Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολιτισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

ΤΟ ΑΔΕΙΟ ΜΟΥΣΕΙΟ.

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΔΗΜΟΥ.

Επισκέφθηκα σήμερα το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης, αλλά δεν το χάρηκα. Αντίθετα, σφίχτηκε η καρδιά μου.

Όλο αυτό το Μουσείο είναι ένα μεγάλο παράπονο.

Ένα μουσείο της απουσίας – κι όχι της παρουσίας. Τα εκθέματα που λείπουν έχουν εντονότερη παρουσία από εκείνα που υπάρχουν. Τα μεγάλα λευκά κενά, τα ψυχρά άσπρα τετράγωνα που, ενώ απεικονίζουν (έστω και σε αντίγραφο), δεν «γράφουν». Μένει μόνο η εικόνα του κενού.

Στους πρώτους ορόφους λειτουργεί σαν μουσείο. Ωραία εκθέματα, αρχαϊκά, κλασικά, ελληνιστικά ακόμα και ρωμαϊκά, σωστά τοποθετημένα και φωτισμένα, πλουτίζουν τα μάτια. Αλλά ο τελευταίος όροφος είναι σκέτη τραγωδία. Νεκροταφείο και μνημόσυνο απόντων...

Σάββατο 17 Μαρτίου 2012

Ε.Μ.Α.


Η Ελένη Μπούκουρα-Αλταμούρα υπήρξε κορυφαία ζωγράφος του 19ου αιώνα, της οποίας η ζωή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μυθιστορηματική, περιπετειώδης και, συνάμα, τραγική. Γεννήθηκε στις Σπέτσες το 1821. Ήταν κόρη του Ιωάννη Γ. Μπούκουρη, τολμηρού θαλασσοπόρου και γενναιόδωρου πατριώτη, και της Μαρίας. Ο πατέρας της υπήρξε πολύτιμος αρωγός στις προσπάθειές της, καθώς ήταν ευαίσθητος άνθρωπος, με καλλιτεχνικές ευαισθησίες, ευρύτητα και ανεξαρτησία πνεύματος.
Εκείνος ήταν που προσέλαβε το Raffaelo Ceccoli, ο οποίος βρισκόταν από το 1843 στην Αθήνα, για να κάνει μαθήματα ζωγραφικής στην Ελένη. Η διδασκαλία του Ceccoli, αν και συστηματική, δεν άφηνε αρκετά περιθώρια προσωπικής έκφρασης και δημιουργίας, εξαιτίας του ακαδημαϊκού προσανατολισμού της. Η καλλιτέχνις, που επιθυμούσε διακαώς να πραγματοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το όνειρό της, αποφάσισε, με τη συγκατάθεση του πατέρα της, να σπουδάσει ζωγραφική στην Ιταλία. Η δύναμη της θέλησής της έγινε ακόμη περισσότερο εμφανής όταν, προκειμένου να ξεπεράσει το σοβαρό εμπόδιο που έθεταν οι Ακαδημίες Τέχνης της Ιταλίας απαγορεύοντας τη φοίτηση στις γυναίκες, δε δίστασε να μεταμφιεστεί σε νεαρό σπουδαστή με το όνομα Χρυσίνης Μπούκουρης. Η απόφαση αυτή της έδωσε τη δυνατότητα να φοιτήσει στην Καλλιτεχνική Ακαδημία της Ρώμης, ειδικότερα στις τάξεις του γυμνού και της ανατομίας. Ανάλογες συνθήκες βέβαια επικρατούσαν και στην υπόλοιπη Ευρώπη, όπου πολλές γυναίκες έπαιρναν ανδρικό ψευδώνυμο για να προβάλλουν τα έργα τους, όπως η δούκισσα Castiglionecello.
Με αυτή τη μεταμφίεση έζησε πάνω από τέσσερα χρόνια , διάστημα κατά το οποίο είχε την ευκαιρία να ταξιδέψει σε διάφορες περιοχές της Ιταλίας, όπου κρατούσε με συνέπεια σχεδιαστικές σημειώσεις. Τα σχέδια αυτά συγκεντρώθηκαν από την ίδια σε λευκώματα, όπως αυτό που επέγραφε ?Studi fatti a Perugia ed a Assisi?, μέσα στο οποίο περιέχονταν αντιγραφές από τα έργα του Giotto, του Perugino, του Andrea del Sarto και άλλων, αλλά και αρχιτεκτονικά σχέδια, σχέδια αγγείων και νομισμάτων. Μετά τη Ρώμη, η Μπούκουρα φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Νάπολης. Εκεί, ανάμεσα σε αυτήν και τον καθηγητή της Saverio Altamura αναπτύχθηκε μια θερμή φιλία, η οποία μετά την αποκάλυψη της ταυτότητάς της, μετατράπηκε σε έρωτα και, τελικώς, σε γάμο, το 1852. Με τον Altamura απέκτησε τρία παιδιά, τον Ιωάννη (1852-1878), μετέπειτα περίφημο θαλασσογράφο, τη Σοφία (1854) και τον Αλέξανδρο(1855). Δυστυχώς, το 1857 ο σύζυγός της την εγκατέλειψε κι έφυγε με την ερωμένη του, την Αγγλίδα φίλη της ζωγράφο Τζέιν Χέυ, παίρνοντας μαζί του το μικρότερο γιο τους. Η Ελένη επέστρεψε τότε στην Ελλάδα με τα άλλα δύο παιδιά της, τον Ιωάννη και τη Σοφία.
Εγκαταστάθηκε αμέσως στην Πλάκα, όπου άσκησε επαγγελματικά πια τη ζωγραφική και έγινε δεκτή από την ανώτερη κοινωνία της Αθήνας. Το 1859 και το 1870 εξελέγη, μαζί με τον Νικηφόρο Λύτρα, μέλος της επιτροπής των Ολυμπίων και μελος της εξεταστικής επιτροπής του Καλλιτεχνικού Τμήματος του Πολυτεχνείου με τους Αλέξανδρο Ραγκαβή, Γεώργιο Μαργαρίτη, Ερνέστο Τσίλλερ και Γεράσιμο Μαυρογιάννη. Κατά το διάστημα 1863-1865, δίδαξε, επίσης, ζωγραφική στις εξωτερικές μαθήτριες του Αρσακείου, ενώ ο κύκλος των μαθητριών της είχε αρκετά διευρυνθεί περιλαμβάνοντας και τη νεαρή βασίλισσα Όλγα. Οικονομικά ανεξάρτητη, ασκώντας την τέχνη της ως επάγγελμα και απολαμβάνοντας τη γενική εκτίμηση, η Ελένη Αλταμούρα έζησε επί είκοσι χρόνια μια ζωή που ελάχιστες γυναίκες της εποχής της είχαν τη δυνατότητα να γνωρίσουν. Οι πίνακές της πωλούνταν έναντι σεβαστού ποσού και συνεργαζόταν με γνωστούς ζωγράφους της εποχής.
Παράλληλα με την επαγγελματική της επιτυχία, η Μπούκουρα ήταν μία αφοσιωμένη μητέρα που παρακολουθούσε με περηφάνεια τη σταδιοδρομία των παιδιών της. Ο γιος της Ιωάννης, μετά από σπουδές στο Σχολείο των Τεχνών και στην Ακαδημία της Κοπεγχάγης, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα (1874) παρουσιάζοντας εξαιρετικά δείγματα της τέχνης του, που τον καθιέρωσαν ως έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες ζωγράφους που ασχολήθηκαν με τη θαλασσογραφία.
Οι όμορφες μέρες για την Ελένη είχαν αρχίσει εκείνο το διάστημα να τελειώνουν, καθώς το 1872 η κόρη της αρρώστησε από φυματίωση και, με την ελπίδα διαβίωσης σε πιο υγιές κλίμα, οι δύο γυναίκες μετακόμισαν στο πατρικό σπίτι των Σπετσών. Τελικά, η Σοφία πέθανε το 1874, σε ηλικία μόλις 20 ετών. Εκεί εγκαταστάθηκε λίγο μετά την επιστροφή του από την Κοπεγχάγη και ο Ιωάννης, όπου πέθανε και αυτός προσβεβλημένος από την ίδια αρρώστια, το 1878.
Η επίδραση των αλλεπάλληλων θανάτων των παιδιών της υπήρξε κυριολεκτικά συντριπτική για τη ζωή και το έργο της καλλιτέχνιδος. Η κορύφωση του δράματος συντελέστηκε, όταν σε μία τρομακτική έκρηξη της μητρικής οδύνης, έκαψε τα καλύτερά της έργα στην αυλή του σπιτιού της. Έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής της σαν ερημίτης και η γενικά ιδιόρρυθμη συμπεριφορά της τροφοδοτούσε ποικίλα σχόλια στη μικρή κοινωνία του νησιού, η οποία συνοδευόταν με διάφορες σχετικές διηγήσεις.
Το 1890, η διευθύντρια της Εφημερίδος των Κυριών, Καλλιρρόη Παρρέν, διέκοψε την απομόνωσή της όταν την επισκέφθηκε για να της πάρει συνέντευξη και την πήρε για λίγες μέρες μαζί της στην Αθήνα. Πέθανε σχεδόν άγνωστη στις 19 Μαρτίου 1900 και κηδεύτηκε στο κοιμητήριο της Αγίας Άννας των Σπετσών.
Η Ελένη Αλταμούρα υπήρξε, ίσως, η πρώτη γυναίκα της νεώτερης Ελλάδας που ξεπέρασε με τόλμη τις δυσκολίες ενός κατεστημένου και βρέθηκε αντιμέτωπη με τον «πόθο» της δημιουργίας. Η τραγική ζωή της έγινε το θέμα ενός μυθιστορήματος: «Ελένη ή ο κανένας» της Ρέας Γαλανάκη, Εκδόσεις Άγρα, 1998, κι ενός θεατρικού έργου: «Ελένη Αλταμούρα» του Κώστα Ασημακόπουλου, Εκδόσεις Δωδώνη, 2005.
Παρά τις λεπτομερείς βιογραφικές πληροφορίες για τη ζωγράφο, που διέσωσαν η Καλλιρόη Παρρέν και η Αθηνά Ταρσούλη, το ζωγραφικό της έργο παραμένει άγνωστο, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Ανάμεσα σε αυτές είναι η Απελπισία με το οποίο η ζωγράφος, με το όνομα Χρυσίνης Μπούκουρης, πήρε μέρος στο διαγωνισμό της σχολής που φοιτούσε στην Ιταλία. Αναφέρεται ότι για το συγκεκριμένο έργο της προτάθηκε υψηλή αμοιβή, εκείνη, όμως, προτίμησε να το στείλει στον πατέρα της με ιδιόχειρη αφιέρωση. Αν και πρόκειται για πρώιμη προσπάθεια, αποκαλύπτει ορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία της καλλιτεχνικής προσωπικότητας και των αναζητήσεών της. Ο συμβολισμός της απελπισίας, δείγμα ρομαντικής διάθεσης, αποδίδεται με νεοκλασική αντίληψη. Η κλειστή, συσπειρωμένη σχεδόν γύρω από τον άξονά της φόρμα του γυναικείου σώματος και το στυλιζάρισμα των ανεμισμένων μαλλιών και των πτυχώσεων του χιτώνα, αποπνέουν μία ελεγχόμενη δραματικότητα και αποκαλύπτουν μία σειρά από συναισθηματικές καταστάσεις που κυμαίνονται ανάμεσα στην εγκαρτέρηση, τη θλίψη και τον τρόμο.
"Απελπισία"
Στην ίδια περίοδο αποδίδεται και το έργο Αυτοπροσωπογραφία. Εικονίζεται η ίδια με σκούρο φόρεμα να ζωγραφίζει αφοσιωμένη μπροστά στο καβαλέτο. Χαρακτηριστική είναι η συγκρατημένη έκφραση, χωρίς ίχνος θεατρικής πόζας, καθώς και η λιτότητα στο σχέδιο.
Δυστυχώς, οι πληροφορίες που έχουμε για τα έργα που ακολούθησαν είναι εξαιρετικά ελάχιστες και, ως ένα βαθμό, έχουν υποκειμενικό χαρακτήρα· ειδικότερα της περιόδου 1857-1874 κατά την οποία η καλλιτέχνις έζησε και εργάστηκε στην Αθήνα. Συμπερασματικά, θα μπορούσαμε να υπογραμμίσουμε πως κινήθηκε στα πλαίσια των νεοκλασικών κατευθύνσεων που διδάχθηκε στην Ιταλία χρησιμοποιώντας, παράλληλα, το ρομαντικό στοιχείο στη σύλληψη των έργων, τα οποία, τελικώς, φέρουν έντονη τη σφραγίδα του προσωπικού της δράματος.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
  • Γαλανάκη Ρ., Ελένη, ή ο κανένας, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1998.
  • Γεωργιάδου-Κούντουρα Ευθ., « Η γυναίκα στη νεοελληνική ζωγραφική του ΙΘ' αιώνα».
  • Κενά στην ιστορία της τέχνης : γυναίκες δημιουργοί : Συμπόσιο που διοργανώθηκε στην Αθήνα τον Νοέμβριο 1990, από την Ομάδα Τέχνης 4+, Εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα 1993.
  • Χελιώτη-Σχολινάκη Χ., Ελληνίδες ζωγράφοι 1800-1922, Αθήνα 1990.
Αυτοπροσωπογραφία




Τετάρτη 14 Μαρτίου 2012

«Αναζητώ το Χρυσάφι του Χρόνου»


Αντρέ Μπρετόν: «Ο Άνθρωπος είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση»


 «Αναζητώ το Χρυσάφι του Χρόνου», του Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη


Στην ιστορία της Τέχνης, όπως άλλωστε και της επιστήμης, υπάρχουν εκείνοι που αρνούνται να προσηλωθούν σε οτιδήποτε άλλο πέρα από την άρδην και ριζική αλλαγή των κανόνων του παιχνιδιού, από το εκ νέου ανακάτεμα της τράπουλας, από την μεθοδική και ποιητική επιμονή τους να δράσουν και να δημιουργήσουν έτσι ούτως ώστε, μετά το πέρασμά τους, τίποτε να μην είναι όπως ήταν πριν. Φυσικά, ο βίος τέτοιων ανθρώπων είναι, συνήθως, περιπετειώδης, είναι μια εύοσμη γιρλάντα γεγονότων που οδηγούν σε απόλυτους έρωτες, σε πανίσχυρες φιλίες, σε ακαριαίες ρήξεις. Είναι βίος όλος βία, αλλά και βίος κοσμημένος πάντα από το αστέρι της ευγένειας.

«Είμαι βίαιος γιατί μονάχα θέλω να είμαι ευγενής», έλεγε άλλωστε ο Άμλετ του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, και, «Φοβερός μονάχα από μειλιχιότητα», επαναλάμβανε, με τον δικό του τρόπο, ο Νίκος Καρούζος. Ο Αντρέ Μπρετόν έζησε και έδρασε πεισματικά εμμένοντας στη μέριμνά του να διευρύνει τα όρια της ποίησης, να επιφέρει μιαν εκρηκτική ένωση σχεδόν όλων των τεχνών και, ακόμα πιο σημαντικό, να θέσει τις τέχνες στην υπηρεσία της ελευθερίας, προτείνοντας και προωθώντας με πάμπολλα μέσα το «πάντρεμα» της καλλιτεχνικής πρωτοπορίας με την εμπροσθοφυλακή της επανάστασης. Και κατάφερε πολλά!

Γεννημένος σε μια μικρή πόλη της Βρετάνης, τη νύχτα ανάμεσα στην 18η και 19η Φεβρουαρίου του 1896, ο Αντρέ Μπρετόν διέσχισε τον 20ό αιώνα, όπως διέσχισε και τον πλανήτη, κομίζοντας από την πρώτη του νιότη έως την τελευταία του πνοή το πολύπτυχο μήνυμα της ανατροπής. Με ορμητήριο το Παρίσι, όπου πήγε από νεαρός να εγκατασταθεί, δεν κουράστηκε να εξαπολύει απανωτές επιθέσεις σε κάθε λογής σύμβαση και να εφορμά σε μέχρι τότε απόρθητα οχυρά πεποιθήσεων, αξιών, εθίμων και ηθών.

Αποτελεί ένα από τα λίγα, μα τόσο πειστικά και εμπρηστικά, παραδείγματα του πού μπορεί να οδηγήσει η παθιασμένη ενασχόληση με τη γλώσσα όταν αρχίσει να υπερβαίνει κάποια καθιερωμένα όρια και πεδία. Φοιτητής την ιατρικής, μεσούντος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, θα έρθει σε επαφή με τις ρηξικέλευθες αναλύσεις του Ζίγκμουντ Φρόιντ, η απελευθερωτική δύναμη των οποίων θα αποτελέσει έναν από τους τρεις στύλους της σοφίας αυτού του πολυσχιδούς καλλιτέχνη και επαναστάτη. Οι άλλοι δύο θα είναι η διαλεκτική του Γκέοργκ Φρίντριχ Χέγκελ και η εξεγερμένη λαλιά των λεγόμενων καταραμένων ποιητών, του Ιζιντόρ Ντυκάς, του Αρθούρου Ρεμπώ, του Καρόλου Μπωντλέρ. Καθοριστικές θα είναι επίσης, πέρα από τις πρώτες του μελέτες, και οι πρώτες του γνωριμίες.

Η ζωή και η τέχνη από νωρίς αρχίζουν, στην περίπτωση του Μπρετόν, να βαδίζουνε μαζί στην ίδια γόνιμη ατραπό. Το 1917 γνωρίζει, λοιπόν, τον επίσης φοιτητή ιατρικής Λουί Αραγκόν, που έμελλε να γίνει μια από τις σημαντικές, και λίαν αμφιλεγόμενες, καλλιτεχνικές προσωπικότητες της Γαλλίας, ενώ την προηγούμενη χρονιά είχε συναντηθεί με τον Ζακ Βασέ, έναν εξαίσιο εκκεντρικό τυχοδιώκτη που τις μέρες δούλευε χαμάλης στις αποβάθρες ενώ τις νύχτες γοήτευε και αναστάτωνε το Παρίσι ντυμένος υπερβολικά κομψά και φερόμενος με μιαν ακραία ποιητική ιδιορρυθμία. Ο Βασέ ήταν, όπως και ο Αρθούρος Κραβάν, ένας από τους πρωτεργάτες της αναγόρευσης της ζωής σε Όγδοη Τέχνη, ζώντας γρήγορα, παράφορα και μες στην αχλή ενός ανησυχαστικού θρύλου.

Ταχύτατα, ο Μπρετόν συνάπτει σχέσεις με την αφρόκρεμα της παριζιάνικης διανόησης, σχέσεις που δεν θα έμεναν σε μιαν απλή κοσμική ή και καλλιτεχνική ανταλλαγή ιδεών και αβροτήτων αλλά δεν θα αργούσαν να οδηγήσουν στην ίδρυση ενός από τα πιο καταλυτικά κινήματα του περασμένου αιώνα. Συνδέεται φιλικά με τον μεγάλο ποιητή Γκιγιόμ Απολλιναίρ, δημιουργό του πρώτου υπερρεαλιστικού δράματος με τίτλο «Οι μαστοί του Τειρεσία», και με τους νεαρούς ποιητές Πολ Ελιάρ και Φιλίπ Σουπώ, με τους οποίους συγκροτεί τον πυρήνα αυτού που έμελλε να μείνει στην ιστορία ως Υπερρεαλισμός. Από την αρχή κιόλας, ο Μπρετόν απορρίπτει τα σουσούμια του μοναχικού ποιητή και του δημιουργού που μένει κλεισμένος στον φιλντισένιο πύργο του. Δείχνει μιαν ιδιαίτερη προτίμηση για τις συλλογικές δραστηριότητες και παρεμβάσεις, μια προτίμηση που δεν εγκατέλειψε ποτέ.

Ήδη το 1919, συνθέτει μαζί με τον Σουπώ τα πρωτοποριακά «Μαγνητικά Πεδία», ένα κολάζ πεζών, ποιημάτων και αλλόκοτων αφορισμών όπου την πρωτοκαθεδρία έχει η απολύτως ελεύθερη έκφραση, ακόμα και η καταγραφή παράλογων, τρελών, ξέφρενων σκέψεων που, ενώ φαινομενικά απομακρύνονται από την ποίηση όπως την ξέραμε, στην ουσία αποθεώνουν την ποιητική έκφανση της σκέψης και της ζωής. Στα «Μαγνητικά Πεδία» συναντάμε φράσεις-κλειδιά τόσο για την μετέπειτα εξέλιξη του Μπρετόν όσο και για το σύνολο της αβανγκάρντ του 20ού αιώνα, φράσεις όπως «Η λησμονιά είναι η πιο φλογερή λαχτάρα». Διόλου τυχαίο δεν είναι ότι η πρώτη επίσημη (αλλά επί δεκαετίες κρυφή!) διακήρυξη των situationnistes, των καταστασιακών του Γκι Ντεμπόρ, σύμφωνα με την οποία «Η λήθη είναι το κυρίαρχο πάθος μας», αποτελεί μια ηχώ αυτής της ρήσης του Μπρετόν.

Ο Μπρετόν και οι φίλοι του θα προσχωρήσουν στο ανατρεπτικό κίνημα Νταντά, θα αντλήσουν ό,τι ισχυρότερο είχε να δώσει, και θα το οδηγήσουν στην εκκωφαντική του διάλυση για να προχωρήσουν στην ίδρυση του Υπερρεαλισμού. Ο Μπρετόν κρίνει στρατηγικά ότι είχε φτάσει η στιγμή του περάσματος από την μηδενιστική άρνηση που πρέσβευε το Νταντά στην συνεκτική θέση, από την δέουσα τότε κονιορτοποίηση των άκαμπτων πεποιθήσεων στη συγκρότηση ενός νέου έμπρακτου ηθικοαισθητικού προτάγματος, από την καταβαράθρωση ενός συστήματος πεπαλαιωμένων και οικτρά διαψευσμένων αξιών στην περιπέτεια της επινόησης και της διάδοσης αξιών που εμπνέονται από τον έρωτα της ελευθερίας και την ελευθερία του έρωτα, από τη λυτρωτική ενδοσκόπηση, από τη συλλογική δράση και από τον γόνιμο ανθρωποκεντρισμό. Ακόμη λάμπει η ρήση: «Ο Άνθρωπος είναι η απάντηση όποια κι αν είναι η ερώτηση».

Ακόμη μένει επίκαιρο το μέλημα του Μπρετόν για την «αποστολή της εδραίωσης της αλήθειας στον κόσμο». Ακόμη ισχύει, και κλείνεται ξανά και ξανά, το μεγάλο ραντεβού του Υπερρεαλισμού με την Ιστορία: «Ναι, αυτό είναι το εγχείρημά μας. Το Όνειρο και η Επανάσταση είναι φτιαγμένα για να συμμαχήσουν, όχι για να αποκλείσουν το ένα το άλλο. Να ονειρεύεσαι την Επανάσταση δεν σημαίνει ‘ότι την αποποιείσαι, αλλά ότι την κάνεις διπλά και δίχως νοητικές επιφυλάξεις». Φυσικά, ο ποιητής μας δεν παραλείπει να ερωτευτεί και να υμνήσει τον έρωτα, τον οποίο και θεωρεί αείζωο σύμμαχο της επανάστασης. Σε όλη του τη ζωή ερωτευόταν και τον ερωτεύονταν. Παρέμεινε προσηλωμένος σε ένα αυτοσχέδιο είδος σειραϊκής πολυγαμίας, που σημαίνει ότι έμενε αδιάλλακτα πιστός στην εκάστοτε καλλονή που τον συνάρπαζε και τον συντρόφευε, αλλά μονάχα ενόσω διαρκούσε η υπέροχη παραφορά του έρωτα.

Μόλις άρχιζε να σβήνει η φλόγα, δεν δίσταζε να απομακρυνθεί και να την αναζητήσει αλλού. Η Σιμόν Καν, η Σουζάν Μουζάρ η Ζακλίν Λαμπά, η Ελίζα Μπίνχοφ, μεταξύ άλλων, όλες ευειδέστατες, περίκομψες και με τη στόφα της Μούσας να φέγγει μέσα τους και γύρω τους, συντρόφεψαν τον Μπρετόν στις περιπέτειές του και απόλαυσαν το δώρο του ρόδου που είναι ο Απόλυτος Έρως. Ο Μπρετόν εξάλλου υπογράφει την περιλάλητη Νατζά και τον Τρελό Έρωτα, δύο από τα πλέον λυρικά και νοήμονα και αισθαντικά ντοκουμέντα για την λυτρωτική λάμψη του Ίμερου, και βέβαια την «Ελεύθερη Ένωση», αναμφιβόλως το απόλυτο απολυτίκιο των ερωτευμένων. «Η γυναίκα μου με γλουτούς από αμμόλιθο και αμίαντο/ Η γυναίκα μου με γλουτούς ράχης κύκνου/ Η γυναίκα μου με ανοιξιάτικους γλουτούς/ Με φύλο γλαδιόλας/ Η γυναίκα μου με φύλο κοιτάσματος χρυσού και ορνιθορύγχου/ Η γυναίκα μου με φύλο από φύκια και παλιές καραμέλες/ Η γυναίκα μου με φύλο από καθρέφτη/ Η γυναίκα μου με μάτια γεμάτα δάκρυα/ Με μάτια μενεξεδένιας πανοπλίας και μαγνητικής βελόνας/ Η γυναίκα μου με μάτια σαβάνας/ Η γυναίκα μου με μάτια νερό για να πίνεις στη φυλακή/ Η γυναίκα μου με μάτια από ξύλο πάντα κάτω απ’ το τσεκούρι/ Με μάτια της στάθμης του νερού του επιπέδου του αέρα της γης και της φωτιάς».

Η ερωτοτροπία του Μπρετόν με την επανάσταση θα τον οδηγήσει αρχικά στο Κομμουνιστικό Κόμμα, από το οποίο όντως δεν άργησε να αποχωρήσει, και στη συνέχεια σε μια κρίσιμη συνάντηση με τον τροτσκισμό, και με τον ίδιο τον Λέοντα Τρότσκι. Ο Μπρετόν, υπέρμαχος πάντα μιας απόλυτης ηθικής και προικισμένος με σπάνια πολιτική διορατικότητα και με κρυστάλλινη διαύγεια, θα είναι από τους πρώτους που καταδίκασαν τις διαβόητες δίκες της Μόσχας, καθώς και το επαίσχυντο γερμανοσοβιετικό σύμφωνο μη επιθέσεως, ενώ θα σταθεί γενναιόψυχα στο πλευρό των τροτσκιστών και των αναρχικών στη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου. Πέρα από τους δρόμους που άνοιξε στην τέχνη, ο μεγάλος αυτός άντρας, μπόρεσε να ανοίξει και λεωφόρους στην επανάσταση. Μεγάλο μέρος του Μάη του 68 αντλεί την έμπνευσή του από θέσεις και ρήσεις του Αντρέ Μπρετόν, ενώ το λεγόμενο κίνημα για την υπέρβαση της τέχνης και την πραγμάτωσή της στο πεδίο της καθημερινής ζωής όφειλε τη θαυμαστή ύπαρξή του στους μεθοδικούς πειραματισμούς και στη στάση που κράτησε ο Μπρετόν απέναντι στα κυρίαρχα πρότυπα των καιρών του. «Η επανάσταση μόνη δημιουργός του φωτός», θα γράψει ο ιδρυτής του Υπερρεαλισμού στο συγκλονιστικό του κείμενο Αρκάνα 17.

«Κι αυτό το φως μπορεί να αναγνωρίσει μόνο τρεις δρόμους: την ποίηση, την ελευθερία, και τον έρωτα, και πρέπει να εμπνέουν τον ίδιο ζήλο και να συγκλίνουν, ώστε να συγκροτήσουν το ίδιο περίγραμμα της αιώνιας νεότητος, στο πιο μυστικό κι αφώτιστο σημείο της καρδιάς του ανθρώπου». Ακάματος τελάλης της τόλμης και της τελείωσης του ανθρώπου μέσα από την φιλοσοφία, την ποίηση και την περιπέτεια, ο Μπρετόν δεν θα σταματήσει να ταξιδεύει στα πέρατα της γης για να διαδώσει τις ιδέες του, πάντα αντλούμενες από την πράξη και πάντα επιστρέφοντας στη δράση, για να ενθαρρύνει ταλαντούχους εραστές της ζωής να εκφραστούν και να πειραματιστούν κι άλλο. Από το Παρίσι στη Μασσαλία, κι από τον γαλλικό νότο στη Νέα Υόρκη, κι από κει στην Τενερίφη, στην Πράγα, στις Αντίλλες. Μάλιστα, κι αυτό είναι ακόμα ένα ωραίο πειστήριο του πόσο επικίνδυνη μπορεί να είναι η ελεύθερη ποίηση για τους κρατούντες, μια επίσκεψή του στην Αϊτή, το 1945, για κάποιες διαλέξεις έγινε η θρυαλλίδα που άναψε τη φωτιά της επανάστασης. Αποσπάσματα από την πρώτη του ομιλία εκεί αναδημοσιεύτηκαν σε μια τοπική φοιτητική εφημερίδα και προκάλεσαν σάλο και πάραυτα μια γενική απεργία που εξελίχθηκε σε γενικευμένη εξέγερση και οδήγησε στην πτώση του το καταπιεστικό καθεστώς.
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο, ο Αντρέ Μπρετόν προχώρησε σε μιαν επανίδρυση του Υπερρεαλισμού, εξέδωσε πληθώρα εντύπων και επιθεωρήσεων, αντιτάχθηκε στον συρμό του υπαρξισμού που έκανε μιαν εφήμερη θραύση, άγονη από πολλές απόψεις, επέτεινε το θαυμαστό φλερτ του με τον αναρχισμό, πρωτοστάτησε στην σκανδαλώδη «Διακήρυξη των 121», κατά της γαλλικής πολιτικής στην Αλγερία, τον Απρίλιο του 1960, και δεν σταμάτησε στιγμή να στέκεται στο πλευρό των νέων που έσπευδαν να τον γνωρίσουν και να τον εμπιστευτούν. Ναι, η πυρετώδης δραστηριότητα, σχεδόν πάντα συλλογική, και η φλεγόμενη νιότη στάθηκαν πάντα τα καύσιμα αυτής της μεγαλειώδους λοκομοτίβας που άκουγε στο όνομα Αντρέ Μπρετόν.

«Πάνω απ’ όλα», γράφει συνοψίζοντας τη διαλεκτική του «εγώ» με το «εμείς» και την περιπέτεια της ζωής του, ο ποιητής του Απολύτου, «ήμασταν απασχολημένοι με μιαν εκστρατεία συστηματικής άρνησης, απελπισμένοι απ’ τις συνθήκες κάτω από τις οποίες σε μια τέτοια ηλικία έπρεπε να ζήσουμε. Η άρνησή μας ωστόσο δεν σταμάτησε εκεί. Ήταν αχόρταγη και δεν γνώριζε περιορισμούς. Εκτός από την απίστευτη ηλιθιότητα των επιχειρημάτων που προσπαθούσαν να νομιμοποιήσουν τη συμμετοχή μας σε μιαν υπόθεση όπως ο πόλεμος, που η εξέλιξή του μας άφηνε αδιάφορους, η άρνηση αυτή κατευθυνόταν – και έχοντας ανατραφεί σε ένα τέτοιο σχολείο, δεν είμαστε τώρα ικανοί να αλλάξουμε ώστε να μην κατευθύνεται πια – εναντίον όλων των διανοητικών, ηθικών και κοινωνικών υποχρεώσεων που συνεχώς και απ’ όλες τις μεριές συσσωρεύονται στον άνθρωπο και τον συντρίβουν.

Από τη διανοητική άποψη ήταν ο χυδαίος ορθολογισμός και η ‘τετράγωνη’ λογική που πριν απ’ όλα προκαλούσαν τον τρόμο και την καταστροφική ορμή μας. Από την ηθική άποψη ήταν όλα τα καθήκοντα: θρησκευτικά, πολιτικά και οικογενειακά. Από την κοινωνική άποψη ήταν η εργασία. Όπως είπε ο Ρεμπώ, ‘Ποτέ δεν θα δουλέψω, ω χείμαρροι φλόγας!’ και επίσης, ‘Το χέρι που γράφει αξίζει όσο το χέρι που οργώνει! Τι αιώνας χεριών! Ποτέ δεν θα σηκώσω το χέρι μου!’». Ο ποιητής και επαναστάτης Αντρέ Μπρετόν, γεννημένος πριν από εκατόν δέκα χρόνια, έμελλε να αφήσει την τελευταία του πνοή το 1966, πριν από τέσσερις δεκαετίες. Χτυπημένος από το άσθμα που είναι, θαρρείς, η ασθένεια των επαναστατών (θυμίζουμε τους επίσης ασθματικούς Τσε Γκεβάρα και Γκι Ντεμπόρ).

Το έργο του παραμένει επίκαιρο όπως και η ρήση του ότι έχουμε ανάγκη τα «παρατηρητήρια του εσωτερικού ουρανού». Η επιγραφή στον τάφο του, «Αναζητώ το χρυσάφι του χρόνου», δεν παύει να εμπνέει όλους εκείνους που πιστεύουν ακράδαντα ότι η Πράξη είναι η Αδελφή του Ονείρου.

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος για τον Αντρέ Μπρετόν

Ασύγκριτο πουλί της οικουμένης στέκεις σαν κρύσταλλο στην κορυφή των υψηλών Ιμαλαΐων με στιλβηδόν και με σθένος και με πάθος καταμεσίς στον βράχο της σποριάς σου!


Ηρωικό πουλί της οικουμένης που μοιάζεις σαν αρχάγγελος και λέων δεν ταξινόμησες ποτέ καμμιά φενάκη, μα την φω­νή σου σήκωσες στην γαλανήν αιθρία!


Φανατικό πουλί της οικουμένης γερό στην πάλη και πολύκαρπο στην σημασία όρθιο μες στα φτερά σου ανοιγο­κλείνεις πάντα με βεβαιότητα το μάτι!

από την Ανθολογία της Νεοελληνικής Γραμματείας του Ρένου Ηρακλή Αποστολίδη εκδοτική επιμέλεια: Νέα Ελληνικά, 1970


Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης

Δευτέρα 30 Ιανουαρίου 2012

Η λέξη που χάλασε το τέρας

Ἀνήκω σὲ µία χώρα µικρή.

Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στὴ Μεσόγειο, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν ἀγώνα τοῦ λαοῦ, τὴ θάλασσα, καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου.


Εἶναι µικρὸς ὁ τόπος µας, ἀλλὰ ἡ παράδοσή του εἶναι τεράστια καὶ τὸ πράγµα ποὺ τὴ χαρακτηρίζει εἶναι ὅτι µᾶς παραδόθηκε χωρὶς διακοπή.


Ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα δὲν ἔπαψε ποτὲ της νὰ µιλιέται. Δέχτηκε τὶς ἀλλοιώσεις ποὺ δέχεται καθετὶ ζωντανό, ἀλλὰ δὲν παρουσιάζει κανένα χάσµα.


Ἄλλο χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι ἡ ἀγάπη της γιὰ τὴν ἀνθρωπιά, κανόνας της εἶναι ἡ δικαιοσύνη.
Στὴν ἀρχαία τραγωδία, τὴν ὀργανωµένη µὲ τόση ἀκρίβεια, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ξεπερνᾶ τὸ µέτρο, πρέπει νὰ τιµωρηθεῖ ἀπὸ τὶς Ἐρινύες.


Ὅσο γιὰ µένα συγκινοῦµαι παρατηρώντας πὼς ἡ συνείδηση τῆς δικαιοσύνης εἶχε τόσο πολὺ διαποτίσει τὴν ἑλληνικὴ ψυχή, ὥστε νὰ γίνει κανόνας τοῦ φυσικοῦ κόσµου.


Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς διδασκάλους µου, τῶν ἀρχῶν τοῦ περασµένου αἰώνα, γράφει: «… θὰ χαθοῦµε γιατί ἀδικήσαµε …».
Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀγράµµατος. Εἶχε µάθει νὰ γράφει στὰ τριάντα πέντε χρόνια τῆς ἡλικίας του. Ἀλλὰ στὴν Ἑλλάδα τῶν ἡµερῶν µας, ἡ προφορικὴ παράδοση πηγαίνει µακριὰ στὰ περασµένα ὅσο καὶ ἡ γραπτή. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ποίηση.


Εἶναι γιὰ µένα σηµαντικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Σουηδία θέλησε νὰ τιµήσει καὶ τούτη τὴν ποίηση καὶ ὅλη τὴν ποίηση γενικά, ἀκόµη καὶ ὅταν ἀναβρύζει ἀνάµεσα σ’ ἕνα λαὸ περιορισµένο.


Γιατί πιστεύω πὼς τοῦτος ὁ σύγχρονος κόσµος ὅπου ζοῦµε, ὁ τυρρανισµένος ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνησυχία, τὴ χρειάζεται τὴν ποίηση. Ἡ ποίηση ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα – καὶ τί θὰ γινόµασταν ἂν ἡ πνοή µας λιγόστευε;


Εἶναι µία πράξη ἐµπιστοσύνης – κι ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει ἂν τὰ δεινά µας δὲν τὰ χρωστᾶµε στὴ στέρηση ἐµπιστοσύνης.
Παρατήρησαν, τὸν περασµένο χρόνο γύρω ἀπὸ τοῦτο τὸ τραπέζι, τὴν πολὺ µεγάλη διαφορὰ ἀνάµεσα στὶς ἀνακαλύψεις τῆς σύγχρονης ἐπιστήµης καὶ στὴ λογοτεχνία. Παρατήρησαν πὼς ἀνάµεσα σ’ ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δράµα καὶ ἕνα σηµερινό, ἡ διαφορὰ εἶναι λίγη. Ναί, ἡ συµπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲ µοιάζει νὰ ἔχει ἀλλάξει βασικά. Καὶ πρέπει νὰ προσθέσω πὼς νιώθει πάντα τὴν ἀνάγκη ν’ ἀκούσει τούτη τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ ποὺ ὀνοµάζουµε ποίηση. Αὐτὴ ἡ φωνὴ ποὺ κινδυνεύει νὰ σβήσει κάθε στιγµὴ ἀπὸ στέρηση ἀγάπης καὶ ὁλοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγηµένη, ξέρει ποὺ νὰ ’βρει καταφύγιο, ἀπαρνηµένη, ἔχει τὸ ἔνστικτο νὰ πάει νὰ ριζώσει στοὺς πιὸ ἀπροσδόκητους τόπους. Γι’ αὐτὴ δὲν ὑπάρχουν µεγάλα καὶ µικρὰ µέρη τοῦ κόσµου. Τὸ βασίλειό της εἶναι στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς. Ἔχει τὴ χάρη ν’ ἀποφεύγει πάντα τὴ συνήθεια, αὐτὴ τὴ βιοµηχανία.


Χρωστῶ τὴν εὐγνωµοσύνη µου στὴ Σουηδικὴ Ἀκαδηµία ποὺ ἔνιωσε αὐτὰ τὰ πράγµατα, ποὺ ἔνιωσε πὼς οἱ γλῶσσες, οἱ λεγόµενες περιορισµένης χρήσης, δὲν πρέπει νὰ καταντοῦν φράχτες ὅπου πνίγεται ὁ παλµὸς τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, ποὺ ἔγινε ἕνας Ἄρειος Πάγος ἱκανός νὰ κρίνει µὲ ἀλήθεια ἐπίσηµη τὴν ἄδικη µοίρα τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ θυµηθῶ τὸν Σέλλεϋ, τὸν ἐµπνευστή, καθώς µᾶς λένε, τοῦ Ἀλφρέδου Νοµπέλ, αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ µπόρεσε νὰ ἐξαγοράσει τὴν ἀναπόφευκτη βία µὲ τὴ µεγαλοσύνη τῆς καρδιᾶς του.


Σ’ αὐτὸ τὸν κόσµο, ποὺ ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας µας χρειάζεται ὅλους τούς ἄλλους. Πρέπει ν’ ἀναζητήσουµε τὸν ἄνθρωπο, ὅπου καὶ νὰ βρίσκεται.
Ὅταν στὸ δρόµο τῆς Θήβας, ὁ Οἰδίπους συνάντησε τὴ Σφίγγα, κι αὐτὴ τοῦ ἔθεσε τὸ αἴνιγµά της, ἡ ἀπόκρισή του ἦταν: ὁ ἄνθρωπος. Τούτη ἡ ἁπλὴ λέξη χάλασε τὸ τέρας. Ἔχουµε πολλὰ τέρατα νὰ καταστρέψουµε. Ἂς συλλογιστοῦµε τὴν ἀπόκριση τοῦ Οἰδίποδα.


Ομιλία του Γιώργου Σεφέρη κατά την τελετή παραλαβής του Βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας, 11 Δεκεμβρίου 1963.

Τρίτη 16 Αυγούστου 2011

Λίγες σκέψεις για το Γούντστοκ

Του Jon Ρareles
Η γενιά των baby boomers δεν πρόκειται ποτέ να εγκαταλείψει το Γούντστοκ. Και για ποιον λόγο άλλωστε; Το φεστιβάλ αυτό ήταν ένα από τα ελάχιστα εμβληματικά γεγονότα εκείνης της δεκαετίας που είχε ευτυχή κατάληξη. Στις 15 Αυγούστου 1969 και για τρεις ημέρες (που έγιναν τελικά τέσσερις) εκατοντάδες χιλιάδες νέοι, μεταξύ αυτών και εγώ, συγκεντρωθήκαμε στην αμφιθεατρική περιοχή του Μπέθελ- πολλά χιλιόμετρα μακριά από το Γούντστοκ- για να ακούσουμε ορισμένους από τους καλύτερους καλλιτέχνες της ροκ, να επιδοθούμε σε κάθε νόμιμη αλλά και παράνομη απόλαυση, να κυλιστούμε στο λασπωμένο από την καταρρακτώδη βροχή έδαφος και να πεινάσουμε τελικά από την έλλειψη τροφίμων. Ολα αυτά χωρίς να προκληθεί η παραμικρή καταστροφή.

Μπορεί η εκδήλωση να μην εξελίχθηκε όπως ακριβώς θα περίμεναν οι διοργανωτές της, ήταν όμως αυτό που οι ίδιοι διαφήμιζαν: «τρεις ημέρες μουσικής και ειρήνης». Παρά λοιπόν την κήρυξη της περιοχής ως «κατεστραμμένης», το γεγονός παραμένει μια ειδυλλιακή ανάμνηση. Εκτός από τις ευχάριστες αναμνήσεις, το Γούντστοκ ανακαλεί στη μνήμη μας και άλλες πιο έντονες παρορμήσεις.

Ακόμη και αν αυτό που προκάλεσε αρχικά ήταν ενθουσιασμός και ανακούφιση, αυτό που μας κληροδότησε ήταν η υπερβολή και ο ιδεαλισμός. Οσο περνούν τα χρόνια αποδεικνύεται πως ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια μεγάλη εμπορική επιτυχία. Ηταν το προοίμιο μιας εποχής αλλά και το κύκνειο άσμα μιας άλλης. Ηταν η γιορτή της αθωότητας προτού πάρει ξανά το πάνω χέρι ο καπιταλισμός με όλα του τα επακόλουθα. Ολο εκείνο το ετερόκλητο πλήθος των φοιτητών, εργατών, καλλιτεχνών και (ανερχόμενων) πολιτικών, ακόμη και των μαστουρωμένων χίπις, μετετράπη πολύ γρήγορα σε ιδανικό κοινό για τους εμπόρους και τους διαφημιστές τους. Ενας στρατός εν δυνάμει καταναλωτών που κανείς πια δεν θα υποτιμούσε. Υπήρχαν άλλωστε τόσα προϊόντα που θα μπορούσαν να αγοράσουν πέρα από τους δίσκους βινυλίου.

Η βιομηχανία της μνήμης ή μάλλον της νοσταλγίας δουλεύει σε εντατικούς ρυθμούς και ήδη στους χώρους όπου έπαιξαν τα συγκροτήματα εκείνο το καλοκαίρι ορθώνεται το μουσείο του Φεστιβάλ του Γούντστοκ, στους χώρους του Κέντρου Τεχνών του Μπέθελ. Οι δισκογραφικές εταιρείες βγάζουν στην κυκλοφορία «επετειακούς δίσκους». Αναλόγου περιεχομένου εκπομπές ετοιμάζει η δημόσια και ιδιωτική τηλεόραση σε πολλές χώρες του κόσμου, ενώ ακολουθεί κατά πόδας η εκδοτική δραστηριότητα των πολυσέλιδων αφιερωμάτων. Αυτό που δεν έγινε αυτή τη χρονιά ήταν μία ακόμη απόπειρα αναβίωσης του Φεστιβάλ. Ισως λόγω της κακής εμπειρίας από τις προηγούμενες διοργανώσεις, όπως εκείνη του 1999, όταν ο κόσμος, εξαγριωμένος από τις υψηλές τιμές των προϊόντων που επωλούντο στον συναυλιακό χώρο, επιδόθηκε σε βανδαλισμούς και λεηλασίες.

Μ ια κυνική προσέγγιση θα επικεντρωνόταν στο πόσο «καλομαθημένη» ήταν ήδη από εκείνη την εποχή η γενιά των baby boomers από τη λεγόμενη οικονομία της αφθονίας. Τα πλήθη των θεατών συνέρρεαν έχοντας πάνω τους περισσότερα ναρκωτικά παρά τα απαραίτητα σύνεργα για τη διαμονή τους στον χώρο. Αυτό όμως που άφησε πίσω του το Γούντστοκ σε όλους όσοι συμμετείχαν σε αυτό (διοργανωτές, γιατροί, μουσικοί και τόσοι άλλοι) είναι η ανθρωπιά και η συνεργασία για έναν κοινό σκοπό. Ακόμη ανέδειξε τη θεωρούμενη ως τότε «υποκουλτούρα των χίπις» σε ένα ρεύμα με μαζική υποστήριξη και συμμετοχή. Και για να χρησιμοποιήσουμε έναν προσφιλή όρο στη νεολαία της εποχής, σε μια «αντικουλτούρα». Ασφαλώς υπήρξε συγχρόνως μια συνάθροιση ατόμων που πήγαν να «φτιαχτούν» ακούγοντας τα αγαπημένα τους συγκροτήματα καθώς αυτό ήταν πολύ πιο εύκολο από το να παλέψουν «για να αλλάξουν τον κόσμο».

Το Γούντστοκ ακολούθησαν άλλα μαζικότερα φεστιβάλ μουσικής. Από αυτά όμως έλειπε το διαφοροποιητικό στοιχείο, δηλαδή οι ιδεολογικές αναφορές. Ηταν απλά μουσικές εκδηλώσεις και όχι σύμβολα μιας άλλης κουλτούρας. Σε όσα από αυτά βρέθηκα και ο ίδιος διαπίστωσα ότι δεν ήταν παρά καλά οργανωμένα «προτάσεις διασκέδασης» με αυστηρά προγραμματισμένες εμφανίσεις και πολλές «ανέσεις» (φυσικά επί πληρωμή) για τον θεατή-καταναλωτή.

Ο κ. Jon Ρareles είναι δημοσιογράφος, επικεφαλής των μουσικοκριτικών της εφημερίδας «Νew Υork Τimes».

Τρίτη 5 Ιουλίου 2011

Λόγος και εικόνα

Του Κώστα Ε. Τσιρόπουλου



Είναι θαυμαστό και ουσιαστικά ανέκφραστο το πως αναβρύζει και αρμόζεται ο λόγος μέσα στον άνθρωπο, για να εκφραστεί κατόπιν προφορικά ή γραπτά. Γευόμαστε τη χαρά και την ηδονή του λόγου χωρίς να συνειδητοποιούμε πως χωρίς αυτόν δεν θα είμαστε ελεύθεροι. Η ελευθερία μας ξεκινά από τότε που τα χείλη μας θ’ αρπάξουν από τα εσώτατά μας για να φέρουν σε κάποια στιγμή του χρόνου της ζωής μας, την πρώτη λέξη. Μετά την πρώτη λέξη που θα πει, αρχίζει να ελευθερώνεται το μικρό παιδί. Δηλαδή, αρχίζει στ’ αλήθεια τη ζωή του. Νωρίτερα είναι σαν χαμένο για τον κόσμο. Κανείς δεν το καταλαβαίνει κι οι άνθρωποι που το φροντίζουν, μονάχα μαντεύουν τι ζητάει και τι το ενοχλεί.

Αλλά ο δρόμος προς την πλήρη ανθρώπινη ελευθερία είναι και κοπιώδης και δαιδαλώδης. Και η ανάβαση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη, σχεδόν αδύνατη, όταν ο άνθρωπος δεν μπόρεσε ή δεν τον βοήθησαν να συνειδητοποιήσει το θαύμα της σάρκωσης του λόγου μέσα του, την μεταμόρφωση της πραγματικότητας των αισθητών και των υπεραισθητών, σε λόγο. Όλατελικά, συγκεφαλαιώνονται μέσα μας όταν μπορέσουμε να τα εκφράσουμε προφορικά ή γραπτά. Κι όσο βαθαίνουμε στη συνειδητοποίηση του ποιοί είμαστε και για ποιά αιτία βρισκόμαστε στον κόσμο αυτό, τόσο και ο λόγος μας αποχτά βάρος και πάθος, θέρμη κι αποκαλυπτικότητα. Ο συνειδητός άνθρωπος ανεβαίνει από το λόγο που διαπιστώνει, που εκφράζει δηλαδή τι βλέπει, τι ακούει, τι νιώθει ο άνθρωπος, στο λόγο που ερμηνεύει. Κι από το λόγο που ερμηνεύει, ο άνθρωπος, μπορεί να του δοθεί η χάρη και να φτάσει στο λόγο που αποκαλύπτει τα μυστήρια. Αυτός είναι ο αληθινός ποιητικός λόγος, ο λόγος όπου σαρκώνεται ολόκληρη η ψυχή του ανθρώπου, όπου συγκλείεται η μοίρα της ύπαρξής του.

Σήμερα, καθώς οι ψυχές ληθαργούν, ο λόγος αυτός έχει σχεδόν εξαφανιστεί και η γλώσσα των ανθρώπων πλάθει κι εκφράζει ένα λόγο επίπεδο, περιγραφικό της χειρότερης ποιότητας, λόγο διαλυμένο σαν τον κόσμο που ζούμε, λόγο ασεβή στην αποστολή του, γεμάτο χάσματα και υπερβολές, λόγο που έχασε την πλαστικότητά τoυ, τη σαφήνειά του, που έγινε σιβυλλικός, όχι γιατί κρύβει μυστήρια, αλλά γιατί δεν κατέχει τη δύναμη και το πάθος να εκφράσει τα μυστήρια.

Τη θέση του λόγου στη σημερινή κοινωνία τείνει με βήμα γοργό να καταλάβει η εικόνα. Η εικόνα είναι η αναπαραγωγή της πραγματικότητας. Ούτε ερμηνεία, ούτε καν περιγραφή της. Απλούστατα, δουλική μίμησή της. Η μετακίνηση αυτή που παρατηρείται στους καιρούς μας είναι τρομερής σημασίας. Γιατί δείχνει κατά τον πιο εύγλωττο τρόπο το πόσο ριζική είναι η αλλοίωση που έπαθε στην εποχή μας η ανθρώπινη ύπαρξη. Άλλοτε, ο λόγος ήταν απαραίτητο παρακολούθημά της. Σήμερα, είναι η εικόνα. Ολόκληρος ο άνθρωπος μεταμορφώθηκε, συγκεντρώθηκε σ’ ένα απεχθές γυάλινο, πεινασμένο μάτι. Φυσικά, λοιπόν, κατ’ ακολουθία φαινόμενα είναι τα πολλά περιοδικά που δεν έχουν παρά μονάχα φωτογραφίες, τα διάφορα «κόμικς» με τον σπασμωδικό, εξαρθρωμένο λόγο, η διαφήμιση που δρα με την εικόνα κι όχι με το λόγο που πείθει, η τηλεόραση που σέρνει πίσω της ευλογίες αλλά και κινδύνους πολλούς, γιατί μπορεί αν δεν χρησιμοποιηθεί έξυπνα και με πνευματικότητα, να ισοπεδώσει τις ανθρώπινες υπάρξεις που την παρακολουθούν και να τους αφαιρέσει κάθε εντελώς προσωπικό γνώρισμα.

Αφήσαμε έξω από την απαρίθμηση τον κινηματογράφο, γιατί πιστεύουμε πως αυτός, γεννημένος σε καιρούς ουσιαστικής ηθικής κρίσης των κοινωνιών, ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας που άνοιξε το δρόμο προς τη δεσποτεία της φωτογραφίας.

Θ’ άξιζε όμως ν’ αναρωτηθεί κανένας, σε ποιούς λόγους οφείλεται αυτή η αβίαστη επικράτηση της εικόνας στον κόσμο μας, αυτή η εκθρόνιση του σαρκωμένου μέσα μας, αποκαλυπτικού, ελευθερωτή λόγου.

Πρώτος και κύριος λόγος είναι η σύγχρονη, επικρατούσα αντίληψη πως ο άνθρωπος είναι ένα ον άψυχο, ον φθαρτό κι επομένως παροδικής σημασίας. Όσες φορές αναγκάζεται ο σύγχρονος, άθεος στοχασμός να μεταχειριστεί τη λέξη «ψυχή», βιάζεται να την ερμηνεύσει ως εκδήλωση διαφόρων νευροσωματικών αλλοιώσεων και δραστηριοτήτων. Ο λόγος όμως ο αληθινός αναπηδά ακριβώς από το διάλογο της ψυχής με τα πράγματα και μπορεί βέβαια, να μιλά για τα αισθητά, αλλά αισθάνεται πως αυτά τα αισθητά είναι ιδωμένα και βιωμένα από ένα ον υπεραισθητό. Μη πιστεύοντας ο άνθρωπος στο μυστήριο της ψυχής του, χάνει τη δίψα της ελευθερίας που ικανοποιούσε η δημιουργία του λόγου και τότε πια, ο λόγος του γίνεται περιγραφικός. Αλλά τότε, η εικόνα περιγράφει πιστότερα από το λόγο, την πραγματικότητα, και συνεπώς ο λόγος είναι άχρηστος.

Μιλήσαμε για τον άνθρωπο ως ον υπεραισθητό – χωρίς τούτο να σημαίνει πως δεν έχει και μια φύση αισθητή. Όσο η ψυχή του γυρεύει τα υπεραισθητά, τόσο ευφραίνεται από το λόγο που αλιεύει τα μυστήρια του σύμπαντος και τα σοδειάζει μέσα στη ψυχή. Όταν όμως χαθεί η πίστη στα υπεραισθητά, όταν διαλυθεί η άχνα του μυστηρίου που σαν μαγική στίλβη περισκέπαζε την ανθρώπινη ψυχή, τότε πια, τα δωρήματα του λόγου δεν της χρειάζονται. Τότε είναι που διψά για αισθητές, κάποτε βάναυσες ιδιότητες, για κάποιες πραγματικότητες άμεσα προσιτές. Κι αυτές, τις προσφέρει τέλεια, με θαυμαστή ικανότητα, η εικόνα.

Ένας άλλος λόγος που η εικόνα έχει επικρατήσει στους καιρούς μας είναι το γεγονός πως ο άνθρωπος έγινε πολύ βιαστικός. Άλλοτε βιαζόταν λιγότερο, κι ας ήθελε ενάμιση μήνα για να πάει στην Αμερική. Σήμερα θέλει μισή μέρα και πάλι, η ζωή του – μια ζωή μακρύτερη από κείνη που ζούσαν παλιότερα οι άνθρωποι – δεν του φτάνει. Αδειανός εσωτερικά, βρίσκεται σε πανικό. Θέλει να προφτάσει. Μη περιμένοντας τη μεταθανάτια πια ζωή, λυσσάει ν’ απολαύσει τα πάντα σ’ αυτήν εδώ. Ο λόγος είναι δυσκίνητος – εκτός κι αν θραυσθεί, αν παραμορφωθεί σ’ ένα ξεκρέμαστο, αναπόδεικτο, περίπου μαγικό «σύνθημα», που ηλεκτρίζει τις μάζες και τις αναρριπίζει με τυφλά πάθη. Η εικόνα είναι ευκίνητη, ξεχωριστά εύγλωττη. Ο λόγος είναι το αθέατο πνεύμα· η εικόνα είναι το χειροπιαστό πράγμα.

Αν βέβαια, ο σύγχρονος άνθρωπος δεν ήταν οκνηρός και αν αγαπούσε να σκέφτεται για λογαριασμό του και να μην αφήνει κάποιους ανεύθυνους να σκέφτονται και ν’ αποφασίζουν γι’ αυτόν – όπως γίνεται στα τυραννικά καθεστώτα – τότε θα ξαναγυρνούσε στη σκέπη του λόγου. Η πνευματική όμως οκνηρία και η εσωτερική αδράνεια των ανθρώπων της εποχής μας είναι μια βοώσα πραγματικότητα. Η εικόνα γίνεται πιο βολική. Το ότι γίνεται και αποβλακωτική, αυτό ελάχιστοι το συλλογίζονται. Η τεχνική πρόοδος των καιρών μας τη βοηθάει αφάνταστα. Και σιγά-σιγά, η πηγή του λόγου μέσα μας κοκαλώνει. Εξακολουθούμε να μιλάμε για γλώσσα, για τα προβλήματα της γλώσσας, όμως η εικόνα μας κατευθύνει ευκολότερα, αμεσότερα, πρακτικότερα. Μια φωτογραφία πείθει περισσότερο από ένα γράμμα, συγκινεί περισσότερο. Το πρόσωπο των αγαπημένων μας, μας ενδιαφέρει περισσότερο από τη ψυχή τους. Κι έτσι, οι σπινθήρες που ο λόγος άναβε μέσα μας ο αληθινός λόγος όσο πάει και λιγοστεύουν. Γιατί πια, αυτός που μιλάμε και χρησιμοποιούμε, είναι συνήθως επίπεδος, περιγραφικός, στρεβλός. Και όταν είναι λόγος αποκαλυπτικός, μυστηριακός, τότε ενοχλεί και ο σημερινός κόσμος φροντίζει να τον ξεχάσει. Τα σοβαρά κείμενα, τα σοβαρά βιβλία που σπάζουν τα φράγματα κι απογυμνώνουν τις ψυχές, μένουν στο ράφια και κινούνται τα άλλα, που είναι γεμάτα εικόνες και πραγματισμό.

Τώρα με την τηλεόραση, το πρόβλημα γίνεται οξύτερο. Γιατί τα καλά περιοδικά, ξέρουν και συγκερνούν το λόγο με την εικόνα που, είναι φυσικό, δε μπορούμε να την απομονώσουμε, ν’ αρνηθούμε τις δυνατότητές της. Αλλά η τηλεόραση; Ο κινηματογράφος, βέβαια, ύστερα από περιπέτειες οδυνηρές ανοίγει ένα δρόμο, νόμιμο και έξυπνο πνευματικά, δείχνοντάς μας διαμέσου της εικόνας την άλλη, αθέατη πραγματικότητα, την πραγματικότητα της ψυχής, του λόγου που αυτή γεννά. Πόσα όμως εκατομμύρια συνειδήσεις χάθηκαν ως τώρα εξ αιτίας του κινηματογράφου, που επιτέλους, δεν τον είχαμε και στο σπίτι μας!

Η τηλεόραση, τα «κόμικς», το «σλάιντς» βρίσκονται μέσα στο σπίτι και βυθίζουν την οικογένεια σε σιωπή. Οι ψυχές ναρκώνονται κι ενώ οι άνθρωποι συζούν, δε μπορεί ποτέ να ανακαλύψει η μια την άλλη. Αν συντελούνταν αυτή η ανακάλυψη, τότε θ’ άρχιζε η ζωοποίηση του λόγου. Και δεν θάχανε, φυσικό, η εικόνα την αξία της, αλλά η αξία αυτή θα ήταν βοηθητική κι όχι τυραννική, όπως έγινε σήμερα. Τότε η φαντασία του ανθρώπου θα ξανάνθιζε και με το λόγο, θα ξανάπλαθε την πραγματικότητα.

Κυριακή 12 Ιουνίου 2011

Cleanjunkies

Αγαπητοί φίλοι προτείνω να ενταχθούμε στο κίνημα των cleanjunkies. Στο κίνημα δηλαδή της αφαίρεσης των παράνομων πινακίδων.

Παρατηρήστε με μεγάλη προσοχή, πόσο ΠΟΛΥ αλλάζει ένα μικρό (τοπικό) τοπίο ΜΕΤΑ την αφαίρεση των (παράνομων ) πάσης φύσεως πινακίδων.

Ακόμα και ένα απλό συρματόπλεγμα μεταμορφώνεται όταν απαλλαγεί από τις διαφημίσεις με τις οποίες το “στόλισαν”.

http://cleanjunkies-cleanjunkies.blogspot.com/?expref=next-blog

Κ

Κυριακή 10 Απριλίου 2011

Άλλο ένα σπουδαίο μάθημά του.





Απόσπασμα από ηχογραφημένο μάθημα του Δημήτρη Λιαντίνη προς τους μετεκπαιδευόμενους δασκάλους του Μαράσλειου Διδασκαλείου. Είναι το προτελευταίο μάθημα και πραγματοποιήθηκε στις 20 Μαΐου του 1998. Λίγο αργότερα τον ίδιο χρόνο ανεχώρησε για πάντα για τον αγαπημένο του Ταύγετο.


Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011

André Rieu

Ο André Rieu είναι ένας 62χρονος Ολλανδός βιολιστής, από τους μεγαλύτερους σήμερα εν ζωή μαέστρους κλασικής μουσικής. Θεωρείται ο κορυφαίος ερμηνευτής στον κόσμο των βάλς των Γιόχαν Στράους (πατέρα & υιού). Από το 1987 δημιουργεί την διάσημη ορχήστρα του: Johann Strauss Orchestra, με 50 περίπου εξαιρετικούς μουσικούς. Έχει γυρίσει όλο τον κόσμο και έχει παίξει στα μεγαλύτερα θέατρα & αίθουσες του κόσμου. Του έχει απονεμηθεί 2 φορές το World Music Award.

Το 2001 δίνει στην ιστορική αίθουσα συναυλιών της Αγγλίας, το Royal Albert Hall του Λονδίνου, μια από τις σπουδαιότερες συναυλίες του, το Millenium Concert, (η οποία μάλιστα ηχογραφείται ζωντανά και κυκλοφορεί αργότερα σε CD).

Επιλέγει για το κλείσιμο της συναυλίας, το κομμάτι που περιλαμβάνει το βίντεο που ακολουθεί απ' το YouTube. Το τι επακολουθεί στην αίθουσα το "περιγράφει" το ίδιο το βίντεο.

Η συναυλία δεν είχε καμιά απολύτως σχέση με το επίσημο Ελληνικό Κράτος, δεν διοργανώθηκε από κάποιο κρατικό ή ιδιωτικό ελληνικό φορέα, ούτε συμμετέχει σ' αυτήν με οποιονδήποτε τρόπο κάποιος Έλληνας, σαν μουσικός, μάνατζερ, οργανωτής ή απλός θεατής. Το θέατρο είναι κατάμεστο από Βρετανούς -και όχι μόνο- όλων των ηλικιών.

Αυτό που "τιμάται" από τον André Rieu, με την επιλογή του, είναι μια κλασσική σύνθεση του 20ου αιώνα που έχει ξεπεράσει προ πολλού τα στενά όρια της νεοελληνικής μιζέριας και έχει γίνει μέρος της παγκόσμιας μουσικής πολιτιστικής κληρονομιάς. Το βίντεο στο YouTube έχει πάνω από 2.000.000 προβολές.

Απολαύστε το.


http://www.youtube.com/watch?v=ia34kknFpk0

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Το Ωραίον

Ο έλληνας φιλόσοφος του Πρίνστον.


Ο χαρακτηρισμός αποκτά βαρύνουσα κυριολεκτική απόχρωση όταν αποδίδεται στον Αλέξανδρο Νεχαμά. Διότι ο τρόπος που ασκεί τη φιλοσοφία ο 64χρονος Αθηναίος, καθηγητής στο Πρίνστον σήμερα, θυμίζει τους αρχαίους. Εχει ασχοληθεί με τον Πλάτωνα και χειρίζεται καλά το είδος του διαλόγου. Το διαπιστώσαμε στη δίωρη γοητευτική τηλεφωνική συνομιλία μας, με την αφορμή της έκδοσης στα ελληνικά του βιβλίου του «Μόνο μια υπόσχεση ευτυχίας. Η θέση του Ωραίου στην τέχνη και στη ζωή».

Με καθαρή φωνή, σε ήρεμο ρυθμό, με έμφαση αλλά χωρίς διδακτισμό, μας μετέφερε σε μια ρωγμή στον χρόνο της καθημερινότητας, όπου η φιλοσοφία δημιουργεί έναν χώρο για να καθήσουμε να σκεφτούμε, όχι έξω από τη ζωή, αλλά παράλληλα με αυτήν. Μας μίλησε για την ομορφιά σε καιρούς κρίσης, για το ωραίο και τον έρωτα βάζοντας τον Πλάτωνα και στη συζήτηση για την τηλεόραση.

- Μήπως είναι πολυτέλεια να μιλάμε για το Ωραίο σε δύσκολους καιρούς;

«Κάθε άλλο. Ο,τι και να συμβαίνει στον έξω κόσμο, η ιδιωτική ζωή, η προσωπική ζωή δεν μπορεί να συνεχιστεί χωρίς κάποια αίσθηση του ωραίου και του άσχημου, ό,τι και να κάνει κανείς. Εκτός αν μιλάμε για έσχατες καταστάσεις ζωής ή θανάτου. Το να αντιληφθεί κανείς το ωραίο, σημαίνει ότι μέσα από την προσωπική επαφή με κάποιο πρόσωπο ή αντικείμενο βλέπει στοιχεία που το διαφοροποιούν από τα άλλα. Το ωραίο που μπορεί να βλέπω σε κάποιο πρόσωπο ανήκει αποκλειστικά και μόνο στο πρόσωπο αυτό, δεν είναι αντικαταστάσιμο με κάτι άλλο. Εχω λοιπόν μέσα μου μια εμπειρία που μόνο εγώ μπορώ να έχω απέναντι στο πρόσωπο αυτό και κανείς άλλος. Αυτό διαχωρίζει και εμένα από τους άλλους ανθρώπους. Και αυτός ο διαχωρισμός, αυτή η ατομικότητα, είναι για μένα στη βάση της ομορφιάς. Με αυτή την έννοια το Ωραίο επιτελεί ιδιαίτερα σημαντική λειτουργία, μας δίνει ταυτότητα, μας βοηθά να αποκτήσουμε ατομική υπόσταση. Αυτό δεν είναι πολυτέλεια. Ειδικά σήμερα, στον κόσμο της παγκοσμιοποίησης».

- Το αισθητικά ωραίο είναι και ηθικά ωραίο;

«Για τον Πλάτωνα οπωσδήποτε. Για μένα όχι, είναι ανεξάρτητα. Και αυτή είναι μια σημαντική παράμετρος στη συζήτηση για το ωραίο σήμερα. Διότι η σύγχρονη φιλοσοφία έχει προσπαθήσει να ξαναφέρει το ωραίο μέσα στα ενδιαφέροντά της βάζοντάς το κάτω από την αιγίδα του ηθικά σωστού. Αυτό είναι καταστροφή για το ωραίο. Διότι τότε η τέχνη γίνεται υπηρέτης της ηθικής και της πολιτικής και καταλήγουμε σε γελοιότητες όπως το κυνήγι της “εκφυλισμένης τέχνης” την εποχή του Χίτλερ.
Μπορεί ένα μεγάλο μέρος της τέχνης να είναι και ηθικά σωστό. Αλλά αυτός ο συσχετισμός δεν είναι απαραίτητος. Πολύ συχνά το ηθικό και το αισθητικό συγκρούονται, και σε τέτοια περίπτωση δεν ξέρουμε ποιο θα υπερισχύσει. Η φιλοσοφική άποψη γενικά είναι ότι σε μια τέτοια περίπτωση το ηθικό πάντοτε υπερισχύει του αισθητικού. Εγώ αυτό δεν το νομίζω.
Πάρτε για παράδειγμα τον Γκογκέν: παρατάει τη γυναίκα και τα παιδιά του και πηγαίνει στην Αϊτή να ζωγραφίσει. Αν δεν ήταν καλός ζωγράφος θα μας φαινόταν απλώς ένας κακός άνδρας που παράτησε την οικογένειά του. Επειδή συνέθεσε όμως μεγάλα έργα δεν τον κρίνουμε όπως οποιονδήποτε άλλον, τον δικαιολογούμε».

- Δίνουμε άφεση αμαρτιών στο μη ηθικό εν όψει του Ωραίου;

«Ακριβώς, και μάλιστα πολύ συχνότερα από όσο πιστεύουμε και από όσο είμαστε προγραμματισμένοι. Θα πρέπει επομένως να το συνειδητοποιήσουμε αυτό και να δώσουμε στις αισθητικές αξίες μια κεντρική θέση στην καθημερινή μας ζωή. Δεν είναι πολυτέλεια».


- Εφόσον το Ωραίο είναι θέμα προσωπικού γούστου,απενοχοποιείται κανείς αν πει ότι δεν του αρέσει η «Μόνα Λίζα»;

«Υπάρχει διαφορά μεταξύ τού να βρίσκεις κάτι ωραίο και του να κατανοείς ότι είναι ωραίο. Οπως και στη ζωή. Λέμε “αυτή η γυναίκα είναι ωραία, αλλά εμένα δεν μου αρέσει, δεν μου πάει”. Πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες δεν μιλάνε σε όλους τους ανθρώπους».

- Εκπαιδευόμαστε στην αναγνώριση του Ωραίου;

«Είμαι βέβαιος ότι η εκπαίδευση έχει επίδραση πάνω στον τρόπο που ο καθένας αισθάνεται κάτι ωραίο. Η σωστή εκπαίδευση βοηθάει, αλλά το τι σημαίνει σωστή εκπαίδευση είναι πάρα πολύ δύσκολο να το πει κανείς με γενικούς όρους. Δεν μπορεί ένας φιλόσοφος, καθήμενος στην πολυθρόνα του, να πει πώς πρέπει να εκπαιδευτεί ο Ελληνας, η ινδονήσια κοπέλα κ.λπ. Αυτά τα θέματα πρέπει να τα εξετάσει κανείς συγκεκριμένα σε κάθε περίπτωση. Αλλά πιο γενικά μπορεί να πει κανείς ότι η κάθε κουλτούρα προσπαθεί να εκθέσει τα άτομα που της ανήκουν σε αντικείμενα που να προκαλούν την αίσθηση του ωραίου. Αν και αυτά είναι διαφορετικά από φυλή σε φυλή, από χώρα σε χώρα, από εποχή σε εποχή».

- Εχετε πει ότι η λαϊκή τέχνη μιας εποχής είναι η καλή τέχνη μιας άλλης...

«Πράγματι, λέμε ότι η αρχαία τραγωδία και η τηλεόραση δεν μπορούν να συγκριθούν, διότι κοιτάξτε το μεγαλείο του Αισχύλου από τη μια και τις γελοιότητες των ριάλιτι σόου από την άλλη. Αλλά ξέρετε πόσες τραγωδίες είχαν γράψει οι τρεις μεγάλοι τραγικοί; Περίπου εκατό ο καθένας. Και σώζονται 34 και από τους τρεις, διότι είχαν αντιγραφεί περισσότερο από άλλες. Αν το σκεφτείτε με σημερινούς όρους, ο Αισχύλος, ο Ευριπίδης και ο Σοφοκλής ήταν μπεστ σέλερ συγγραφείς. Για σκεφτείτε την αξία των περισσότερων μπεστ σέλερ σήμερα. Φανταστείτε αν από τα λίγα βιβλία που επιζούσαν μετά από δυο χιλιάδες χρόνια ήταν, για παράδειγμα, ο “Κώδικας Ντα Βίντσι”. Από τη δική μας σκοπιά σήμερα θα ήταν καταστροφικό να μην επιζήσουν οι μεγάλοι μας συγγραφείς και να επιζήσουν οι χειρότεροι. Για τον Πλάτωνα ένας κόσμος για τον οποίο ο Ομηρος και ο Αισχύλος είναι το πρότυπο του Ωραίου είναι ένας κόσμος μίζερος, σε παρακμή. Εμείς δεν συμφωνούμε σήμερα».

- Παραλληλίζετε στο βιβλίο την τηλεόραση, ως μορφή λαϊκής τέχνης σήμερα, με τα έπη και την τραγωδία ως μορφές λαϊκής τέχνης στην αρχαιότητα, παραλληλισμός ο οποίος ακούγεται κάπως... ιερόσυλος.


«Στην τηλεόραση σήμερα βλέπουμε κάθε εκπομπή. Δεν βλέπουμε μονάχα αυτά που μετά από πολλά πολλά χρόνια έχουν επιζήσει και έχουν εγκριθεί και έχουν παρουσιαστεί ως μεγάλα έργα. Αν είχαμε όλες τις αρχαίες τραγωδίες που είχαν γραφεί και τις βάζαμε πλάι σε όλες τις εκπομπές της τηλεόρασης δεν ξέρω αν θα μας φαινόταν η τηλεόραση κατά πολύ χειρότερη. Δεν εννοώ ότι οι αρχαίοι έλληνες τραγικοί δεν ήταν μεγάλοι συγγραφείς. Δεν γνωρίζουμε όμως αν το γούστο των αρχαίων Ελλήνων ήταν κοινό με το δικό μας. Εφόσον όμως αυτά τα έργα επέζησαν, πάνω σε αυτά βασίστηκαν τα κριτήρια του τι είναι ένα καλό θεατρικό έργο και πώς πρέπει να γραφτεί. Επομένως είναι αδύνατον αυτά τα έργα να μη μείνουν στην Ιστορία ως ωραία, εκ των υστέρων τουλάχιστον. Κάπως έτσι θα συμβεί και με τις εκπομπές της τηλεόρασης αργότερα. Αυτό που καθόρισε την τέχνη σε μεγάλο βαθμό ήταν αυτό που επιβίωσε. Για μένα δεν είναι προφανές ότι τα καλύτερα επιβιώνουν. Αυτά που επιβιώνουν όμως γίνονται το ωραίο, μας δίνουν το παράδειγμα πάνω στο οποίο θα συνεχιστεί η δημιουργία της τέχνης».

- Ποιο θα είναι, πιστεύετε, το μέλλον σύγχρονων έργων τέχνης όπως οι ταριχευμένοι καρχαρίες του Ντέμιαν Χερστ;

«Η στολισμένη με διαμάντια νεκροκεφαλή του είναι ένα από τα πιο πρόστυχα πράγματα που έχω δει. Το ζήτημα είναι τι θα γίνει με έργα σαν του Χερστ σε 30 χρόνια. Θα υπάρχουν ακόμη; Η συλλογή Σάατσι θα θεωρείται σοβαρή ή όχι; Δεν μπορεί κανείς να το προβλέψει. Αν όντως επιζήσει αυτή η συλλογή, θα συμβεί επειδή τα έργα θα προκαλέσουν ενδιαφέρον σε κριτικούς και κυρίως σε άλλους καλλιτέχνες, για να δημιουργήσουν με βάση αυτά. Αν συμβεί αυτό, τότε ο καρχαρίας θα μπει στην Ιστορία της τέχνης, και μετά είναι πολύ δύσκολο να βγει».

- Γιατί συμβαίνει αυτό; Ο Γκογκέν παρατάει τη γυναίκα και τα παιδιά του και πηγαίνει στην Αϊτή να ζωγραφίσει. Αν δεν ήταν καλός ζωγράφος θα μας φαινόταν απλώς ένας κακός άνδρας που παράτησε την οικογένειά του. Επειδή συνέθεσε όμως μεγάλα έργα δεν τον κρίνουμε όπως οποιονδήποτε άλλον, τον δικαιολογούμε.

 «Οπως συζητούσα πρόσφατα και με έναν φίλο, πείτε ότι περνάτε έξω από το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης και βλέπετε στον δρόμο απλωμένα έναν σωρό λάστιχα αυτοκινήτου. Είναι έργο τέχνης ή όχι; Ποιος ξέρει; Αν καταφέρετε να πείσετε τον πρόεδρο του Μουσείου ότι αποτελούν έργο τέχνης, θα τα πάρει και θα τα βάλει στο Μουσείο. Είναι αναπόφευκτο μετά ότι θα ασκήσουν κάποια επιρροή διότι ο κόσμος θα τα βλέπει, θα σκέφτεται πάνω σε αυτά. Συχνά τα αντικείμενα εισχωρούν στην Ιστορία της τέχνης για λόγους άσχετους με την αξία τους και εφόσον μένουν στην Ιστορία της τέχνης πολλές φορές ανακαλύπτεται η αξία τους».

- Πώς σχολιάζετε την εκζήτηση, την πρόκληση, την εκκεντρικότητα που έχουν αναχθεί σε ειδοποιά χαρακτηριστικά της σύγχρονης τέχνης;

«Η σύγχρονη τέχνη ουσιαστικά δεν έκλεισε την πόρτα προς το Ωραίο, έκλεισε την πόρτα σε αυτό που συμβατικά θεωρείται ωραίο. Για μένα το Ωραίο δεν έγκειται στη μορφή που έχει στην εποχή του, αν είναι μοντέρνο κτλ., αλλά στον τρόπο με τον οποίο τραβάει τον άνθρωπο. Αν συγκρίνει κανείς τον Χερστ, ακόμη και τον Πικάσο, με τον Ρενουάρ μπορεί τα έργα τους να μη φαίνονται ωραία. Τα έργα του Πικάσο όμως ελκύουν, θέλγουν, και αυτή είναι η βασική προϋπόθεση του Ωραίου».

- Εφόσον το Ωραίο είναι εντελώς ατομική υπόθεση, ποιος είναι ο ρόλος των σχολών Ιστορίας της Τέχνης και Καλών Τεχνών;

«Ο ρόλος τους είναι να δείξουν στην κοινωνία τις πηγές της τέχνης πάνω στις οποίες μπορεί να δομήσει ο καθένας την προσωπική του αντίδραση για το ωραίο και επιπλέον να δώσουν, σε όσους επιθυμούν, την ευκαιρία να εξασκήσουν αυτή την ικανότητα».

- Πρόκειται για πανεπιστημιακές σχολές που η επιβίωσή τους σήμερα απειλείται διεθνώς. Πώς είναι η κατάσταση στο Πρίνστον για τις ελληνικές σπουδές;


«Στο Πρίνστον τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει. Το Πρόγραμμα ελληνικού πολιτισμού του πανεπιστημίου είναι επιτυχές. Η επιτυχία του οφείλεται, πιστεύω, στο ότι αγκαλιάζει όλη την ελληνική κουλτούρα, σε όλο το γεωγραφικό και χρονικό εύρος της, και τη συνδυάζει με άλλα αντικείμενα και άλλες κουλτούρες, την κάνει μέρος των γενικών σπουδών. Θα πρέπει να καταλάβουμε ότι στον σύγχρονο κόσμο η Ελλάδα δεν είναι πλέον στο κέντρο του ενδιαφέροντος. Αν ξεφύγουμε από έναν επαρχιωτισμό που θέλει τον ελληνισμό προνόμιο των Ελλήνων, αν ο Ελληνας μπορέσει να αισθανθεί σπίτι του όλη την ανθρωπότητα, αν ο ελληνισμός- δεν εννοώ η ελληνικότητα- γίνει μέρος των σπουδών του κόσμου, τότε πιστεύω δεν χρειάζεται να ανησυχούμε».

Βιογραφία
Ο Αλέξανδρος Νεχαμάς γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε στο Swarthmore College και έλαβε το διδακτορικό του στο πανεπιστήμιο του Πρίνστον. Είναι καθηγητής ανθρωπιστικών σπουδών, φιλοσοφίας και συγκριτικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον. Μεταξύ των έργων του συγκαταλέγονται το βιβλίο Nietzsche: Life as literature (Νίτσε: Η ζωή ως λογοτεχνία), Harvard, 1985 η μελέτη, σε συνεργασία με τον David J. Furley, Aristotle' s rhetoric: Philosophical essays (Η ρητορική του Αριστοτέλη: φιλοσοφικά δοκίμια), 1994, και οι σχολιασμένες μεταφράσεις του Φαίδρου (Hackett, 1995) και του Συμποσίου (Hackett, 1989) του Πλάτωνα, τις οποίες εκπόνησε μαζί με τον Paul Woodruff. 


Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011

Φιλόλαος Τλούπας (2ο μέρος)

Φιλό και Μαρίνα
Το 2009 η σκηνοθέτης Καλλιόπη Λεγάκη γύρισε ένα ντοκιμαντέρ με θέμα τη ζωή του παγκόσμια αναγνωρισμένου γλύπτη Φιλόλαου Τλούπα. Το ντοκιμαντέρ αυτό συμμετείχε επίσημα στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης.
Περίληψη 
Σε ένα προάστιο του Παρισιού ένας σπουδαίος Έλληνας γλύπτης , ο Φιλό , παντρεμένος με την Μαρίνα , δουλεύει , αφοσιωμένος στην τέχνη του , τα τελευταία πενήντα χρόνια .
Ένα απροσδόκητο γεγονός θα αλλάξει τα πράγματα και μόνο ο έρωτας θα δώσει λύσεις και ένα καινούργιο νόημα στη ζωή τους . 

Η σκηνοθέτης Καλλιόπη Λεγάκη έγραψε το παρακάτω σημείωμα για ένα μεγάλο γλύπτη. Ένα γλύπτη όχι του μαρμάρου αλλά του ανοξείδωτου ατσαλιού. Ναι, αυτού του μετάλλου που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε σαν πρώτη ύλη στα εργοστάσια και που στα χέρια του Τλούπα παίρνοντας νέα σάρκα και οστά κόσμησε πλατείες, πάρκα και κεντρικά σημεία πόλεων της Γαλλίας. 


ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΓΙΑ ΕΝΑΝ ΜΕΓΑΛΟ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗ




Στο τέλος Σεπτέμβριου του 2006 βρέθηκα για κάποια γυρίσματα στο Βόλο . Ο καιρός ήταν ακόμα καλός και ο κόσμος τα απογεύματα έκανε περιπάτους στην παραλία . Έβλεπα τα παιδιά να διασκεδάζουν παίζοντας με τα βότσαλα και κάποια να σκαρφαλώνουν στα μεγάλα γλυπτά δέντρα που ο δήμαρχος είχε τοποθετήσει στον παραλιακό δρόμο .
Ο ίδιος μου είπε ότι ήταν δέντρα από χαλίκια , τσιμέντο , άμμο και λωρίδες χάλυβα ,  που είχε κατασκευάσει , στη δεκαετία του ΄80 , ένας γλύπτης από την Λάρισα , ο
Φιλόλαος , που τα τελευταία πενήντα χρόνια ζούσε σε ένα προάστιο του Παρισιού .
Αποφάσισα να ακολουθήσω την διαδρομή του και στο τέλος Οκτωβρίου βρέθηκα στο Saint Remy des Sevres , πενήντα χιλιόμετρα έξω από το Παρίσι , στο σπίτι του Φιλόλαου Τλούπα και της γυναίκας του , της Μαρίνας. 
Ως την στιγμή της συνάντησης μας , αυτά που γνώριζα για τον Φιλόλαο και την δουλειά του ήταν σκόρπια στοιχεία από ελάχιστες δημοσιεύσεις και συνεντεύξεις σε ελληνικά περιοδικά και εφημερίδες , όπου ο ίδιος με ενθουσιασμό αναφέρεται στη γλυπτική και στην ανάγκη σύνδεσης της με την καθημερινότητα μας , στη λειτουργικότητα της γλυπτικής στους δημόσιους χώρους , όπου τα έργα μπορούν να αναπνέουν ελεύθερα , μακριά από τις κλειστές αίθουσες των μουσείων , τονίζοντας ότι για αυτόν η γλυπτική δεν είναι παρά ένα παιχνίδι , που διασκεδάζει τόσο   τον δημιουργό όσο και τον θεατή.
Και βέβαια είχα μελετήσει το θαυμάσιο λεύκωμα , που έχει επιμεληθεί η τεχνοκριτικός Μαρία
Κοτζαμάνη , ένα λεύκωμα όπου πέρα από τα έργα του γλύπτη , που κοσμούν πλατείες , σχολεία και δημόσιους χώρους στη Γαλλία , ξεχώρισα την συγκινητική εξομολόγηση του Jacque Laccariere για την γνωριμία του με τον Φιλόλαο , που τον αποκαλεί « αυτόχθονα χωρικό της Θεσσαλίας , άνθρωπο με μύτη και βλέμμα γερακιού , έναν δημιουργό της γης , που αγαπάει όσο κανένας άλλος τα υλικά της , το χώμα , το νερό , το ξύλο , τα βότσαλα και με μια μαγική δύναμη μπορεί και τα μετατρέπει σε υλικά της τέχνης του » . 
Η συνάντηση μαζί του ήταν από τις σημαντικότερες συναντήσεις της ζωής μου . Και αυτό γιατί είδα έναν μεγάλο δημιουργό, που ακόμα και το σπίτι του το έχει κατασκευάσει ο ίδιος με υλικά της τέχνης του, ξύλο, μάρμαρο, τσιμέντο και μόλυβδο, έχοντας διακοσμήσει κάθε γωνιά με έργα του, γλυπτά και πίνακες .
Έναν δημιουργό όμως βυθισμένο , μετά από ένα ατύχημα , πριν από πέντε χρόνια , στη σιωπή του, καθώς δεν μπορεί να δουλέψει , έχοντας συντροφιά  την γυναίκα του , την Μαρίνα. 
Μια φυσιογνωμία ευγενέστατη και γλυκύτατη , μοναδική παρηγοριά , σημαντικό στήριγμα ,  αφοσιωμένη σύντροφος για τον Φιλόλαο σε αυτά τα δύσκολα χρόνια της απραξίας , που διαδέχτηκαν τα χρόνια της δημιουργίας , της επιτυχίας και της καλλιτεχνικής δόξας . 
Μικρά γλυπτά από ξύλο , μόλυβδο και μέταλλο που παριστάνουν μικρές κυρίες, ζώα   και παιχνίδια , πίνακες που αποτυπώνουν τοπία της φαντασίας του δημιουργού τους , κατασκευασμένοι κυρίως με κομμάτια ξύλου και βότσαλα της θάλασσας , αλλά και φρουτιέρες, μπουκάλια , μαχαιροπήρουνα , καρέκλες , τραπέζια , καναπέδες , κατασκευασμένοι από διάφορα υλικά της τέχνης του , κοσμούν τους χώρους του σπιτιού εξυπηρετώντας παράλληλα τις καθημερινές ανάγκες και δηλώνοντας την μεγάλη του αγάπη του δημιουργού τους στην γλυπτική και την βαθιά του πίστη , ότι η τέχνη δεν μπορεί παρά να περνάει μέσα από την ζωή και να παρεμβαίνει στην καθημερινότητα μας. 
Ανηφορίζοντας ένα στενό μονοπάτι ανάμεσα σε κερασιές , καρυδιές και δαμασκηνιές , κοντά στο σπίτι ,συναντήσαμε το εργαστήρι του Φιλόλαου που επίσης έχει σχεδιάσει και κατασκευάσει ο ίδιος σε μια τοποθεσία με εξαιρετική θέα στην εξοχή .
Πάγκοι με εργαλεία της δουλειά του , σχέδια , μακέτες , γλυπτά από διάφορα υλικά , κεφαλές από μέταλλο γνωστών αρχιτεκτόνων που συνεργάστηκε στενά μαζί τους ,  πίνακες , το τεράστιο άγαλμα από σίδηρο του αγωνιστή της Επανάστασης , του Γιωργάκη Ολύμπιου , μια μεγαλειώδης μορφή που ο ίδιος θαύμαζε από τα χρόνια της μαθητείας του στο ξυλουργείο του πατέρα του , στη Λάρισα και ένας μεγάλος χαρταετός από αυτούς , που από μικρό παιδί έφτιαχνε ο Φιλόλαος, δημιουργούν το σκηνικό του εργαστηρίου , όπου ο καλλιτέχνης εργάστηκε ακούραστα για πενήντα χρόνια .
Τα γυρίσματα μας συνεχίστηκαν σε διάφορες πόλεις της Γαλλίας όπου  η κάμερα μας συνάντησε το μεγαλύτερο και εντυπωσιακότερο γλυπτό του Φιλόλαου , το Υδραγωγείο , που στήθηκε στην περιοχή της Valence , στην πόλη Defense ο φακός κατέγραψε το εντυπωσιακό γλυπτό από ανοξείδωτο ατσάλι , με τις χαρακτηριστικές γραμμές , που ο ίδιος του  έδωσε το όνομα « Μηχανικό πουλί » , σε διάφορες περιοχές αποτύπωσε σιντριβάνια σε πρωτότυπες φόρμες , μεγάλες γλυπτές φρουτιέρες , δέντρα , φυτά , λουλούδια , που άλλα έχουν κατασκευαστεί από μέταλλο και άλλα από επεξεργασμένο τσιμέντο και που φανερώνουν τις επιδράσεις του από τον κονστρουκτιβισμό , τον κυβισμό , την γεωμετρική αφαίρεση , καταφέρνοντας να συγκεράσει όλες αυτές τις επιδράσεις με φόρμες παραδοσιακές , έτσι που τελικά να διαμορφώσει ένα δικό του τελείως προσωπικό ύφος στη γλυπτική .
Στο Saint Quentin en Yvelines , κοντά στο Παρίσι , ο Φιλόλαος διαμόρφωσε ένα πάρκο με δικά του γλυπτά , τις γκογκότες , φανταστικά ζώα που κατασκεύασε από επεξεργασμένο τσιμέντο και που τα παιδιά μπορούν να σκαρφαλώνουν πάνω τους και να παίζουν μαζί τους .
«
Ο κήπος με τις γκογκότες » όπως χαρακτηριστικά ονομάστηκε το πάρκο αυτό αποτελεί με την σειρά του μια μοναδική σύλληψη και δημιουργία , που με τον τρόπο της βγάζει την γλυπτική από τα όρια της σοβαρότητας και την περνάει στα μονοπάτια του χιουμοριστικού , του παιχνιδιάρικου και του φανταστικού . 
Στο Πήλιο , στον Άγιο Δημήτριο , σε ένα έξοχο σπίτι που κάποτε ήταν μπακάλικο και που διαμόρφωσε ο Φιλόλαος διατηρώντας την παραδοσιακή του φυσιογνωμία , θα συναντήσουμε τον καλλιτέχνη τα καλοκαίρια , γιατί - όπως ο ίδιος μας εξομολογείται - είναι ένα μεταναστευτικό πουλί , που όταν ανθίζουν οι καστανιές και τα κρινάκια του αγρού νοιώθει έντονα την ανάγκη να κατηφορίσει προς το νότο για να γευτεί την αρμύρα της θάλασσας και τις μυρωδιές του Αιγαίου . 
Άλλωστε τόσο στους διάφορους χώρους του σπιτιού όσο και στο μικρό εργαστήρι, που έχει φτιάξει με θέα στο πέλαγος , μπορούμε να ανακαλύψουμε μικρά γλυπτά και πίνακες κατασκευασμένους με τα γνωστά υλικά της τέχνης του αλλά και με ξυλάκια, βότσαλα , ρίζες και φλοιούς δέντρων που μάζεψε ο ίδιος από την παραλία – υλικά άχρηστα για τους άλλους  -  που όμως στα μαγικά χέρια του Φιλόλαου μεταμορφώνονται σε πραγματικά έργα τέχνης.   
Οι μέρες κοντά στον Φιλόλαο ήταν για μένα μάθημα ζωής . Ο ίδιος μαζί μου έλυσε την σιωπή του και με λέξεις σπασμένες από την αρρώστια , ακρωτηριασμένες και τραυματισμένες , κατάφερε να με ταξιδέψει στη Λάρισα των παιδικών του χρόνων , στο Παρίσι των σπουδών του , στη δεκαετία του ΄50 , στη γνωριμία του με την Μαρίνα , σε περιστατικά και γεγονότα που σημάδεψαν την καλλιτεχνική του πορεία . 
Κάθε φορά που μου μιλούσε έβλεπα στα γέρικα μάτια του την ίδια λάμψη , που στα χρόνια της νιότης του διέκρινε ο Jacque Laccariere - όταν έγραφε ότι ο Φιλόλαος έχει το βλέμμα του γερακιού  - το ίδιο πάθος για την ζωή , για την γλυπτική , για τον έρωτα , για όλα τα μικρά και ασήμαντα που , αν τα ανακαλύψουμε , δίνουν άλλη ουσία και νόημα στην καθημερινότητα μας. Πάνω από όλα όμως ο Φιλόλαος και η Μαρίνα , παρακολουθώντας την σχέση τους , με δίδαξαν την δύναμη της αγάπης , την αλήθεια του έρωτα και της τέχνης , το μεγαλείο της πίστης , την ανιδιοτέλεια της αφοσίωσης και τέλος – θα τολμούσα να έλεγα -  ένα βαθύτερο νόημα ζωής , που δεν ξέρω αν θα είχα καταφέρει μόνη μου να το ανακαλύψω . 
Σε ένα διάστημα δύο χρόνων περίπου η κάμερα μου κατέγραψε στιγμές από την ζωή τους , κομμάτια της καθημερινότητας τους , αποσπάσματα από ένα συμφωνικό έργο που , τόσα χρόνια τώρα , γράφουν οι ίδιοι στις παρτιτούρες της ζωής και της τέχνης και που δεν χρειάζεται παρά να αφουγκραστείς για να νοιώσεις την μαγική τους δύναμη . 
Σε αυτό το τόσο γοητευτικό ταξίδι με τον Φιλόλαο στην μνήμη , στον χρόνο και στην δημιουργία , οι παλιές οικογενειακές ταινίες σε Super 8mm , από την δεκαετία του ΄60 , που ανακάλυψε πρόσφατα η κόρη του , η Ιζαμπέλλα , παρατημένες σε ένα ντουλάπι στο πατρικό της Λάρισας και που συγκινημένη μου τις έστειλε αμέσως , αποτελούν πραγματικό ντοκουμέντο για την ταινία . 
Και αυτό γιατί μπροστά από τα μάτια του θεατή περνούν πλάνα με έντονη την φθορά του χρόνου , πλάνα που τράβηξε ο Φιλόλαος και ο αγαπημένος του αδερφός , ο διάσημος φωτογράφος Τάκης Τλούπας , και που αποτυπώνουν μοναδικές στιγμές από την ζωή , αποκαλύπτοντας την τρυφερότητα , την ευαισθησία και την δημιουργικότητα του ανθρώπου , που κατάφερε ακόμα και στα πιο ψυχρά υλικά της τέχνης του , όπως το ατσάλι και το τσιμέντο , να μεταγγίσει την θερμότητα της καρδιάς του .
Στο ντοκιμαντέρ που σκηνοθέτησα έδωσα τον τίτλο « Φιλό και Μαρίνα » γιατί η μεταξύ τους σχέση χάραξε βαθιά την ταινία και την έφερε σε δρόμους που , όταν ξεκίνησα τα γυρίσματα , δεν είχα φανταστεί .  
Ακόμα και τώρα που γράφω αυτό το σημείωμα πιστεύω ότι οι εικόνες έχουν την δική τους γλώσσα και μόνο με αυτές μπορώ να μιλήσω για αυτούς τους ανθρώπους . Για άλλη μια φορά οι λέξεις , μπροστά στον πλούτο των συναισθημάτων που αναδύονται από τις εικόνες , αποδεικνύονται πάμφτωχες. 
Καλλιόπη Λεγάκη

Φιλόλαος Τλούπας (1ο μέρος)



Στη Γαλλία τα χρόνια μετάξυ 1950 και 2010 έζησε ένας έλληνας γλύπτης, ο Φιλόλαος Τλούπας. Το υλικό το οποίο κυρίως χρησιμοποίησε ως πρώτη ύλη ήταν το μέταλλο και ειδικότερα το ανοξείδωτο ατσάλι. Στα χέρια του και με τις δικές του ιδέες το ανοξείδωτο ατσάλι εγκατέλειψε τα μηχανουργεία και τις βιομηχανίες και με τις μορφές, που ο Φιλόλαος Τλούπας του έδωσε, ομόρφηνε πολλά μέρη της Γαλλίας.

Σύντροφός του σε αυτό το ταξίδι υπήρξε η γυναίκα του Μαρίνα, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, την Ιζαμπέλ και το Γιώργο Τλούπα.

Οι σημαντικοί σταθμοί στη ζωή και στο έργο του Φιλόλαου είναι οι εξής:
1923: Γέννηση του Φιλόλαου στη Λάρισα.
1934: Ξεκινούν τα χρόνια της μαθητείας του σαν τεχνίτης κοντά στον μαραγκό πατέρα του και τον χαλκουργό παππού του.
1944: Εισάγεται στην Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Μαθητεύει κοντά στους γλύπτες Μιχάλη Τόμπρο και Αθανάσιο Απάρτη,  μαθητή του διάσημου Γάλλου γλύπτη Μπουρντέλ.
1950: Φεύγει με υποτροφία για σπουδές στη Γαλλία. Σπουδάζει στη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού και στο ατελιέ του μεγάλου καλλιτέχνη Μαρσέλ Ζιμόν.
1954: Πειραματίζεται με καινούργια υλικά,  κυρίως μόλυβδο και μέταλλο.
1956: Δέχεται την πρώτη παραγγελία,  ένα γλυπτό από γύψο για το καφέ « La Regence » και συνεργάζεται με τον γνωστό διακοσμητή Ζάκ Φιλασιέ.
1951–1967: Διδάσκει γλυπτική στη σχολή του Κλερό,  στην περιοχή Saint Remy Sevres,  προάστιο του Παρισιού . Δημιουργεί μικρά γλυπτά από πηλό που παριστάνουν τερατόμορφα,  παραμυθένια ζωάκια και τους δίνει το όνομα γκογκότες.
1958: Αγοράζει το κτήμα στο Saint Remy Sevres και σχεδιάζει και κατασκευάζει ο ίδιος το ατελιέ και το σπίτι του.
1959: Γνωριμία με τον αρχιτέκτονα Αντρέ Γκομίς και η πρώτη τους συνεργασία που είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργήσει ο Φιλόλαος το περίφημο γλυπτό σιντριβάνι στο σχολείο της περιοχής Βagneux.
Το ανοξείδωτο ατσάλι και το επεξεργασμένο σκυρόδεμα – πλυμένο τσιμέντο ή μπετόν λαβέ – κυριαρχούν στα έργα του.
1963–1971: Η συνεργασία με τον Αντρέ Γκομίς αυτήν την φορά σφραγίζεται από ένα έργο μεγαλόπρεπο και επιβλητικό, τη δημιουργία του Υδραγωγείου στη Valence.
1984: Του απονέμεται το μετάλλιο Πλαστικών Τεχνών από την Ακαδημία Αρχιτεκτονικής.
1986: Δημιουργία των γλυπτών στην παραλία του Βόλου.
1989: Δημιουργία σημαντικών γλυπτών στη Defense.
1991: Κατασκευάζει το Μνημείο της Αντίστασης στο Αλκαζάρ στη Λάρισα.
1992: Σε συνεργασία με τον αρχιτέκτονα Φρανσουά Πριέρ διαμορφώνει ένα πάρκο με γλυπτά σε προάστιο του Παρισιού.
1996: Δημιουργεί τον κήπο με τις γκογκότες στην περιοχή Saint Quentin en Yvelines.
1998: Δημιουργία γλυπτών στην είσοδο του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης,  στη Θεσσαλονίκη.
2005: Η Γαλλική κυβέρνηση τον τιμά για το σύνολο του έργου του και τον ανακηρύσσει Αξιωματικό του Τάγματος των Τεχνών και των Γραμμάτων.
19882007: Συμμετοχή σε πλήθος εκθέσεων στην Γαλλία,  στην Ελλάδα και σε διάφορες άλλες χώρες.Συγκεκριμένα εκθέσεις του διοργανώθηκαν στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Άνδρου και στο Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη. Αξίζει να σημειωθεί ότι η Εθνική Γλυπτοθήκη δεν έχει έργα του μεγάλου αυτού Έλληνα γλύπτη.
2010: Πεθαίνει και η κηδεία του γίνεται στο νεκροταφείο Περ Λασέζ του Παρισίου, ενώ την επομένη της κηδείας η τέφρα του σκορπίζεται στο κτήμα του στο Σαν Ρεμί λε Σεβρέζ. Εκεί βρίσκεται το σπίτι και το ατελιέ του, το οποίο κατασκεύασε μόνος του και έζησε τα τελευταία 50 χρόνια.






Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010

Ένα ποίημα

Αν δεν μπορείς να είσαι πεύκο στην κορυφή του λόφου,
χαμόδεντρο να γίνεις στην κοιλάδα – μα να γίνεις το πιο
όμορφο χαμόδεντρο στου ρυακιού την όχθη.
Γίνε ένας θάμνος, αν δεν μπορείς δέντρο να είσαι.
Κι αν δεν μπορείς να είσαι θάμνος, γίνε χλόη κι
ομόρφαινε τις παρυφές του δρόμου.
Αν δεν μπορείς να είσαι δρυς, γίνε μικρή φιλύρα – αλλά η
ομορφότερη κοντά στη λίμνη.
Να γίνουμε όλοι καπετάνιοι δεν μπορούμε, χρειάζεται και
πλήρωμα, έχει δουλειά για όλους, άφθονες δουλειές,  
μεγάλες και μικρές, και πρέπει ο καθένας μας ό,τι μπορεί
να κάνει.
Αν δεν μπορείς να είσαι ήλιος, γίνε αστέρι, από το
μέγεθος ούτε κερδίζεις, ούτε χάνεις – να είσαι ο
καλύτερος σ’ αυτό που είσαι.
                                                       Ντάγκλας Μάλλοχ


(Από ανάρτηση σε τάξη άγνωστου μαθητή Α’ Λυκείου, 2010-11)

Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2010

Μια ενδιαφέρουσα ομιλία για το μέλλον της Ελλάδας

Ομιλία του καθηγητή Ηλία Σταμπολιάδη στην Παλαιά Βουλή 24 Νοεμβρίου 2010.
Πηγή : http://www.taxalia.blogspot.com/, 26.11.2010

Αγαπητοί συμπολίτες, η Πατρίδα μας η Ελλάδα ευρίσκεται υπό κατοχή. Με αύξουσα επικινδυνότητα η κατοχή είναι οικονομική, πολιτική, εθνική και πνευματική.
  • Οικονομική κατοχή από τα ξένα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τις ντόπιες συντεχνίες, τον διεφθαρμένο συνδικαλισμό, τις ΔΕΚΟ και τα διαπλεκόμενα συμφέροντα.
  • Πολιτική κατοχή από το κατ’ επίφαση δημοκρατικό σύστημα που στην πράξη υποθάλπει μία...
    ανεξέλεγκτη κομματική δικτατορία με στρατιώτες της γραβάτας και του λευκού πουκάμισου, υποστηριζόμενη από τα επιστημονικώς καθοδηγούμενα μέσα μαζικής επιρροής ΜΜΕ.
  • Εθνική κατοχή από νεοταξικούς εθνομηδενιστές, υπηρέτες της παγκοσμιοποίησης, που οδηγούν το έθνος κράτος σε αλλοτρίωση και σε συρρίκνωση.
Πνευματική κατοχή από αμοραλιστές, διαφθορείς της πνευματικής και ψυχικής υγείας των πολιτών, υποβαθμιστές της παιδείας, εκμαυλιστές της νεολαίας και αρνητές κάθε φιλόπονης έννοιας αρετής.
Τα αίτια που μας οδήγησαν έως εδώ είναι πολλά. Αν και κατά περίπτωση έχουν αναλυθεί σε λεπτομέρεια, εντούτοις συγκαλύπτονται από σύγχυση που δημιουργούν ο καταιγισμός με άσχετες πληροφορίες, οι ποικίλες υστερόβουλες αναλύσεις και τα αντικρουόμενα συμπεράσματα εξεταστικών δήθεν επιτροπών που η κάθε μία παρουσιάζει διαφορετική άποψη για το ίδιο θέμα.
Τα γεγονότα ξεκίνησαν με τη μεταπολίτευση όταν πολλά αιτήματα για βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, ελευθερίας, μόρφωσης και υπαρξιακής ολοκλήρωσης έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης, διαστρέβλωσης των εννοιών και μετατροπής τους σε μηχανισμούς υποτέλειας και εξάρτησης.
Στην οικονομία τα αιτήματα βελτίωσης του επιπέδου ζωής δεν ικανοποιήθηκαν από την οικονομική ανάπτυξη σαν αποτέλεσμα βελτίωσης της παραγωγικότητας αλλά καλύφθηκαν από δανεισμό που σπαταλήθηκε στην ικανοποίηση ξενόφερτων καταναλωτικών συνηθειών και τρόπων διαβίωσης που προέβαλε το διεθνές εμπόριο και η πολιτιστική προπαγάνδα. Συγχρόνως ξεκίνησε ένα σύστημα επιδοτήσεων χωρίς τον απαιτούμενο έλεγχο για την επένδυση τους σε παραγωγικά συστήματα. Τα κομματικά ρουσφέτια αύξησαν υπέρμετρα τις προσλήψεις στον στενό και ευρύτερο δημόσιο τομέα ενώ επινοήθηκαν και επιβλήθηκαν δημοσιονομικές ανάγκες, επιβαρυμένες από το τη διαπλοκή και την κατάχρηση, που αύξησαν τις δαπάνες σε βαθμό μεγαλύτερο από αυτόν που δικαιολογούσε η παραγωγικότητα της χώρας και τα εξ αυτής έσοδα του κράτους. Τουναντίον, η πραγματική οικονομία συρρικνώθηκε, ενώ πολλές παραγωγικές βιομηχανικές μονάδες κοινωνικοποιήθηκαν με αποτέλεσμα να καταστούν ζημιογόνες υπό το βάρος της κομματικής τους διαχείρισης και τη λοιμική των συνδικαλιστικών αρπακτικών, που υποστήριζαν τις κομματικές ή και υστερόβουλες επιλογές σε βάρος των ίδιων των επιχειρήσεων. Σε όλα αυτά να προσθέσουμε τις διάφορες συντεχνιακές ομάδες που συντηρήθηκαν με ευνοϊκές για αυτές συνθήκες αδειοδότησης, λειτουργίας και φορολογικών ελαφρύνσεων εις βάρος των μισθωτών και συνταξιούχων.
Όλα αυτά έγιναν δυνατά με πολιτικές αποφάσεις και νομοθετικές ρυθμίσεις που διέλυσαν το κράτος και ενίσχυσαν τον κομματικό μηχανισμό. Εξαλείφθηκε κάθε έννοια αξιοκρατίας, ενώ η εξάρτηση, το ρουσφέτι και η συνδιαλλαγή έγιναν ο τρόπος επιβίωσης και κοινωνικής καταξίωσης. Η αρχοντιά του ελεύθερου παραγωγικού πολίτη που δημιουργεί επ’ ωφελεία του κοινωνικού συνόλου και καταξιώνεται μέσα από αυτό αντικαταστάθηκε από τη μιζέρια του διαπλεκόμενου, που όντας ανάξιος να παράγει, επιβιώνει εκμυζώντας από το δημόσιο τομέα και το κοινωνικό σύνολο. Ο αυθεντικός ζήλος για δημιουργία μετετράπηκε σε δουλικά αιτήματα δικαιωμάτων, πολλές φορές για πράγματα που δεν ανταποκρίνονται σε αντίστοιχα προσόντα.
Δυστυχώς το υπάρχον πολιτικό σύστημα με τις επιπρόσθετες απαξιωτικές ρυθμίσεις του Συντάγματος, που επέβαλε ο κομματικός μηχανισμός επέτρεπε στην εκάστοτε εξουσία να επηρεάζει τους ελεγκτικούς μηχανισμούς, ακόμη και αυτόν του Προέδρου της Δημοκρατίας, μετατρέποντας το πολίτευμα από προεδρευομένη σε πρωθυπουργική δημοκρατία. Η κομματική αντιπαράθεση δεν επέτρεψε τη λήψη μέτρων για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης και υγείας, της παραγωγικότητας του δημόσιου τομέα και της εξασφάλισης ενός λειτουργικού νομοθετικού πλαισίου. Έπρεπε να έλθουν οι δανειστές μας για να μας τα επιβάλλουν και μόνο τότε αρχίσαμε να τα διαφημίζουμε σαν αναγκαία. Τι ντροπή!
Για κάθε υπόθεση υπάρχουν αντικρουόμενοι νόμοι και νομοθετικές διατάξεις που έχουν μετατρέψει το νόμο σε ιστό αράχνης, που συγκρατεί μεν τα μικρά έντομα αλλά διαπερνάται από τα μεγάλα, με αποτέλεσμα την διατάραξη του κοινού περί δικαιοσύνης αισθήματος.
Λόγω της τραυματικής εμπειρίας της χούντας ήταν εύκολο να υποβαθμισθεί η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων και να γίνει έρμαιο στις εκάστοτε επιλογές της κομματικής εξουσίας. Το φιάσκο στα Ίμια, το Μακεδονικό, οι απαιτήσεις των Τούρκων στο Αιγαίο, το Κυπριακό , τα τεκταινόμενα στη Θράκη αλλά και το μεταναστευτικό δείχνουν ότι ο ρόλος του Στρατού στις εθνικές υποθέσεις και την κατάρτιση στρατηγικών σχεδίων πέραν των καθαρά επιχειρησιακών έχει έλθει σε δεύτερη μοίρα. Το θυσιαστικό παράδειγμα των Ελλήνων αξιωματικών αλλοιώθηκε στα μάτια του έθνους από τον πλουτισμό των πολιτικών που τους έχουν υποσκελίσει. Η έννοια της πατρίδας ως νοηματική προϋπόθεση υπαρξιακής ολοκλήρωσης έχει μετατραπεί σε έννοια συνόλου ανθρώπων με κοινά συμφέροντα που μπορεί κανείς να την επιλέγει κατά το δοκούν. Η ηγεσία μας , πιστή στο νεοταξικό δόγμα του εθνομηδενισμού, της αυτοκατάργησής της και της δημιουργίας μιας παγκόσμιας κυβέρνησης, οδηγεί το έθνος κράτος προς εξαφάνιση.
Η χειρότερη όμως μορφή κατοχής, που απειλεί την υπαρξιακή μας συνείδηση , θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα μας και αμφισβητεί τη διατήρηση των χαρακτηριστικών και των ιδιαιτεροτήτων του έθνους και της φυλής μας, είναι η πολιτιστική κατοχή. Επιβάλλεται με την κατάργηση του γλωσσικού μας πλούτου, την παραποίηση της ιστορίας, την αλλοίωση της κοσμοθεωρίας και της θρησκευτικής μας παράδοσης με την ανεξέλεγκτη εισροή λαθρομεταναστών και την προπαγάνδα αλλά κυρίως με την απαξίωση των αρετών. Αυτά δηλαδή που μέχρι τώρα συνέβαλαν και συμβάλουν στην διατήρηση της εθνικής μας συνείδησης για δύο χιλιάδες χρόνια υπό τον ζυγό πρώτα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, που την μετατρέψαμε σε Ελληνική και μετά της Οθωμανικής, από την οποία απελευθερωθήκαμε με την Εθνική Επανάσταση του 1821.
Σήμερα οι λέξεις έχουν χάσει το νόημα τους και η υποκρισία, η υστεροβουλία, το ψέμα, η αυθάδεια και η αδιαντροπιά χαρακτηρίζουν όχι μόνο τις σχέσεις των πολιτών αλλά δυστυχώς και το δημόσιο λόγο των ‘αρχόντων’ που θυσιάζουν την αλήθεια στο βωμό της αρχομανίας και τη συγκαλύπτουν τα επιστημονικά οργανωμένα μέσα μαζικής επιρροής. Η πασιφανής υποβάθμιση της παιδείας και ο εκμαυλισμός των νέων σε αυτό αποσκοπεί, στον αποπροσανατολισμό τους και τη μείωση των αντιστάσεων του έθνους μπροστά στον μεθοδευόμενο μηδενισμό του. Το έχει μας αντικατέστησε το είναι μας και η έννοια της ελευθερίας έχασε το συστατικό της υποχρέωσης προς τον άλλο και αναγνωρίζει μόνο δικαιώματα που δεν προέρχονται από εκπλήρωση αντίστοιχων υποχρεώσεων. Η υφιστάμενη αλλοίωση στην κρίση των πολιτών και της νεολαίας φαίνεται στα ευτελή αιτήματα των καταλήψεων των σχολείων και των πανεπιστήμιων καθώς και στην ανακόλουθη ένταση των κινητοποιήσεων τους. Για ένα ατυχές και θλιβερό γεγονός, το οποίο προφανώς δεν ήταν προκατασκευασμένο από τον κρατικό μηχανισμό κάηκε η μισή Αθήνα το Δεκέμβριο του 2008 ενώ για τη συντελούμενη προδοσία με την υπογραφή του μνημονίου και της δανειακής σύμβασης που θέτει απαράδεκτους όρους υποθήκευσης εθνικών συμφερόντων δεν κινείται τίποτε.
Με μεγάλη έκπληξη και απορία παρακολουθούμε τις ημέρες μας τον Πρωθυπουργό, τους Υπουργούς, τα κυβερνητικά στελέχη και τα μέσα μαζικής επιρροής να προσπαθούν με σοβαρό και υπεύθυνο ύφος, με περισσή αλαζονεία και ξεδιάντροπη αυτοπεποίθηση να πείσουν και εμάς ότι το μνημόνιο και η υποθήκευση της χώρας με τη δανειακή σύμβαση αποτελούν τη μόνη λύση για να βγούμε από την κρίση. Η υποκρισία και το ψέμα έφτασε στο σημείο να παραχαράσσουν ακόμη και τη λαϊκή ετυμηγορία για να μας εξαπατήσουν, ότι τάχα ο λαός αποδέχεται τα δύσκολα μεν αλλά αναγκαία μέτρα που οι τοκογλύφοι μέσω της κυβέρνησης του έχουν επιβάλει.
Η ανικανότητα του πολιτικού συστήματος να ανανεώνεται δίνοντας ευκαιρία στο να φανεί και να εκφραστεί η ψήφος διαμαρτυρίας ανάγκασε το λαό σε μία συνειδητή αποχή 35% και λευκά με άκυρα 10%. Το υπόλοιπο 55% το λογάριασαν σαν 100% και από αυτό τα μεγάλα κόμματα έλαβαν το καθένα το 33% περίπου που αντιστοιχεί μόλις στο 33%Χ55%= 18% του εκλεκτορικού σώματος. Μία πενιχρή μειοψηφία που εντούτοις όχι μόνο απαιτεί να κυβερνά δικτατορικά, καταπατώντας τη δημοκρατική αρχή σύμφωνα με την οποία η πλειοψηφία κυβερνά και η μειοψηφία ελέγχει, αλλά δίχως ντροπή να κομπάζει και για την εικονική επιτυχία της.
Το δράμα συνίσταται στο ότι οι άνθρωποι που οι ίδιοι συμμετείχαν στην παρανομία και οδήγησαν τη χώρα σε κρίση ή ακόμη είναι φορείς της νοοτροπίας εκείνων που το έκαναν, έχουν το θράσος να παρουσιάζονται ως οι πλέον σοβαροί και υπεύθυνοι για να οδηγήσουν τη χώρα στη σωτηρία. Με ψηφοθηρικούς σκοπούς καταχρέωσαν τη χώρα, όχι για να κάνουν αναπτυξιακά έργα, αλλά για να ανεβάσουν το βιοτικό επίπεδο σε εικονικά ύψη που δεν ανταποκρίνονταν στην παραγωγικότητα της χώρας την οποία αποβιομηχάνισαν αυξάνοντας συνεχώς το έλλειμμα του εξωτερικού ισοζυγίου πληρωμών. Το ένα δάνειο ακολουθούσε για να πληρώσει τους τόκους και τα τοκοχρεολύσια του προηγουμένου με συνεχώς αυξανόμενα επιτόκια. Σαν να μην έφθανε αυτό απαρνήθηκαν τη δυνατότητα έκδοσης χρήματος μεταπίπτοντας από τη δραχμή στο ευρώ πράγμα που μας αναγκάζει να δανειζόμαστε τα χρήματα που χρειάζονται για τη δημοσιονομική πολιτική τα οποία πριν τα τυπώναμε μόνοι μας ρυθμίζοντας την ισοτιμία του νομίσματος και διατηρώντας τα εξαγώγιμα προϊόντα και τον τουρισμό μας ανταγωνιστικά.
Προφανώς τα μέτρα που θα ληφθούν στο μέλλον θα είναι χειρότερα των ήδη ληφθέντων και το βιοτικό μας επίπεδο θα κατέβει αναγκαστικά μέχρι να εξισορροπηθεί με την παραγωγικότητα μας, πράγμα που το κρύβουν τεχνηέντως. Η πτώχευση του λαού αν όχι και του κράτους θα είναι επακόλουθο των αδυσώπητων κανόνων της οικονομίας και του ανταγωνισμού που έχει επιβάλει το ανελέητο αγγλοσαξονικό σύστημα της μεγιστοποίησης του κέρδους του Adam Smith ενάντια στο πνεύμα αλληλεγγύης και σεισάχθειας που διέπνεαν τη νομοθεσία του Σόλωνα που εφαρμόσθηκε στην αρχαία Αθήνα και την έσωσε από αναλογικά παρόμοια αν όχι ίδια οικονομική κρίση. Σήμερα η λύση θα προέλθει από τις ακόλουθες παραδοχές και μέτρα.
Αναγκαστικά το βιοτικό επίπεδο θα πέσει στο επίπεδο της παραγωγής.
  • Θα πρέπει να υπάρξει κοινωνική αλληλεγγύη ώστε τα βάρη να καταμεριστούν δίκαια και ανάλογα με τα οφέλη που εισπράχθηκαν τα χρόνια της κραιπάλης των κρατούντων που θα πρέπει να πληρώσουν για τη ζημιά με τις οικογενειακές τους περιουσίες και όχι με το να τους ταΐζουμε στη φυλακή.
  • Να επικαλεσθούμε «κατάσταση ανάγκης» ώστε να πετύχουμε παύση πληρωμών και επαναπροσδιορισμό του χρέους με όρους του ευνοϊκότερου δανεισμού αρνούμενοι τους επαχθείς τοκογλυφικούς όρους που μας έχουν επιβάλλει.
  • Να επιστρέψουμε στη δραχμή επιβάλλοντας μία υποτίμηση της γύρω στα 30% έναντι της ονομαστικής ισοτιμίας των 340,75 δρχ/€ για να ευνοήσουμε τις εξαγωγές. Εάν δεν επικαλεσθούμε κατάσταση ανάγκης και δεν επαναπροσδιορίσουμε το χρέος η δραχμή θα καταρρακωθεί στη σχέση 1700 δρχ/€, που υπολογίζεται θεωρητικά ότι την έχει φθάσει η ασυδοσία της οικονομικής διαχείρισης από την ένταξη μας στην ΟΝΕ και μετά. Ήδη η ανάγκη δημιουργίας ενός μαλακού νομίσματος για τις Νότιες χώρες της Ευρώπης συζητείται σοβαρά μεταξύ της καγκελαρίου Άγγελα Μέρκελ και του προέδρου Νικολά Σαρκοζί. Το ερώτημα είναι γιατί αυτό το μαλακό νόμισμα να το εκδίδουν αυτοί για εμάς και όχι εμείς οι ίδιοι διατηρώντας την οικονομική μας ελευθερία και εθνική ανεξαρτησία;
  • Να δοθούν αναπτυξιακά κίνητρα για τη αύξηση της παραγωγικότητας.
  • Να εξασφαλισθούν όροι για την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων και του τουρισμού μας που δεν μπορούν να εξασφαλιστούν με το ευρώ και χρειάζονται το δικό μας νόμισμα.
  • Να σταματήσουν οι σπατάλες του κράτους με τους υπεράριθμους και μεγαλόμισθους των ΔΕΚΟ, να σταματήσει η διαφθορά στους δημόσιους οργανισμούς, τις δημόσιες και δημοτικές επιχειρήσεις. Ήδη το απαιτούν οι δανειστές μας, εμείς όμως έπρεπε να μη το είχαμε καν αφήσει να συμβεί.
  • Να γίνει αναδιάρθρωση της εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες , να διατηρηθεί η γλώσσα μας, η εθνική μα ς συνείδηση και να καλλιεργηθούν οι έννοιες της συναλληλίας και της αρετής.
  • Τέλος να επαναπροσδιοριστεί η μεταναστευτική μας πολιτική που στερεί θέσεις εργασίας από τον εντόπιο πληθυσμό, επιβαρύνει δυσανάλογα το σύστημα υγείας και ασφάλισης, διαρρέει συνάλλαγμα στο εξωτερικό, διαταράσσει την κοινωνική συνοχή και αλλοιώνει την πολιτιστική, κοινωνική, γλωσσική και εθνική μας ταυτότητα.
Εάν η Δύση θέλει να μας συμπαρασταθεί, εξασφαλίζοντας την αποπληρωμή των νόμιμων και δίκαιων υποχρεώσεων μας προς τους δανειστές μας και τη συνέχιση της συνεργασίας μας στα πλαίσια της Ε.Ε., σαν ισότιμο και οικονομικά ελεύθερο κράτος θα πρέπει ίσως να αναθεωρήσει τη στάση της και,
Να μας προσφέρει τεχνογνωσία και χρηματοδότηση για την ανάπτυξη των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας, με τα επακόλουθα και για αυτούς νόμιμα οφέλη.
Να μας επιστρέψουν τη Γερμανική αποζημίωση για την καταστροφή της τεχνοοικονομικής μας υποδομής κατά τον Β παγκόσμιο πόλεμο.
Σίγουρα θα το εκτιμήσουμε και θα αισθανθούμε ισότιμα μέλη της Ε.Ε. Δεν μπορεί να θεωρηθεί η συνύπαρξη διαφορετικών λαών στην Ευρώπη όσο και αν ο Ελληνοκεντρικός πολιτισμός τους ενώνει, όταν ο κάθε λαός προσπαθεί να μεγιστοποιήσει το δικό του κέρδος, να διευρύνει τη δική του γεωπολιτική επιρροή και να διασφαλίσει τα δικά του σύνορα εντάσσοντας τους άλλους ως υποτελείς στη δική του σφαίρα επιρροής.
Συμπατριώτες, το πράγμα έχει ωριμάσει από καιρό και οι συνέπειες του είναι ήδη ορατές. Κάτι πρέπει να γίνει εδώ και τώρα με ελεγχόμενο τρόπο πριν η ροή των εξελίξεων μας φέρει σε νέες ανεξέλεγκτες εθνικές περιπέτειες μπροστά στις οποίες η υφιστάμενη δυσκολία των οικονομικών μέτρων φαίνεται ασήμαντη. Το μέγα πρόβλημα είναι το ίδιο το πολιτικό σύστημα που αναπαράγει τους ίδιους ανθρώπους και την ίδια νοοτροπία της εξουσιαστικής συναλλαγής, με παράδειγμα την ίδρυση του νέου κόμματος της κυρίας Μπακογιάννη. Τα αιτήματα στις κινητοποιήσεις δεν πρέπει να είναι μόνο κατά των εν μέρει αναγκαίων, εδώ που φτάσαμε, και κοινωνικά άδικων οικονομικών μέτρων, αλλά κατά του σχεδιαζόμενου εθνομηδενισμού. Μας οδηγούν χρεοκοπημένους σε ένα μελετημένο τραπέζι διαπραγματεύσεων όπου θα παιχθούν πολλά και σημαντικά εθνικά θέματα.
Η πρόταση μας είναι η κατάργηση της υφιστάμενης κομματικής δικτατορίας. Να γίνει ανασχεδιασμός του πολιτικού συστήματος έτσι ώστε να εξασφαλίζεται αμεσότερη δημοκρατία και να υπάρχουν ελεγκτικοί μηχανισμοί που να μην εξαρτώνται από την εκάστοτε εξουσία αλλά να εκλέγονται κατευθείαν από το λαό. Σαν παράδειγμα θα μπορούσε κανείς να αναφέρει :
 
  • Την άμεση μείωση του αριθμού των Βουλευτών.
  • Οι εκλογικές λίστες των υποψηφίων, κατά περιφέρεια, να μην καταρτίζονται από τους αρχηγούς των κομμάτων αλλά από θεσμοθετημένα όργανα αξιολόγησης τους.
  • Τη δημιουργία Γερουσίας και Προεδρίας της Δημοκρατίας που να εκλέγονται από τον λαό με αυξημένες αρμοδιότητες κυρίως σε εθνικά θέματα και στον έλεγχο του στρατού.
  • Τη δημιουργία ελεγκτικών μηχανισμών υπό τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας που να αποδίδει ευθύνες για την κακοδιαχείριση των εθνικών και δημοσίων θεμάτων.
  • Την σύσταση Συντακτικής Εθνοσυνέλευσης που να καθορίσει το νέο σύνταγμα.
Πιστεύουμε ότι στο έθνος μας υπάρχουν άνθρωποι με τις απαραίτητες γνώσεις, την εμπειρία, τις δημιουργικές ικανότητες και κυρίως το απαραίτητο ήθος και τον ανάλογο οραματισμό, ακόμη και μέσα στα σημερινά κόμματα, για να θεσμοθετήσουν ένα νέο καταστατικό χάρτη. Αυτούς καλούμε να βοηθήσουν στην αναγέννηση του έθνους και τη σωτηρία του όχι τόσο από την οικονομική κατοχή αλλά από την μεθοδευμένα επερχόμενη αλλοίωση και συρρίκνωση του.
 
Ηλίας Σταμπολιάδης
Καθηγητής
Πολυτεχνείο Κρήτης