκτρικής γεννήτριας. Μπροστά του δέκα κουμπιά με ενδείξεις: «15 βολτ, 30 βολτ, 50 βολτ κλπ.» Το τελευταίο κουμπί έγραφε: «450 βολτ. Προσοχή! Κίνδυνος!»
Πίσω από το «δάσκαλο» στεκόταν ο πειραματιστής, ο υπεύθυνος του πειράματος. (Και περνάμε σε ενεστώτα για να γίνουμε μέτοχοι της στιγμής.)
«Θα λέτε την πρώτη λέξη από τα ζεύγη στο μαθητευόμενο. Αν κάνει λάθος θα σηκώσετε το πρώτο μοχλό και θα υποστεί ένα ηλεκτροσόκ 15 βολτ. Σε κάθε λάθος θα σηκώνετε τον αμέσως επόμενο μοχλό», λέει ο πειραματιστής και ο «δάσκαλος» αισθάνεται ήδη καλά που δεν του έτυχε στην κλήρωση ο άλλος ρόλος.
Το πείραμα ξεκινάει. Ο «δάσκαλος» λέει τις λέξεις από το μικρόφωνο. Ο «μαθητευόμενος», ήδη τρομαγμένος, απαντάει σωστά, αλλά όχι για πολύ. Μόλις κάνει το πρώτο λάθος ο «δάσκαλος» γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος του λέει να προχωρήσει στο πρώτο ηλεκτροσόκ. Ο «δάσκαλος» υπακούει. 15 βολτ δεν είναι πολλά, αλλά ο «μαθητευόμενος» έχει αλλάξει ήδη γνώμη. Παρ’ όλα αυτά απαντάει σωστά σε άλλη μια ερώτηση, αλλά στο επόμενο λάθος δέχεται 30 βολτ. «Αφήστε να φύγω», λέει ο «μαθητευόμενος» που δεν μπορεί να λυθεί. «Δε θέλω να συμμετάσχω σε αυτό το πείραμα.» Ο «δάσκαλος» κοιτάει τον πειραματιστή. Εκείνος του κάνει νόημα να συνεχίσει.
Τα βολτ αυξάνονται και τώρα πια ο πόνος είναι εμφανής στο πρόσωπο του «μαθητευόμενου», που εκλιπαρεί να τον αφήσουν ελεύθερο. Στα 200 βολτ ταρακουνιέται ολόκληρος. Ο «δάσκαλος» πριν κάθε ηλεκτροσόκ γυρνάει να κοιτάξει τον πειραματιστή. Εκείνος, με σταθερή φωνή, του λέει ότι το πείραμα πρέπει να συνεχιστεί. Ο «δάσκαλος» συνεχίζει να βασανίζει έναν άγνωστο, έναν απλό φοιτητή που κλαίει, ζητάει τη βοήθεια του Θεού και παρακαλεί να τον λυπηθούν. Δεν μπορεί πια να απαντήσει στις ερωτήσεις, αλλά ο πειραματιστής λέει στο «δάσκαλο»:
«Τη σιωπή την εκλαμβάνουμε ως αποτυχημένη απάντηση και συνεχίζουμε με την τιμωρία.»
Στα 345 βολτ ο «μαθητευόμενος» τραντάζεται ολόκληρος, ουρλιάζει και χάνει τις αισθήσεις του.
Ο «δάσκαλος», ιδρωμένος και με τα χέρια του να τρέμουν, κοιτάει τον πειραματιστή.
«Μην ανησυχείτε», λέει εκείνος, «το πείραμα είναι απολύτως ελεγχόμενο… Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»
«Μα είναι λιπόθυμος», λέει ο «δάσκαλος».
«Δεν έχει καμιά σημασία. Το πείραμα πρέπει να ολοκληρωθεί. Συνεχίστε με τον τελευταίο μοχλό.»
Πόσοι από τους εθελοντές έφτασαν ως τον τελευταίο μοχλό;
Πριν ξεκινήσει το πείραμα του ο Μίλγκραμ είχε κάνει μια «δημοσκόπηση» ανάμεσα στους ψυχιάτρους και στους ψυχολόγους, ρωτώντας ‘τους τι ποσοστό των εθελοντών θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό.
Σχεδόν όλοι απάντησαν ότι κανείς δε θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό, πέρα ίσως από κάποια άτομα με κρυπτοσαδιστικές τάσεις, καθαρά παθολογικές.
Δυστυχώς έκαναν λάθος.
Μόλις το 5% των «δασκάλων» αρνήθηκαν εξ’ αρχής να συμμετάσχουν σε ένα τέτοιο πείραμα και αποχώρησαν –συνήθως βρίζοντας τον πειραματιστή. Το υπόλοιπο 95% προχώρησε πολύ το πείραμα, πάνω από τα 150 βολτ. Και το 65%… Έφτασε μέχρι τον τελευταίο μοχλό, τα πιθανότατα θανατηφόρα 450 βολτ!
Που έγκειται η φάρσα;
Ο «μαθητευόμενος» δεν ήταν φοιτητής, αλλά ηθοποιός, που είχε προσληφθεί από το Μίλγκραμ για αυτόν ακριβώς το «ρόλο». Δεν υπήρχε ηλεκτρισμός ούτε ηλεκτροσόκ. Ο ηθοποιός υποκρινόταν. Το μοναδικό πειραματόζωο ήταν ο «δάσκαλος». Όμως τα αποτελέσματα ήταν αληθινά: Το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων θα υπακούσει και θα βασανίσει –ίσως και θα σκοτώσει- έναν άγνωστο του, αρκεί να δέχεται εντολές από κάποιον με κύρος (στην προκειμένη περίπτωση επιστημονικό) και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι δεν τον βαρύνει η ευθύνη για ό,τι συμβεί –αφού εκείνος «απλά ακολουθούσε τις διαταγές». Και φυσικά οι περισσότεροι από εμάς θα σκεφτούν όταν μάθουν για αυτό το πείραμα: «Εγώ αποκλείεται να έφτανα ως τον τελευταίο μοχλό.»
Όμως δείτε τι συμβαίνει στην κοινωνία μας, κάθε μέρα.
Ο υπάλληλος της ΔΕΗ που δέχεται να κόψει το ρεύμα από έναν άνεργο ή άπορο, ξέροντας ότι έτσι τον ταπεινώνει, τον υποβάλει σε ένα διαρκές βασανιστήριο και πιθανότατα θέτει σε κίνδυνο τη ζωή του, ανήκει στο 65% του τελευταίου μοχλού. Και δεν είναι καθόλου κρυπτοσαδιστής. Απλά ακολουθάει τις εντολές που του έδωσαν.
Ο υπάλληλος του σούπερ-μάρκετ που δίνει το χαλασμένο ψάρι και διαβεβαιώνει ότι είναι φρέσκο δε μισεί το πελάτη, παρότι γνωρίζει ότι μπορεί να πάθει και δηλητηρίαση. Απλώς ακολουθεί εντολές. Ο αστυνομικός ο οποίος ραντίζει με χημικά τους διαδηλωτές δεν είναι κρυπτοσαδιστής. Απλώς κάνει τη δουλειά του. Ο υπάλληλος της εφορίας ή της τράπεζας που υπογράφει την κατάσχεση κάποιου σπιτιού για 1.000 ευρώ χρέος, θα έφτανε ως τον τελευταίο μοχλό στο πείραμα. Γιατί υπακούει.
Ο πολιτικός που υπογράφει το μνημόνιο το οποίο οδηγεί ένα ολόκληρο έθνος στην εξαθλίωση του νεοφιλελευθερισμού θα έφτανε μέχρι τον τελευταίο μοχλό. Και αυτός υπακούει, σε εντολές πολύ πιο ισχυρές από εκείνες του πειραματιστή με την άσπρη φόρμα. Αν όμως δούμε το πείραμα του Μίλγκραμ από την ανθρωπιστική-ηθική του πλευρά (από την πλευρά του 5% που αρνήθηκε να υπακούσει) θα καταλάβουμε ότι κανένας δεν είναι άμοιρος ευθυνών. Αν σε διατάζουν να κάνεις κάτι που προκαλεί κακό στον άλλον, στο συμπολίτη σου, σε έναν μετανάστη, σε έναν άνθρωπο (ή σε ένα ζώο, αλλά αυτό περιπλέκει πολύ τα πράγματα, εφόσον συνεχίζουμε να τρώμε κρέας), πρέπει να αρνηθείς να υπακούσεις. Ακόμα κι αν χάσεις το μπόνους παραγωγικότητας, την προαγωγή, την επανεκλογή, τη δουλειά σου.

Μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να αρνηθούμε να υπακούσουμε στις «μικρές» και καθημερινές εντολές βίας –με τις οποίες οι περισσότεροι ασυνείδητα συμμορφωνόμαστε, μόνο όταν θα είμαστε έτοιμοι να προβούμε σε μια γενικευμένη και μέχρι τέλους πολιτική, κοινωνική, καταναλωτική ανυπακοή, μόνο όταν μάθουμε να συμπεριφερόμαστε ως αυτεξούσιοι άνθρωποι και όχι ως ανεύθυνοι υπάλληλοι, μόνο τότε θα μπορέσουμε να γκρεμίσουμε τη λαίλαπα του νεοφιλελευθερισμού που μας θέλει υπάνθρωπους, υπάκουους και υπόδουλους.
Και μια τελευταία παρατήρηση:
Τα υποκείμενα του πειράματος του Μίλγκραμ, οι εθελοντές φοιτητές, μάθαιναν από εκείνον ποιος ήταν ο στόχος του πειράματος. Μάθαιναν ότι ο «μαθητευόμενος» ήταν ηθοποιός και ότι δεν είχε ποτέ υποστεί ηλεκτροσόκ. Ο Μίλγκραμ το έκανε αυτό για να τους ανακουφίσει, αλλά πέτυχε το ακριβώς αντίθετο. Αυτοί οι άνθρωποι, ειδικά το 65% που είχε φτάσει ως τον τελευταίο μοχλό, πέρασαν την υπόλοιπη ζωή τους κυνηγημένοι από τις Ερινύες της πράξης τους. Γιατί συνειδητοποίησαν ότι δεν ήταν τόσο αθώοι και τόσο «καλοί» όσο ήθελαν να πιστεύουν για τον εαυτό τους.
(Περισσότερα για το πείραμα του Μίλγκραμ μπορείτε να διαβάσετε στο υπέροχο βιβλίο της Lauren Slater: «Το κουτί της ψυχής», από τις εκδόσεις Οξύ, μετάφραση Δέσποινα Αλεξανδρή, 2009)
by Αντικλείδι , http://antikleidi.wordpress.com
Σχετικά άρθρα:

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

Γιά τα παιδιά

Δέκα φράσεις που χρειάζεται να λέμε καθημερινά στα παιδιά

Λέξεις και φράσεις που αξίζει να χρησιμοποιούμε καθημερινά και συστηματικά, ανάλογα με την περίσταση, για να ενισχύσουμε την αυτοπεποίθηση και τον αυτοσεβασμό των παιδιών, καθώς και το πολύτιμο συναίσθημα σύνδεσης και μοιράσματος μέσα στην οικογένεια:
1. “Σ΄ ευχαριστώ! “: Μοιάζει αυτονόητο, αλλά πόσο συχνά ευχαριστούμε τα παιδιά μας, αναγνωρίζοντας την προσπάθειά τους να μας βοηθήσουν; “Σ΄ευχαριστώ που έστρωσες το τραπέζι. Έφτιαξα τη σαλάτα όσο με βοηθούσες”. “Σ΄ευχαριστώ που βρήκες τη χαμένη θήκη του cd μου” κοκ.

2. “Πες μου κι άλλα”: Η φράση – κλειδί για άμεση σύνδεση, χωρίς κριτική και υποδείξεις (τουλάχιστον άμεσα). Δίνει το πράσινο φως για να λυθεί η γλώσσα και ν΄ανοίξει η καρδούλα του παιδιού, που μπορεί να αρχίσει να λέει οτιδήποτε το απασχολεί: από την προπαίδεια που μόλις έμαθε μέχρι το πόσο εντυπωσιακό ήταν το πολύχρωμο κασκόλ της δασκάλας του. Στην πραγματικότητα δεν έχει τόσο σημασία τι θα πει, όσο το να νιώθει άνετα να μιλάει με φυσικό τρόπο για την καθημερινότητα και η οικειότητα που αναπτύσσεται μέσα από μια επικοινωνία που ρέει.

3. “Μπορείς!”: Η λέξη – σφραγίδα που αντανακλά την εμπιστοσύνη μας στο δυναμικό του. Η παρότρυνση του γονιού είναι αυτή που κάνει τη διαφορά όταν το παιδί χρειάζεται ενθάρρυνση για να συνεχίσει την προσπάθεια, για να δοκιμάσει κάτι καινούργιο, για να κάνει το πρώτο βήμα, για να επιμείνει απέναντι στη δυσκολία.

4. “Πώς μπορώ να βοηθήσω;”: Η προθυμία μας να βοηθήσουμε (προσοχή, λέμε απλώς να βοηθήσουμε όχι να κάνουμε τη δουλειά για λογαριασμό του) προσφέρει το πολύτιμο συναίσθημα της υποστήριξης στο παιδί. Το εξοικειώνει επίσης με μια πιο γενναιόδωρη και ακομπλεξάριστη συμπεριφορά που μπορεί να υιοθετήσει το ίδιο απέναντι στους συνομηλίκους του.

5. “Ας βάλουμε όλοι ένα χεράκι για να…..”: συμμαζέψουμε το σπίτι, καθαρίσουμε το δωμάτιο, φυτέψουμε τον κήπο…κοκ. Υπάρχει πιο όμορφος τρόπος για να μάθουν τα παιδιά την αξία της συνεργασίας και της συλλογικότητας, ώστε να γίνονται όλα πιο αποτελεσματικά, πιο εύκολα και πιο γρήγορα;

6. “Τι θα ΄λεγες για μια αγκαλιά;”: Ο πιο γλυκός , άμεσος, υπέροχος τρόπος για να δείξουμε τρυφερότητα, υποστήριξη, αγάπη… Ίσως όσο τα παιδιά μεγαλώνουν να αλλάζει και ο τρόπος που θέλουν να τους εκδηλώνουμε την τρυφερότητά μας: μπορεί να θέλουν αγκαλιά “διαρκείας” ή ένα χτυπηματάκι στην πλάτη ή ένα φιλάκι στο μάγουλο ή μια γρήγορη αγκαλιά…

7. “Παρακαλώ”: Διαχρονική και κλασική λέξη όταν ζητάμε οτιδήποτε από το παιδί. Στο κάτω κάτω δείχνει στοιχειώδη ευγένεια, το χρησιμοποιούμε με τους ξένους, γιατί όχι και με το παιδί μας;

8. “Μπράβο, τα κατάφερες!”: Η λεκτική επιβράβευση από έναν περήφανο γονιό δίνει φτερά στο παιδί για να επιστρατεύσει τις δυνάμεις του και να ανοιχτεί σε νέα επιτεύγματα. Προσοχή: Να λέμε το μπράβο όταν το νιώθουμε πραγματικά και για μια συγκεκριμένη προσπάθεια ή συμπεριφορά. Αν το λέμε με ευκολία για καθετί χάνει την αξία του!

9. “Είναι ώρα για …”: …ύπνο, μελέτη, ξεκούραση, να κλείσει η τηλεόραση κοκ. Είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει ένα σταθερό πλαίσιο μέσα στο οποίο τα παιδιά λειτουργούν και είναι δουλειά του γονιού να το παρέχει και να το τηρεί, ειδικά όταν τα παιδιά είναι ακόμα μικρά.

10. “Σ΄ αγαπώ!”: Δεν αρκεί να το νιώθουμε, χρειάζεται να το λέμε και να το ξαναλέμε! Όσο πιο συχνά λέμε “σ΄αγαπώ” τόσο πιο συχνά το ακούμε και η ζωή γίνεται όλο και πιο όμορφη! Όσο για τα παιδιά, τα θεμέλια της αυτοεκτίμησής τους είναι τα “σ΄αγαπώ”, σε λέξεις και πράξεις, που εισέπραξαν από τους γονείς τους!

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

NLP – Η ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΝΟΥ!

THE ECONOMIST

Έχετε ποτέ αναρωτηθεί εάν υπάρχει κάποια μέθοδος, κάποια μυστική συνταγή που να μπορεί να διασφαλίζει την επίτευξη των στόχων μας; Κι όμως υπάρχει και ονομάζεται NLP.

Αναζητώντας έναν ειδικό του NLP στην Ελλάδα, η έρευνα μας οδήγησε στους δύο μεγαλύτερους οργανισμούς πιστοποίησης του NLP παγκοσμίως, το Association of NLP στην Αγγλία και το American Board of NLP στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο John Stockdale, ο οποίος είναι ο μοναδικός αναγνωρισμένος και πιστοποιημένος στην Ελλάδα από τους δύο αυτούς οργανισμούς, στο επίπεδο του Trainer of NLP and Μaster Coach Trainer of NLP, μιλάει στην Joanna Papachristou για την απεριόριστη δύναμη του ανθρώπινου νου!

JOHN1

Όπως φαντάζομαι κάνουν όλοι που σας γνωρίζουν για πρώτη φορά, η πρώτη μου ερώτηση είναι, τι ακριβώς είναι το NLP;

Κατ’ αρχάς, νομίζω ότι είναι σημαντικό να ξεκινήσουμε με το γεγονός ότι το NLP είναι απλά μία ετικέτα και ως εκ τούτου δεν φανερώνει την πλήρη εικόνα του τι ακριβώς είναι. Τα αρχικά NLP σημαίνουν Neuro Linguistic Programming (Νευρογλωσσικός Προγραμματισμός). Ουσιαστικά τo NLP εξελίχθηκε σαν ένα “Model of Excellence”, η μεθοδολογία του να αριστεύσεις αν θέλετε, για την ανάλυση και αναπαραγωγή της άριστης επίδοσης. Κατά συνέπεια, αξιοποιεί τη γλώσσα και τη στρατηγική του ανθρώπινου νου προκειμένου να μπορούμε να θέτουμε και να πετυχαίνουμε οποιοδήποτε στόχο με συνέπεια. Γενικότερα, το NLP είναι αυτό που θα λέγαμε στα αγγλικά “an attitude”, που μέσω ευρείας γκάμαs συγκεκριμένων τεχνικών και μεθόδων μας προσφέρει μία ολιστική προσέγγιση στο πώς να καλυτερεύσουμε τη ζωή μας.

Και πως λειτουργεί αυτό;

Μαθαίνοντας τον τρόπο με τον οποίο ο νους φιλτράρει, επεξεργάζεται και επικοινωνεί την πληροφορία, το NLP μας επιτρέπει να γνωρίζουμε πώς σκεφτόμαστε, πώς αντιδρούμε και πώς συμπεριφερόμαστε σε καθημερινή βάση, καθώς και τι επιρροή έχει αυτό στους γύρω μας. Συνεπώς, μας παρέχει και τα εργαλεία για να μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε, προς όφελός μας, τα πρότυπα επιτυχίας που υπάρχουν γύρω μας. Μόνο πρόσφατα και μετά από τις επαναστατικές ανακαλύψεις της Κβαντικής Φυσικής και της Νευροεπιστήμης, μπορούμε να εκτιμήσουμε πλήρως τον ρόλο του NLP σαν ένα “εγχειρίδιο χρήσης” του ανθρώπινου μυαλού. Από τη στιγμή που διερευνήσαμε σε βάθος την πραγματική φύση της λειτουργίας του νου και αφού εφαρμόσαμε εξειδικευμένες διαδικασίες και μεθόδους, έχουμε πλέον τη δυνατότητα να ξεκλειδώσουμε τις δυνατότητές μας στην επίτευξη στόχων που πριν θα μας φαίνονταν άπιαστοι.

Από που προήλθε το NLP;

Το NLP δημιουργήθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1970 από τον Dr. John Grinder, τότε καθηγητή της Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια και τον Dr. Richard Bandler, τότε φοιτητή Μαθηματικών και Ψυχολογίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Το κίνητρό τους ήταν η περιέργεια να ερευνήσουν τι ήταν αυτό που εμπόδιζε τους ανθρώπους να κατακτήσουν την επιτυχία στο μέγιστο των δυνατοτήτων τους και να απαντήσουν σε μια απλή αλλά ταυτόχρονα σημαντική ερώτηση “πώς μπορώ να κάνω αυτό που κάνω ακόμα καλύτερα”;
Ξεκίνησαν λοιπόν την προσπάθειά τους να αναπαράγουν τα αποτελέσματα τριών από τους πιο επιτυχημένους επιστήμονες της γενιάς τους: Του Dr. Milton Erickson, ψυχίατρου με ειδίκευση στην ιατρική υπνοθεραπεία, του Dr. Fritz Perls, καθηγητή και ψυχαναλυτή (εφευρέτη του Gestalt Therapy) και της Dr. Virginia Satir, παιδαγωγού, επικοινωνιολόγου και ψυχοθεραπεύτριας. Αυτό που τελικά κατάφεραν ήταν να δημιουργήσουν ένα πρότυπο σύστημα που τους έδωσε τη δυνατότητα να αναπαράγουν και αυτοί παρόμοια αποτελέσματα παρότι δεν είχαν την εξειδίκευση των τριών που προανέφερα. Η μέθοδος αυτή συνδυάζει τα πιο αποτελεσματικές εφαρμογές των επιστημών της Ψυχολογίας, της Παιδαγωγικής, της Επικοινωνίας και εν μέρει της Κβαντικής Φυσικής (που για εκείνη την εποχή ήταν αρκετά αμφιλεγόμενη). Φυσικά, μεγάλη επιρροή και συνεισφορά για τη δημιουργία του NLP είχε επίσης το έργο γνωστών επιστημόνων, όπως οι Gregory Bateson, Carl Jung, Noam Chomsky και ο Karl Pribram μεταξύ άλλων.

Και πού ακριβώς βρίσκει εφαρμογές το NLP;

Καθώς η λίστα είναι σχεδόν ανεξάντλητη, όσο απίστευτο και αν σας φαίνεται, στην πράξη βρίσκει εφαρμογές σε σχεδόν κάθε τομέα της ανθρώπινης συμπεριφοράς και δραστηριότητας. Για να σας δώσω ένα παράδειγμα, στον κόσμο των επιχειρήσεων, το ΝLP έχει εξελιχθεί σε ένα από τα πιο βασικό θεμέλια της σύγχρονης εφαρμογής του coaching, της εκπαίδευσης, της επικοινωνίας και της ανάπτυξης ηγεσίας παγκοσμίως. Επίσης στον τομέα της ιατρικής και της θεραπείας, αλλά και του επαγγελματικού αθλητισμού, των πολύ υψηλών αποδόσεων. Μόλις τον περασμένο χρόνο πάνω από 400 δάσκαλοι και καθηγητές στην Αγγλία έλαβαν μέρος σε ένα πρόγραμμα NLP, χρηματοδοτούμενο από το Βρετανικό Υπουργείο Παιδείας, με στόχο τη βελτίωση του τρόπου επικοινωνίας και διδασκαλίας για την καλύτερη απόδοση των μαθητών τους.

Θα μπορούσατε να μας δώσετε ένα παράδειγμα πώς ακριβώς λειτουργεί;

Κάποιος παλαιότερα με είχε συμβουλεύσει, “απόφυγε να εξηγείς αυτό που μπορεί να δώσεις σαν εμπειρία”. Αντί για παράδειγμα λοιπόν, θα σας έλεγα το εξής: “ότι και να κάνετε, μην σκεφτείτε ένα μπλε δέντρο”!

Εντάξει…

Τι σκεφτήκατε μόλις τώρα;

Ένα μπλε δέντρο!

Μα μόλις τώρα σας είπα να ΜΗΝ σκεφτείτε ένα μπλε δέντρο!

Σωστά! Άθελά μου… αυτό σκέφτηκα!

Αυτό συμβαίνει διότι για να κατανοήσετε αυτό που είπα, το υποσυνείδητο σας έπρεπε, έστω και για κλάσματα δευτερολέπτου, να δημιουργήσει μία εικόνα του αντικειμένου που σας είπα να μην σκεφτείτε… για να ξέρετε τι ακριβώς είναι αυτό το οποίο δεν έπρεπε να σκεφτείτε! Αυτό εξηγείται ως εξής: Το υποσυνείδητο μας δεν έχει φίλτρο να επεξεργαστεί το “αρνητικό” στον λόγο, για παράδειγμα λέξεις όπως το “μην” ή το “δεν”. Έτσι λοιπόν αν κάποιος ξεκινήσει να σας λέει “μην το πάρεις προσωπικά αυτό που θα σου πω, αλλά....” ποιο είναι το πρώτο πράγμα που θα σκεφτείτε;

‘Oτι θα το πάρω προσωπικά και μάλλον ότι δεν θα μου αρέσει αυτό που θα ακούσω.

Ακριβώς. Αυτό σημαίνει ότι κατά πάσα πιθανότητα έχετε ήδη πάρει προσωπικά αυτό που θα ήθελαν να σας πουν... πριν ακόμα σας το πουν. Άρα σκεφτείτε, πόσες φορές στην καθημερινή μας επικοινωνία καταλήγουμε να λέμε ΑΚΡΙΒΩΣ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΜΕ να σκέφτεται ή να κάνει ο συνομιλητής μας. Δυστυχώς με τον ίδιο ακριβώς τρόπο επικοινωνούμε και με τον εαυτό μας. Ένα από τα πρώτα πράγματα λοιπόν που μαθαίνει κανείς στο NLP είναι το πώς να ξεκινά να αλλάζει τον τρόπο που σκέφτεται και συνεπώς επικοινωνεί, τόσο με τον εαυτό του όσο και με τους γύρω του.

Θα χαρακτηρίζατε λοιπόν το NLP περισσότερο ως επιστήμη ή φιλοσοφία;

Θα έλεγα ότι πρακτικά εξελίσσεται περισσότερο σαν ένας τρόπος ζωής, μόλις αρχίσεις να το εξασκείς, που κατά συνέπεια συνδυάζει και τα δύο. Αν θέλετε, σκεφτείτε το NLP σαν την “τέχνη” και την “επιστήμη” του να αριστεύεις, καθώς χρειάζονται και τα δύο για να υπάρξει ισορροπία.

Και πως εξηγείτε αυτόν τον συνδυασμό;

Όπως το “in life we tend to get what we expect”, έτσι και οι περισσότεροι από εμάς έχουμε την τάση να περιορίζουμε τις δυνατότητές μας βασιζόμενοι στο τι πιστεύουμε ότι είναι ή δεν είναι εφικτό για εμάς τους ίδιους. Κάτι που έθεσε πολύ σωστά και ο περίφημος Henry Ford “είτε πιστεύεις ότι μπορείς, είτε πιστεύεις ότι δεν μπορείς …έχεις απόλυτο δίκιο”. Άρα στην περίπτωσή μας ο όρος “τέχνη” έχει να κάνει με το γεγονός ότι καθένας από μας είναι εξ’ ορισμού μοναδικός και συνεπώς θα ερμηνεύσει και θα εκμεταλλευτεί την πληροφορία με τον τρόπο που πιστεύει ότι είναι ο καλύτερος. Κάτω από αυτό το πρίσμα, η “επιστήμη” που διέπει τη μεθοδολογία εξαρτάται απολύτως από τον τρόπο που ο καθένας θα την εφαρμόσει. Άλλωστε, όπως πολύ ωραία το είχε εκφράσει και ο Einstein “η φαντασία είναι πιο σημαντική από την γνώση”, που σημαίνει ότι όποιο όρο και να επιλέξουμε, είτε επιστήμη είτε φιλοσοφία, αυτό που τελικά θα καθορίσει το αποτέλεσμα είναι το πώς προσεγγίζει κανείς το NLP, περισσότερο από το πώς το χαρακτηρίζει ο καθένας.

Πότε ήρθατε σε πρώτη επαφή με το NLP;

H πρώτη φορά ήταν το 1992, όταν ένας καθηγητής πανεπιστημίου μου είχε δανείσει το βιβλίο Unlimited Power, του Anthony Robbins, που είναι βασισμένο σ’ ένα μεγάλο βαθμό στις αρχές του NLP. Εκείνη την εποχή περνούσα μία δύσκολη περίοδο, όπου σκεφτόμουν ακόμα και να διακόψω το Πανεπιστήμιο για λίγο καιρό. Όταν γύρισα από τις διακοπές μου, έχοντας φυσικά διαβάσει το βιβλίο, κατάφερα μέσα σε ελάχιστο χρόνο να ανατρέψω την αρνητική μου διάθεση και να βελτιώσω σημαντικά τους βαθμούς μου. Αισθανόμουν κινητοποιημένος, προσηλωμένος και γεμάτος ενέργεια. Από εκεί ξεκίνησε και η έντονη περιέργειά μου για το τι άλλο μπορεί να καταφέρεις χρησιμοποιώντας τις δυνατότητες του νου σου.

Έχοντας υπόψη τη σημερινή κατάσταση στην Ελλάδα, πού πιστεύετε ότι θα μπορούσε να συμβάλλει το NLP;

Σε πολλούς και διάφορους τομείς και πρώτα από όλα στην παιδεία. Είναι σημαντικό όμως να ξεκινήσουμε από το γεγονός ότι αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα, κυρίως στην οικονομία, δεν είναι και τόσο μοναδικό γεγονός, όπως κάποιοι πιστεύουν. Αρκεί να δει κανείς τι συμβαίνει σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες, όπως και στις ΗΠΑ, όπου η πρόσφατη υποβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητάς της ήταν κάτι που πριν λίγα χρόνια θα ήταν αδιανόητο. Αν σκεφτούμε το ότι “there is no failure, only feedback”, είναι σίγουρο ότι κάποιες από αυτές τις χώρες θα προσαρμοστούν ανάλογα στις δύσκολες συνθήκες που βιώνουν και θα βρουν τον τρόπο να ξεπεράσουν τα όποια εμπόδια έχουν παρουσιαστεί ή θα παρουσιαστούν. Βέβαια, παρότι υπήρχαν άτομα που σίγουρα γνώριζαν ότι η κακή διαχείριση της οικονομίας στην Ελλάδα θα δημιουργούσε σε κάποια στιγμή μία κρίση, οι περισσότεροι από εμάς δεν θα μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε ότι θα ερχόταν τόσο ξαφνικά και σε τέτοια διάσταση. Αυτό λοιπόν που βιώνουμε σήμερα στην Ελλάδα, όσο και παγκοσμίως, είναι ουσιαστικά αυτό που ο Taleb αποκαλεί το φαινόμενο του “Μαύρου Κύκνου”’. Ο “έλεγχος” και κατ’ επέκταση η “σιγουριά” είναι πλασματικές έννοιες, καθώς στην πραγματικότητα κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το τι θα συμβεί από την μια στιγμή στην άλλη. Ως εκ τούτου, το μόνο που μπορείς να ελέγξεις είναι το πως εσύ θα αντιδράσεις σε ότι συμβαίνει γύρω σου. Συνεπώς, από την πλευρά του NLP, το κλειδί για να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες είναι ουσιαστικά η ικανότητα προσαρμογής στο απρόβλεπτο και πώς μπορούμε να εκμεταλλευτούμε αυτές τις προκλήσεις ως “ευκαιρίες” για την προσωπική μας βελτίωση και ανάπτυξη.

Οπότε τι να συμπεράνουμε από αυτό;

Ότι προτού ξεκινήσεις να θέσεις οποιοδήποτε στόχο, πρέπει να λάβεις υπόψη ότι στην ουσία μόνο εσύ μπορείς να πετύχεις τον στόχο σου και κανένας άλλος. Κατ’ επέκταση, όσο αποδίδεις στους άλλους ένα μέρος της ευθύνης για το τι εσύ θέλεις να πετύχεις, θα υπάρχει πάντα κάποιος που θα φταίει, αν τα πράγματα στραβώσουν. Αυτό που επιθυμούμε λοιπόν, το δημιουργούμε πρώτα στο μυαλό και μετά στην πράξη. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα και οι επιλογές που κάνουμε να είναι δικό μας δημιούργημα. Όσο νωρίτερα αποδεχτούμε την πραγματικότητα ότι μόνο εμείς μπορούμε να δημιουργήσουμε την επιτυχία μας, τόσο νωρίτερα θα μπορέσουμε να δράσουμε ανάλογα. Το NLP μας προσφέρει τη μέθοδο και τα εργαλεία για να κάνουμε ακριβώς αυτό.

Πιστεύετε λοιπόν ότι το NLP μπορεί όντως να ενδυναμώσει τους ανθρώπους αυτής της χώρας ώστε να καταφέρουν ακριβώς αυτό που μόλις αναφέρατε;

Τα τελευταία 12 χρόνια είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ με διακεκριμένα στελέχη και αρκετούς οργανισμούς αυτής της χώρας, οι οποίοι μου έδωσαν την πεποίθηση ότι έχουμε και την ικανότητα αλλά και το πάθος για να υπερβούμε τα πρόσφατα εμπόδια. Όπως τα περισσότερα πράγματα στη ζωή έτσι και η οικονομία διανύει κύκλους. Το πώς αντιδράς, διδάσκεσαι και προετοιμάζεσαι για τον επόμενο κύκλο καθορίζει σε ένα μεγάλο βαθμό το πώς θα βγεις από τον τωρινό.

Έχω ακούσει ότι με το ΝLP μπορείς να διαχειριστείς τα αρνητικά συναισθήματα τα οποία σε περιορίζουν, όπως για παράδειγμα ο φόβος και η ανησυχία. Ισχύει αυτό;

Απολύτως. Το “state control”, ο έλεγχος της “συναισθηματικής κατάστασης”, είναι το θεμέλιο αυτού που είναι ευρέως γνωστό ως Peak Performance Coaching, κάτι που είναι δημοφιλές τόσο στα ηγετικά εταιρικά στελέχη και σε παγκόσμιους οργανισμούς όσο και σε επαγγελματίες αθλητές. Διδάσκεται δε, πάνω από 20 χρόνια στον χώρο της Ηγεσίας και της Προσωπικής Ανάπτυξης από κορυφαίους ειδικούς του χώρου, όπως οι Anthony Robbins, Steven Covey, Jack Canfield και διάφοροι άλλοι. ΜΕΣΩ ΤΟΥ NLP ΜΑΘΑΙΝΕΙS ΠΩΣ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΕΙΣ ΑΝΑ ΠΑΣΑ ΣΤΙΓΜΗ ΤΗΝ ΑΡΙΣΤΗ, ΥΨΗΛΩΝ ΕΠΙΔΟΣΕΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ, ΑΝΤΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΡΝΗΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΙΣ. Οι άνθρωποι έχουν την τάση να αντιδρούν βασιζόμενοι κυρίως στο πως “αισθάνονται” ανά πάσα στιγμή. Όταν βρίσκονται σε μία κατάσταση λοιπόν που τους προκαλεί άγχος ή εκνευρισμό, συνήθως αντιδρούν ανάλογα, περιορίζοντας έτσι την ικανότητά τους να δουν τα πράγματα από διαφορετική οπτική γωνία ή να βρουν εναλλακτικές λύσεις που θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν αν ήταν σε μία πιο ήρεμη ή κινητοποιημένη συναισθηματική κατάσταση. Μια από τις πιο σημαντικές παραδοχές του NLP, που έχει καθιερωθεί και σαν αρχή του σύγχρονου coaching, είναι ότι όλοι έχουμε εν δυνάμει τους “πόρους” που χρειαζόμαστε για να πετύχουμε. Αυτό που λείπει στους περισσότερους από εμάς στην καθημερινότητα είναι ο τρόπος του να βρισκόμαστε στην κατάλληλη συναισθηματική κατάσταση για να μπορούμε να εκμεταλλευτούμε και να αντλήσουμε αυτούς του πόρους. Μέσω του NLP, μπορούμε σχετικά εύκολα και γρήγορα να αντικαταστήσουμε αρνητικά συναισθήματα που μας μπλοκάρουν σε κάποιες περιπτώσεις, όπως ο θυμός, με την κατάλληλη συναισθηματική κατάσταση, που θα μας ξεμπλοκάρει για να μπορούμε να πετύχουμε τη μέγιστη απόδοση. Εξάλλου, oι επιτυχημένοι δεν αναγνωρίζουν την λέξη “τύχη”. Aυτό που τους ξεχωρίζει είναι η επιμονή τους στο να μην σταματούν μέχρι να πετύχουν τους στόχους τους. Και αυτό το καταφέρνεις μόνο όταν είσαι στην κατάλληλη συναισθηματική και διανοητική κατάσταση. Όπως λένε και οι Άγγλοι “chance favors the prepared mind”!

Και πως ακριβώς λειτουργεί αυτή η προσέγγιση;

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι οι περισσότεροι από εμάς προτιμούμε να ζούμε εντός των ορίων μίας ζώνης άνεσης. Μολονότι γνωρίζουμε ότι κάποιες από τις συνήθειες ή συμπεριφορές μας, μας εμποδίζουν να πετύχουμε τους στόχους που έχουμε θέσει, προτιμούμε την οικειότητα της αποτυχίας έναντι του αγνώστου αποτελέσματος, με άλλα λόγια της “αλλαγής”. Στο NLP αυτό το ονομάζουμε “δευτερογενές όφελος”. Όσο περίεργο και αν φαίνεται, για τους περισσότερους ανθρώπους ο φόβος του άγνωστου αποτελεί ισχυρότερο εμπόδιο για πρόοδο παρά ο πόνος των επαναλαμβανόμενων αλλά οικείων αποτυχιών. Συνεπώς, οι πλέον πετυχημένοι άνθρωποι, σε οποιοδήποτε πεδίο και αν δραστηριοποιούνται, είναι αυτοί που καταφέρνουν να βρίσκονται με συνέπεια εκτός της ζώνης άνεσης τους, περνώντας έτσι σε ένα άλλο επίπεδο. Όσο δε, λειτουργούμε περισσότερο με αυτόν τον τρόπο, τόσο μετατρέπουμε αυτή τη συμπεριφορά σε δομικό στοιχείο της προσωπικότητάς μας. Μέσω του NLP μαθαίνειs πώς να επιστρατεύεις ανά πάσα στιγμή την άριστη, υψηλών επιδόσεων κατάσταση, αντί για τις αρνητικές συναισθηματικές καταστάσεις που αναφέραμε πριν. Εφόσον μάθεις το πώς, αρχίζεις άμεσα να παρατηρείς σημαντικές βελτιώσεις σε όλους τους τομείς της ζωής σου. Καταλαβαίνω βέβαια πως κάτι τέτοιο ακούγεται κάπως απίστευτο για να είναι αληθινό και όμως είναι! Δεν σημαίνει ότι θα είναι πάντα εύκολο βέβαια και όπως όλα στην ζωή χρειάζεται και αυτό εξάσκηση, είναι όμως πολύ απλό, μόλις μάθεις το “πώς”.

Τι είναι αυτό που σας ώθησε να παραδίδετε σεμινάρια NLP και στην Ελλάδα;

Πριν από μερικά χρόνια σε μια συζήτηση που είχα με τον David Shephard, ιδρυτή της Performance Partnership στο Λονδίνο, με τον οποίο είχα ολοκληρώσει και την εκπαίδευσή μου, άρχισα να μιλάω για το πώς θα μπορούσαμε να προσφέρουμε πανομοιότυπα με το Λονδίνο προγράμματα και στην Ελλάδα. Έχοντας ήδη αφιερώσει σημαντικό χρόνο πηγαινοερχόμενος στο Λονδίνο, πρώτα για εκπαίδευση και μετά για δουλειά, σκέφτηκα ότι θα ήταν μια καταπληκτική ευκαιρία για κάποιον στην Ελλάδα να μπορεί να παρακολουθήσει τέτοιου επιπέδου σεμινάρια, χωρίς να χρειαστεί να θυσιάσει τον χρόνο και τα έξοδα ενός ταξιδιού στο εξωτερικό. Έτσι λοιπόν, τον Μάιο του 2009, οργανώσαμε το πρώτο επταήμερο NLP Practitioner Certification πρόγραμμα, με οπτικοακουστικό υλικό, στην Ελλάδα, που είναι αναγνωρισμένα από τους οργανισμούς ANLP και ABNLP. Η αρχική μου σκέψη ήταν να παραδίδουμε αυτού του τύπου σεμιναρίου μία φορά το χρόνο, καθότι είναι ένα αρκετά εντατικό πρόγραμμα και παραδίδεται στα Αγγλικά. Εντούτοις πρέπει να παραδεχτώ ότι η υποδοχή του πρώτου σεμιναρίου μας ώθησε να οργανώσαμε τελικά τρία NLP Practitioner εκείνη τη χρονιά, καθώς και να εντάξουμε στο πρόγραμμά μας και τα υπόλοιπα εκπαιδευτικά προγράμματα που στηρίζονται στο NLP.

Ποιος θα λέγατε ότι είναι ο καλύτερος τρόπος να μάθει κανείς NLP;

Μπορεί κανείς να γνωρίσει κάποιες σημαντικές αρχές και πρακτικές του NLP μέσα από βιβλία, όπως ξεκίνησα και εγώ, από ενημερωτικές ημερίδες ή εκπαιδεύσεις και φυσικά από ένα πρόγραμμα coaching βασισμένο στο NLP. Ωστόσο, για την απόκτηση της πιο ολοκληρωμένης γνώσης και αποτελεσματικής πρακτικής εφαρμογής του NLP θα ήταν καλύτερα να συμμετάσχει σ’ ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα πιστοποίησης NLP, ξεκινώντας από το επίπεδο του Practitioner. Εκεί είναι που η θεωρία μετατρέπεται σε πράξη και αρχίζει η ουσιαστική εμπέδωση της στάσης του NLP, καθώς και των διαφόρων εργαλείων και μεθόδων που χρησιμοποιούνται. Στη συνέχεια βέβαια, μπορεί κανείς να προχωρήσει και σε πιο εξελιγμένα στάδια, όπως Master Practitioner και Master Coach, καθώς και Trainer και Master Trainer.

Ποιο θα λέγατε ότι είναι το μεγαλύτερο όφελος που έχετε αποκομίσει από το NLP μέχρι στιγμής;

Ενδιαφέρουσα ερώτηση και δύσκολη….. γιατί υπάρχουν τόσα πολλά! Θα έλεγα ότι πέρα από την τεράστια διαφορά που είδα στην αποτελεσματικότητα της επικοινωνίας μου, το μεγαλύτερο όφελος που μου έχει προσφέρει το NLP είναι η ικανότητα να κατανοώ το τι είναι “ακριβώς” αυτό που θέλω, και προπαντός τη γνώση ότι η επιτυχία αυτού είναι στα χέρια μου. Σε ένα μεγάλο βαθμό, μου επέτρεψε ουσιαστικά να γίνω coach του εαυτού μου. Βέβαια, η εμπειρία μας διδάσκει ότι τελικά όση περισσότερη γνώση αποκτάς, τόσο περισσότερο αντιλαμβάνεσαι το πόσο λίγα πραγματικά ξέρεις!

Joanna Papachristou, THE ECONOMIST

John Stockdale 
 
      JOHN2
Master Coach & Trainer of NLP
32, Artemidos & Filadelfeos St.
Kefalari-Kifissia 145 62, Athens, Greece
tel:210 623 6910 or 6920
fax:
210 623 3340
email:
john@stockdaleconsultants.com