Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2012

Ένας στους δέκα

 

Είναι τρομερό να φαντασθούμε για μια στιγμή τον εαυτό μας, απομακρυσμένα από όλους τους άλλους ανθρώπους, χωρίς καμιά δυνατότητα επαφής και συναντήσεως, με άρρωστο και συνεχώς φθειρόμενο κορμί και επί πλέον συνοδευμένο με την μόνιμη καταφρόνια ότι η αρρώστια που έχουμε αποτελεί τιμωρία για την αμαρτωλή ζωή μας. Και ξαφνικά κάποιος μας πλησιάζει αψηφώντας τους κινδύνους, καταπατώντας τις επικρατούσες κοινωνικές προκαταλήψεις, δείχνοντας άφοβα και απεριόριστα την αγάπη του. Δεν θα αισθανθούμε άπειρη ευγνωμοσύνη γι’ αυτόν;

Μία τέτοια περίπτωση δέκα τραγικών ασθενών μας παρουσιάζει η διήγηση του ευαγγελιστή Λουκά για τη θεραπεία των δέκα λεπρών, τους οποίους άγγισε η σωστική χάρη και η θεραπευτική δύναμη του Χριστού. Η αγάπη του Θεού που ενσαρκώνει μέσα στον κόσμο και αποκαλύπτει με την ζωή και τον θάνατό του ο Χριστός δεν περιορίζεται στους ολίγους, στους εκλεκτούς, στους δικούς του. Εκτείνεται σ’ όλους, ακόμη ή μάλλον ιδιαίτερα σ’ αυτούς που οι «σοβαροί» και «ευσεβείς» άνθρωποι θεωρούν μολυσμένους, πεσμένους στο βούρκο, αμαρτωλούς. Δεν γνωρίζει όρια κοινωνικά, πολιτικά ή θρησκευτικά. Εκδηλώνεται κατά την διήγησή μας σε δέκα ανθρώπους που τους ένωσε ο πόνος της μολυσματικής αρρώστιας, μολονότι ο ένας απ’ αυτούς ήταν Σαμαρείτης.

Κι όμως αυτού του τελευταίου η στάση είναι που κάνει εντύπωση και υπογραμμίζεται από τον ευαγγελιστή. Οι εννέα θεραπευμένοι, πλημμυρισμένοι από την χαρά της υγείας και της συναντήσεως με τους συγγενείς και φίλους, βλέποντας δυνατό και καθαρό το σώμα τους, ξέχασαν να εκφράσουν την ευγνωμοσύνη τους στον ευεργέτη Χριστό -τυπικό παράδειγμα των ανθρώπων που επικαλούνται τον Θεό στην θλίψη και τον πόνο αλλά τον παραθεωρούν στην χαρά, που νομίζουν ότι ο Θεός είναι το τελευταίο καταφύγιο στην ασθένεια όταν εξαντληθούν όλες οι άλλες ανθρώπινες δυνάμεις και όχι ο πρώτος φίλος στην υγεία και στην χαρά.

Ασφαλώς οι εναγώνιες κραυγές βοήθειας που απευθύνονται στον Θεό είναι περισσότερες από τις προσευχές ευχαριστίας και ευγνωμοσύνης!

Πολλά πράγματα τα θεωρούμε αυτονόητα μέσα στη ζωή, χωρίς να αισθανόμαστε την ανάγκη να ευχαριστήσουμε κανένα για τις καθημερινές δωρεές. Η αυτοτέλεια και η αυτοπεποίθηση δεν αφήνουν περιθώρια ευγνωμοσύνης προς τον ευεργέτη Θεό. Τα χείλη μας δύσκολα κινούνται για να πουν ένα ευχαριστώ, ενώ πολύ εύκολα, σχεδόν αυθόρμητα, απευθύνουν κραυγές και επικλήσεις βοήθειας στον καιρό της ανάγκης. Και εδώ συμβαίνει το εξής χαρακτηριστικό: Όταν περάσει η ανάγκη, όχι μόνο ξεχνούμε την στιγμή της αδυναμίας ή ντρεπόμαστε γι’ αυτή, αλλά προσπαθούμε με εκδηλώσεις λεονταρισμού ή αυτοπεποιθήσεως να ισοσταθμίσουμε την επιδειχθείσα αδυναμία.

Η στάση αυτή είναι καθαρά ανθρώπινη και δείχνει την παγίδευσή μας μέσα στα οχυρωματικά έργα του εγωιστικά σκεπτόμενου εαυτού μας. Κι όμως η λυτρωτική αγάπη του Θεού μας περιβάλλει καθημερινά. Ο σταυρός του Χριστού δεν σημαίνει μόνο το αποκορύφωμα μιας σειράς σωστικών ενεργειών που έχανε ο Θεός για τα πλάσματά του αλλά είναι η αρχή ατέλειωτων δωρεών που πλημμυρίζουν την ανθρωπότητα. Η σπουδαιότερη δε απ’ αυτές συνίσταται στην κατανίκηση του φόβου του θανάτου και στην άνθηση της ελπίδας της αναστάσεως. Όταν η οσμή του θανάτου απειλεί να μεταβάλει τα πάντα σ’ ένα νεκροταφείο γύρω μας, δεν αποτελεί λόγο ευγνωμοσύνης προς τον Θεό η ανατολή της ελπίδας για μια καινούργια ζωή, χωρίς πόνο, χωρίς θλίψη, χωρίς τρόμο θανάτου; Το κλείσιμο στον εαυτό μας, η φαρισαϊκή αυτάρκεια, η φαινομενικά δυναμική αυτοπεποίθηση, φέρουν την σφραγίδα της απειλής του θανάτου. Το άνοιγμα της καρδίας μας στον Θεό είναι η απάντησή μας στις άπειρες δωρεές του Θεού, στο δώρο της ζωής που γενναιόδωρα μας προσφέρει, είναι το μεγάλο ευχαριστώ. Ένα ευχαριστώ ευγνωμοσύνης που θα συνοδεύεται ασφαλώς από συμπεριφορά αντάξια της θείας δωρεάς.

(Ι. Δ. Καραβιδόπουλου, Ομοτ. Καθηγητού Παν/μίου, «Οδός ελπίδας», εκδ. Ι.Μητρ. Αττικής)

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

Δευτέρα 2 Ιανουαρίου 2012

…πρὶν τὸ βέλος τοῦ χρόνου σφυρίξει…

Του Αλέξανδρου Σμέμαν* (1921-1983)

Εἶναι παλιὸ τὸ ἔθιµο: τὴν παραµονὴ τοῦ Νέου Ἔτους, ὅταν τὸ ρολόι κτυπήσει µεσάνυχτα, σκεφτόµαστε τὶς ἐπιθυµίες µας γιὰ τὸ νέο ἔτος καὶ προσπαθοῦµε νὰ εἰσέλθουµε στὸ ἄγνωστο µέλλον µ’ ἕνα ὄνειρο, προσδοκώντας ταυτόχρονα τὴν ἐκπλήρωση κάποιας ἀγαπητῆς µας ἐπιθυµίας.

Σήµερα, γιὰ ἄλλη µιὰ φορὰ βρισκόµαστε µπροστὰ σ’ ἕνα νέο ἔτος. Τί ἐπιθυµοῦµε γιὰ τοὺς ἴδιους, γιὰ τοὺς ἄλλους, γιὰ τὸν καθένα; Ποιὸ εἶναι τὸ τέλος ὅλων µας τῶν ἐλπίδων; Ἡ ἀπάντηση εἶναι µονίµως ἡ ἴδια αἰώνια λέξη: εὐτυχία. Εὐτυχὲς τὸ Νέο Ἔτος! Εὐτυχία γιὰ τὸ Νέο Ἔτος! Ἡ ἰδιαίτερη εὐτυχία ποὺ ἐπιθυµοῦµε εἶναι φυσικὰ διαφορετικὴ καὶ προσωπικὴ γιὰ τὸν καθένα, ἀλλὰ ὅλοι µας µετέχουµε στὴν κοινὴ πίστη πὼς αὐτὸ τὸ ἔτος ἡ εὐτυχία θὰ µᾶς πλησιάσει, πὼς µποροῦµε νὰ ἐλπίσουµε σ’ αὐτὴ µὲ προσδοκία.

Πότε ὅµως εἶναι κάποιος ἀληθινὰ εὐτυχισµένος; Μετὰ ἀπὸ αἰῶνες ἐµπειρίας καὶ γνώσης σχετικὰ µὲ τὸν ἄνθρωπο, δὲν µποροῦµε πλέον νὰ ἐξισώσουµε τὴν εὐτυχία µὲ ὁποιοδήποτε ἐξωτερικὸ γνώρισµα, π.χ. χρήµατα, ὑγεία, ἐπιτυχία κλπ. Γνωρίζουµε πὼς τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτὰ δὲν ἀνταποκρίνεται πλήρως σ’ αὐτὴ τὴ µυστηριώδη καὶ πάντοτε φευγαλέα ἔννοια τῆς εὐτυχίας. Εἶναι σαφὲς πὼς ἡ φυσικὴ ἄνεση φέρνει εὐτυχία, ἀλλὰ καὶ ἄγχος. Ἡ ἐπιτυχία φέρνει εὐτυχία, ἀλλὰ καὶ φόβο. Εἶναι ἐκπληκτικὸ πὼς ὅσο περισσότερη ἐξωτερικὴ εὐτυχία διαθέτουµε, τόσο περισσότερο εὔθραυστη γίνεται καὶ πιὸ ἀτίθασος ὁ φόβος πὼς θὰ τὴ χάσουµε καὶ θὰ µείνουµε µὲ ἄδεια χέρια. Πιθανῶς αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ εὐχόµαστε ὁ ἕνας στὸν ἄλλο «µία νέα εὐτυχία» γιὰ τὸ Νέο Ἔτος. Ἡ «παλιὰ» εὐτυχία ποτὲ δὲν πραγµατοποιήθηκε, κάτι πάντοτε ἔλειπε. Τώρα ὅµως ἀτενίζουµε ξανὰ µπροστὰ µας µὲ µία εὐχή, ἕνα ὄνειρο, µία ἐλπίδα...

Χριστὲ καὶ Παναγία! Τὸ εὐαγγέλιο πρὶν ἀπὸ πάρα πολὺ καιρὸ εἶχε καταγράψει τὴν ἱστορία ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ πλούτισε, ἔκτισε καινούριες ἀποθῆκες γιὰ νὰ ἀποθηκεύσει τὰ ἀγαθά του, καὶ ἀποφάσισε πὼς πλέον εἶχε ὅλα τὰ ἀναγκαῖα ποὺ ἐγγυῶντο τὴν εὐτυχία του! Εἶχε ἄνεση καὶ µέσα. Ἐκείνη ὅµως τὴ νύχτα ἄκουσε: «ἄφρων, ταύτη τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σου, ἃ δὲ ἠτοίµασας τίνι ἔσται;» (Λουκ. 12, 20).

Ἡ σταδιακὴ συνειδητοποίηση ὅτι τίποτε δὲν µπορεῖ νὰ κρατηθεῖ, πὼς µπροστὰ µας βρίσκεται ὁ ἀναπόφευκτος θάνατος καὶ ἡ φθορά, εἶναι τὸ δηλητήριο ποὺ δηλητηριάζει τὴ µικρὴ καὶ περιορισµένη εὐτυχία ποὺ διαθέτουµε. Αὐτὸς εἶναι σίγουρα καὶ ὁ λόγος γιὰ τὴ συνήθεια ποὺ ἔχουµε νὰ κάνουµε τέτοιο σαµατὰ καὶ θόρυβο, φωνάζοντας καὶ γελώντας, καθὼς τὸ ρολόι κτυπάει δώδεκα τὴν παραµονὴ τοῦ Νέου Ἔτους. Φοβούµαστε νὰ µείνουµε µόνοι καὶ σιωπηλοί, καθὼς τὸ ρολόι κτυπάει σὰν τὴν ἀνελέητη φωνὴ τῆς µοίρας: πρῶτο κτύπηµα, δεύτερο, τρίτο καὶ συνεχίζει, τόσο ἀδυσώπητα, ὁµοιόµορφα, τόσο τροµακτικὰ µέχρι τέλους. Τίποτε δὲν µπορεῖ νὰ τὸ ἀλλάξει, τίποτε νὰ τὸ σταµατήσει.

Ἔτσι ἔχουµε δύο πολὺ βαθεῖς καὶ ἀκατάλυτους ἄξονες τῆς ἀνθρώπινης συνείδησης: φόβος καὶ εὐτυχία, ἐφιάλτης καὶ ὄνειρο. Ἡ καινούρια εὐτυχία ποὺ ὀνειρευόµαστε τὴν παραµονὴ τοῦ Νέου Ἔτους θὰ µπορέσει τελικὰ νὰ ἠρεµήσει, νὰ σκορπίσει καὶ νὰ κατανικήσει τὸ φόβο; Ὀνειρευόµαστε µιὰ εὐτυχία στὴν ὁποία νὰ µὴν παραµονεύει ὁ φόβος βαθιὰ µέσα της, ἕνας φόβος ἀπὸ τὸν ὁποῖο προσπαθοῦµε πάντοτε νὰ προφυλαχθοῦµε, πίνοντας, ἢ µὲ τὸ νὰ εἴµαστε συνεχῶς ἀπασχοληµένοι, περιβαλλόµενοι ἀπὸ θόρυβο. Ἡ σιγὴ ὅµως αὐτοῦ τοῦ φόβου εἶναι ἰσχυρότερη ἀπὸ κάθε ἄλλο θόρυβο. «Ἄφρων»! Μάλιστα, τὸ ἀθάνατο ὄνειρο τῆς εὐτυχίας εἶναι ἐκ φύσεως ἀνόητο σ’ ἕναν κόσµο µολυσµένο ἀπὸ φόβο καὶ τὸ θάνατο.

Ἀκόµη καὶ στὶς ἀνώτερες στιγµὲς τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισµοῦ, οἱ ἄνθρωποι τὸ γνωρίζουν καλά. Μποροῦµε νὰ νιώσουµε τὴ θλίψη καὶ τὴ θλιβερὴ ἀλήθεια πίσω ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ µεγάλου ποιητῆ Ἀλέξανδρου Πούσκιν, ποὺ τόσο πολὺ ἀγαποῦσε τὴ ζωή, ὅταν ἔγραφε: «Δὲν ὑπάρχει εὐτυχία στὸν κόσµο». Ὄντως, µία βαθιὰ θλίψη διαπερνᾶ κάθε γνήσια τέχνη. Μόνο χαµηλά, στὸν πάτο τοῦ ἀνθρώπινου πολιτισµοῦ, τὰ πλήθη ξετρελαίνονται µὲ τὸ θόρυβο καὶ τὶς φωνές, ὡς ἐὰν ὁ θόρυβος καὶ τὰ θορυβώδη πάρτυ θὰ µποροῦσαν νὰ φέρουν τὴν εὐτυχία.

«Ἐν αὐτῷ ζωὴ ἦν, καὶ ἡ ζωὴ ἦν τὸ φῶς τῶν ἀνθρώπων, καὶ τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτίᾳ φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν» (Ἰωαν. 1,4-5). Αὐτὸ ποὺ ὑπονοεῖ αὐτὴ ἡ φράση εἶναι πὼς τὸ φῶς δὲν µπορεῖ νὰ καταποθεῖ ἀπὸ τὸν φόβο καὶ τὸ ἄγχος, δὲν µπορεῖ νὰ σκορπισθεῖ ἀπὸ τὴ λύπη καὶ τὴν ἀπελπισία. Νὰ µποροῦσαν οἱ ἄνθρωποι, σ’ αὐτή, σ’ αὐτὴ τὴ µάταιη δίψα γιὰ στιγµιαία εὐτυχία, νὰ ἔβρισκαν µέσα τους τὴ δύναµη νὰ σταµατήσουν, νὰ σκεφτοῦν, νὰ ἀτενίσουν τὰ βάθη τῆς ζωῆς! Νὰ µποροῦσαν νὰ ἀκούσουν τὰ λόγια, τὴ φωνὴ ποὺ τοὺς καλεῖ αἰώνια µέσα σ’ αὐτὰ τὰ βάθη. Ἂς γνώριζαν µόνο τί εἶναι ἀληθινὴ εὐτυχία. «Τὴν χαρὰν ὑµῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ’ ὑµῶν» (Ἰωαν. 16, 22). Δὲν εἶναι αὐτὸ ποὺ ὀνειρευόµαστε ὅταν τὸ ρολόι κτυπήσει µεσάνυκτα; Τὴ χαρὰ ποὺ κανεὶς δὲν µπορεῖ νὰ ἀφαιρέσει. Πόσο σπάνια ὅµως φτάνουµε σὲ τέτοια βάθη! Πόσο τὰ φοβόµαστε γιὰ κάποιο λόγο καὶ τὰ παραµερίζουµε: «Ὄχι σήµερα, ἀλλὰ αὔριο, ἢ µεθαύριο, θὰ στρέψω τὴν προσοχὴ στὰ οὐσιώδη καὶ αἰώνια, µόνο, ὄχι σήµερα. ὑπάρχει καιρός».

Ὁ καιρὸς ὅµως στὴν πραγµατικότητα εἶναι τόσο λίγος. Μόνο στιγµὲς περνοῦν πρὶν τὸ βέλος τοῦ χρόνου σφυρίξει πετώντας πρὸς τὸ µοιραῖο στόχο. Γιατί καθυστεροῦµε; Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἐδῶ, ἀνάµεσά µας, δίπλα µας, στέκεται Κάποιος: «ἰδοὺ ἔστηκα ἐπὶ τὴν θύραν καὶ κρούω» (Ἀποκ. 3, 20). Ἂν µόνο παραµερίζαµε τὸ φόβο µας καὶ Τὸν κοιτάζαµε, θὰ βλέπαµε ἕνα τέτοιο, µία τέτοια χαρά, καὶ µία τέτοια περίσσεια ζωῆς, ποὺ σίγουρα θὰ καταλαβαίναµε τὸ νόηµα αὐτῆς τῆς φευγαλέας καὶ µυστηριώδους λέξης «εὐτυχία».

Ο πρωτοπρεσβύτερος Αλέξανδρος Σμέμαν γεννήθηκε το 1921 στη Ρωσία. Μεγάλωσε στη Γαλλία και σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Παρισιού και στο Ορθόδοξο Θεολογικό Ινστιτούτο του Αγ. Σεργίου, όπου και δίδαξε επί 6 χρόνια Εκκλησιαστική Ιστορία. Το 1951 πήγε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου σύντομα έγινε γνωστός σαν ένας δυναμικός και βαθύς ερμηνευτής της Ορθοδοξίας. Ανήκει κι αυτός στη νεώτερη γενιά των μεγάλων ρώσων θεολόγων του αιώνα μας. Διετέλεσε καθηγητής της Λειτουργικής Θεολογίας στο Ορθόδοξο Θεολογικό Σεμινάριο του Αγ. Βλαδιμήρου στη Νέα Υόρκη, τα δε βιβλία του είναι μεταφρασμένα σε 11 γλώσσες.

ALEXANDER%20SCHMEMANN

Κυριακή 1 Ιανουαρίου 2012

Άνθρωπος και χωροχρόνος

Αθανασίου Γιέφτιτς

(Πρ. Επισκόπου Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης)

 

Στο Άγιον Όρος κάθε μοναστήρι, κάθε σκήτη, κάθε κελλί, είναι ολόκληρος γαλαξίας με τον χώρο του και τον χρόνο του. Αλλά πάλι όλοι μοιάζουν, είναι ενοποιημένοι σαν το Σύμπαν μας. Στο Άγιον Όρος ζεις τον χώρο και τον χρόνο άμεσα, ενώ, ταυτόχρονα, λες και εκεί υπερβαίνεται και ο χώρος και ο χρόνος. Διότι ο άνθρωπος ως ύπαρξη είναι μέσα στον χώρο και τον χρόνο, αλλά την ίδια στιγμή ως πρόσωπον κατ’ εικόνα Θεού τείνει να υπερβεί τον χωρόχρονο…

Κι εμείς οι χριστιανοί πιστεύουμε και το μαρτυρούμε και ομολογούμε ότι στην Εκκλησία ο χώρος και ο χρόνος βρήκαν το νόημα τους. Στην Εκκλησία, ο χωρόχρονος μας είναι ένα πρόσωπο. Είναι ο Χριστός ως Θεάνθρωπος, ο Χριστός εν τη Εκκλησία και ως Εκκλησία…

Η Ορθόδοξη Εκκλησία με την εμπειρία της δίνει την μαρτυρία ότι και ο χώρος και ο χρόνος είναι για τον άνθρωπο όχι απλώς αναγκαίες φυσικές προϋποθέσεις υπάρξεως και ζωής, αλλά έχουν το νόημα και το πλήρωμά τους στον Χριστό, ο οποίος ως δημιουργός Θεός όλου του κόσμου μπήκε στον χώρο και στον χρόνο. Ο Χριστός με την Ενσάρκωση και Ενανθρώπησή Του εισήλθε και εχωρήθη στον χωρόχρονό μας…

Είναι γεγονός ότι, αν και είμαστε δέσμιοι του χώρου και του χρόνου, την ίδια στιγμή, ο χώρος και ο χρόνος είναι συνθήκες ζωής δοσμένοι από τον Θεό. Ο χώρος και ο χρόνος είναι το ενιαίο υπαρκτικό και γνωστικό context μας, το οποίο προσπαθούμε να υπερβούμε υπαρξιακά και γνωσιολογικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αποκάλυψις του Θεού μιλάει ταυτόχρονα για την κτίση και του χώρου και του χρόνου…

Είναι ζυγός ο χωρόχρονος και θέλει ο άνθρωπος να ξεφύγει από αυτόν, αλλά αγαπάει και αγκαλιάζει και τον χώρο και τον χρόνο, ενώ θέλει να τον υπερβεί. Και τον υπερβαίνει ακόμη και σε αυτή τη ζωή, ιδίως όταν βρεθεί σε ακραίες, οριακές καταστάσεις, σε μεγάλη θλίψη, σε μεγάλο πόνο, σε μεγάλη χαρά, σε κάποια έξαρση, διότι έχει κάποια έμφυτη τάση να βγει από τα «δεσμά» αυτά. Αυτό δείχνει ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος για κάτι μεγαλύτερο από τον κόσμο του χωροχρόνου.

Οι άγιοι της Εκκλησίας μας μαρτυρούν ότι, όταν ο άνθρωπος συναντιέται με τον Θεό, όταν ενώνεται με τον Θεό, όταν γεύεται την χάρη του Θεού, παρουσία θείας δυνάμεως, «πνευματικής ισχύος» που λέει ο Άγιος Μάξιμος -πνευματικής δύναμης του Αγίου Πνεύματος-, όταν μεταγγίζεται με κάτι θείον, με κάτι παραπάνω από ό,τι είναι απλώς σύνοψη των δικών του ψυχοφυσικών δυνάμεων, τότε νιώθει ότι ο Ζων Θεός είναι και εντός και πέραν του χωροχρόνου. Νιώθει, επίσης, ότι δεν κατάγεται ούτε παράγεται από τον χώρο και τον χρόνο, δηλαδή δεν μπορεί να προέλθει ένας άνθρωπος ακόμη κι αν συνοψίσει κανείς όλη την φύση ή όλο το Σύμπαν, όλο το χωρόχρονο· από αυτά και μόνο δεν βγαίνει ο άνθρωπος ως πρόσωπο. Ούτε μπορεί να πει κανείς ότι από μία ενδοκοσμική εξίσωση προκύπτει ο άνθρωπος και ο χώρος και ο χρόνος του…

Είναι το είναι μας, η ύπαρξή μας, χρονική και χωρική. Όμως ο άνθρωπος είναι σαν βέλος («βέλος πόθου και αγάπης», λένε οι Πατέρες), που θέλει να ξεφύγει, να υπερβεί τον χωρόχρονο, για να φτάσει πέραν και υπεράνω. Αυτή η θεόσδοτη τάση, ο δυναμισμός να υπερβαίνουμε τη φύση και να μην μένουμε δέσμιοι δικοί της, είναι η εικόνα του Θεού μέσα μας…

Η πτώση μας, του Αδάμ και του καθενός μας, ήταν ότι χάσαμε την πείρα, την γεύση, την κοινωνία με τον Θεό, και τότε άρχισε ο θάνατος. Και ο χώρος και ο χρόνος γίνανε τόποι και περιβάλλον του θανάτου και της φθοράς, επειδή χάσαμε την χάρη του Αγίου Πνεύματος. Ο Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος λέει ότι με την πτώση άρχισε η αποδιοργάνωση του είναι μας, της ζωής μας, της περι-ουσίας μας. Χάσαμε τότε την χάρη του Αγίου Πνεύματος, που ήταν ο συντονιστής στην δοσμένη από τον Θεό ψυχοσωματική φύση μας, συντονιστής και ζωντανή σύνδεση, κάτι σαν την ασβεστολάσπη όταν κτίζουμε σπίτι με πέτρες, τούβλα, κλπ. Το Άγιο Πνεύμα είναι η συνεκτική χάρη του Θεού που ενώνει και συντονίζει τα πάντα…

Ως άνθρωπος δεν μπορώ να ζήσω απρόσωπα, διότι αυτό με απανθρωπίζει. Κι αυτό είναι πολύ σημαντικό. Ο χρόνος και ο χώρος, όταν τους ζούμε απρόσωπα, μπορεί να μας απανθρωπίζουν. Ενώ μπορεί να μας εξανθρωπίζουν μέσα στην προσωπική σχέση με τον Θεό και με τους άλλους. Εδώ είναι η μεγάλη σημασία του Χριστού, ο ρόλος του Χριστού που, με την Σάρκωση και την Ενανθρώπησή Του, ενεχρονίσθη και ενεχωρήθη. Έγινε ο Ίδιος ο χρόνος και ο χώρος μας, χώρα ζώντων, όπως λέει ο Ψαλμωδός. Σαρκώθηκε, και με την σάρκα Του ήλθε σε όλες τις καταστάσεις μας, στον χώρο και στον χρόνο μας, και δίνεται σε μας στην Εκκλησία, στην Θεία Λειτουργία, στον χωρόχρονό μας ως Θεία Κοινωνία, ως πρόγευση, ως αρραβώνας, ως μετοχή και μέθεξη.

Αλλά εκείνο που κάνει τον Χριστό να είναι για μας ο καινούργιος θεανθρώπινος χωρόχρονος, είναι το Άγιο Πνεύμα, ακριβώς η χάρις Του. Το Άγιο Πνεύμα δεν έρχεται ερήμην εμού, έρχεται με την ελεύθερη συγκατάβασή μου, με την άσκηση της αγάπης μου. Συμμετέχω με την θέλησή μου στην έλευσή Του. Λέει η θεωρία του Χάους: κινουμένου ενός σημείου, κινούνται όλες οι σταθερές· κινουμένης της θελήσεώς μου, της ελευθερίας μου, κινείται και αλλάζει όλη η σχέση μου με τον γύρω μου κόσμο και κυρίως με τον Θεό. Ή, μάλλον, από την σχέση με τον Θεό ρυθμίζονται οι υπόλοιπες σχέσεις. Άρα, υπάρχει μέσα στον άνθρωπο δοσμένο ως τάλαντο, ως δυνατότητα, ως εν δυνάμει, ως επιτηδειότητα, το να επικοινωνώ, το να ζω με τον Θεό…

Εμείς, ως ζωντανά πρόσωπα και εικόνες του Θεού, καλούμεθα να υπερβούμε και τον χώρο και τον χρόνο, ώστε να μεταμορφωθούν, να θεωθούν μέσα μας εν Χριστώ. Αυτό σημαίνει ότι στην Ανάσταση του Χριστού, και στην δική μας κοινή ανάσταση, θα αναστηθούν και ο χώρος και ο χρόνος ως «ουρανός καινός και γη καινή» (Αποκ. 21, 1). Διότι, κατά τους αγίους, «καινοτομούνται αι φύσεις», όταν «ο Θεός άνθρωπος γίνεται» και «ο άνθρωπος θεός κατά χάριν». Και αυτό είναι η εν Χριστώ ανάστασις των πάντων και η θέωσις…

Έτσι, ρεαλιστικά, τοποθετούμαι ως Ορθόδοξος χριστιανός, ως άνθρωπος, ως επίσκοπος: Να ζω στον χρόνο και στον χώρο, υπακούοντας στο θέλημα του Θεού, αλλά χωρίς να παραδέχομαι τον χώρο και τον χρόνο ως την τελική πατρίδα μου, ως τον οίκο μου. Είμαι στον οίκο του Πατέρα μου, αλλά θέλω πρωτίστως τον Πατέρα και όχι τον οίκο του και τα πλούτη του μόνον…Έτσι και ο κόσμος, ο χώρος και ο χρόνος, είναι έργο της αγάπης Του, αλλά δεν πρέπει να υποκαταστήσουν αυτά την αγάπη του.

(Αθανασίου Γιέφτιτς, Πρ. Επισκόπου Ζαχουμίου και Ερζεγοβίνης, «Χριστός η χώρα των ζώντων», εκδ. Ίνδικτος, Αθήναι 2007, σ. 51 κ.εξ. αποσπάσματα)

Δευτέρα 26 Δεκεμβρίου 2011

Μιά βαριά και πηχτή νύχτα

Του Κώστα Τσιρόπουλου*

Ερχόμαστε πάλι σ’ επικοινωνία με το μέγα μυστήριο της φρικτής οικονομίας του Θεού. Μετέχουμε αναρριγώντας στην ουσία της εορτής της Γέννησης του Χριστού, ο καθένας κατά τον πλούτο της καρδίας του, κατά το δώρημα της αφελότητας, κατά το γνήσιο της εσωτερικής του αγνότητας.

Πίσω από τους φωσφορισμούς και τις πανηγυρικές φωνές κρύβεται, από αιώνων, μια βαριά και πηχτή νύχτα. Πρόκειται για τη Νύχτα της φθοράς που βεβαιώνει και μέσα του και γύρω του ο άνθρωπος του κόσμου τούτου, για τη σταθερότητα του θανάτου, για τη μονιμότητα της απελπισίας. Μέσα σ’ ένα τόσο ζοφερό ηθικό σκότος, η ανθρώπινη ύπαρξη αισθάνεται το σφυγμό της να επιταχύνεται και τον βρόχο της ασφυξίας να σφίγγεται όλο και περισσότερο στο πνεύμα της.

Ήλθε ο Κύριος σε μια τέτοια εποχή σημαδιακής απελπισίας, εσωτερικής ασφυξίας του ανθρώπου. Οι διάφοροι φιλοσοφικοί μύθοι ανίκανοι να παραμυθήσουν και να διατρήσουν το σκότος του πνεύματος, είχαν πέσει σε παρακμή. Η φωνή του πνεύματος είχε περίπου εκμηδενιστεί και μια δεινή έκλυση είχε απλωθεί πέρα ως πέρα στον κόσμο.

Και τότε επισυμβαίνει το κρίσιμο για το ανθρώπινο γένος και για την αιώνια θέση του γεγονός. Μέσα σε μια νύχτα βυθισμένη σε σιωπή και σε απόγνωση, ο Θεός αποφασίζει να ξαναπλάσει ουσιαστικά τον άνθρωπο, όχι πλέον όπως την πρώτη φορά, την έκτη μέρα της Δημιουργίας, με χώμα και με τη δική του ανάσα, αλλά με πνεύμα, με το κύρος της ίδιας της θεότητας που κατεβαίνει και παραδίνεται στα δεσμά της εγκοσμιότητας για να κατορθώσει να ξαναφέρει στο ηθικό ύψος του ουρανού το ξεπεσμένο πλάσμα.

Μέσα στη νύχτα της οικουμενικής απελπισίας, ο Χριστός «λύχνον ήψε την εαυτού σάρκα» κατά τον Γρηγόριο τον Ναζιανζηνό, κι’ έγινε η των πάντων Αυγή. Δεν μπορούσε ο κόσμος να αιτιολογήσει τη ζωή· κι ας ήταν αναγκασμένος να έρχεται στον κόσμο η μια γενιά ύστερ’ από την άλλη. Δεν μπορούσε να ερμηνεύσει το θάνατο κι ας σπούδαζε αδιάκοπα με τον φιλοσοφικό στοχασμό. Υπήρξαν φιλόσοφοι που δίδαξαν κι έπαθαν. Αλλά η παρουσία τους ήταν ένα δεδομένο εγκόσμιο. Η Γέννηση του Ιησού είναι ένα δεδομένο του σύμπαντος που καταγράφεται ως η πρώτη και αληθινή αυγή της ανθρωπότητας μετά την πτώση των πρωτοπλάστων,

Ο Κύριος δεν ήλθε από την οδό του κόσμου, αλλ’ από την οδό του μυστηρίου. Γεννήθηκε μια νύχτα άγρια, χειμωνιάτικη, γεμάτη ποίηση που είναι η δίδυμη αδελφή του μυστηρίου. «Επέφανε εν σαρκί τοις εν σκότει και σκιά καθημένοις». Ο Άναρχος ήλθε κι’ έλαβε αρχή· ο υπεράνω της Ιστορίας ήλθε και μπήκε μέσα στην Ιστορία· ο Πλάστης των όλων έλαβε τη μορφή του πλάσματος· ο Ελεύθερος υποτάχτηκε στη δουλεία της σάρκας για να μπορέσει να μας ελευθερώσει από το βάρος του χώματος και να μας ξανανοίξει τις πύλες τ’ ουρανού. Και κατέλαμψε τη νύχτα της απελπισίας του κόσμου με το μεγάλο φως της Αγάπης.

Τη νύχτα εκείνη των θαυμάτων στη Βηθλεέμ, δεν έπεσε μονάχα ο μεσότοιχος της αμαρτίας που χώριζε τον Πλάστη από το Πλάσμα· δεν πραγματοποιήθηκε η καταλλαγή του Θεού με τον πεσμένο άνθρωπο μονάχα· έπεσαν κι όλοι οι μεσότοιχοι που χώριζαν τους ανθρώπους κι αποκαλύφθηκε λάμπουσα η αδελφοσύνη όλων. Οι άνθρωποι κοιτάζουν προς τα ουράνια πάντα κι ο Θεός κοιτάζει πάντα προς τη γη. Η ελευθερία του ουρανού έρχεται και διαχέεται στη γη και η σωτηρία των ανθρώπων γίνεται δια της τίμιας σαρκός και του αίματος του Χριστού η ζωοποιός πραγματικότητα.

Για πρώτη φορά η γη και η ανθρωπότητα δεν ταπεινώνονται από τη θυσία γιατί μέσα από τη φρικτή νύχτα της κατόρθωσε να ετοιμάσει την πάναγνη εκείνη Αχιβάδα της τιμιότητας όπου ο Θεός εσκήνωσε κι έλαβε σάρκα. Μέσα στην αγχώδη απελπισία του κόσμου τεχνουργήθηκε ένας άνθρωπος άξιος να βαστάξει το τρομερό βάρος της θεότητας: Η Παναγία Παρθένος, «η φωτεινή τε και έμψυχος νεφέλη, τον όμβρον βαστάσασα τον επουράνιον» κατά τον ψαλμωδό. Μέσα σε τόση κατάπτωση βρέθηκε το ύψιστο: η αγιότητα. Μέσα σε τόση απελπισία αναδείχθηκε το άξιο: η σεμνότητα. Μέσα από τέτοια γενική ηθική αναρχία, φωτίστηκε το μοναδικό: η υπακοή στο θέλημα του Θεού.

Η Γέννηση του Κυρίου που γιορτάζουμε τώρα με καρδιές σκοτεινές, με μάτια αγριεμένα και καχύποπτα, με χέρια διψαλέα κι αρπαχτικά, είναι το ύψιστο μάθημα εναντίον της απελπισίας. Είναι μια γεμάτη δάκρυα χαράς πιστοποίηση πως ζούμε μέσα στο αιώνιο έαρ της Χάριτος και πως ο θάνατος που απειλεί αδιάκοπα και κάνει επείγουσα τη ζωή, είναι μια απλή μετάβαση από την κοιλάδα των δακρύων, στο λειμώνα της εσωτερικής γαλήνης και της αναφαίρετης πνευματικής χαράς.

Ο Θεός βρέθηκε μέσα σε τόπο και χρόνο. Δέχτηκε και υπέκυψε σ’ αυτές τις σκληρές συντεταγμένες της φθοράς, αυτός που δεν έχει «τόπον» και που δεν υπόκειται στο χρόνο. Χώρεσε μέσα σε μια φάτνη αλόγων ο αχώρητος και χώρεσε μέσα σε τριαντατρία χρόνια ο αιώνιος για να ετοιμάσει και να πληρώσει την βεβαιότητα της σωτηρίας μας. «Τρόμω ορώσαι το μυστήριον… αι νοεραί Στρατιαί κατεπλήττοντο».

Καταπλησσόμαστε κι εμείς σήμερα και νιώθουμε το μυστήριο να σπάζει όλα τα νεύρα του πνεύματός μας, να λύει τους αρμούς του και να μας επιβάλει ένα νέο κανόνα ως πίστη ζωής και αδιάπτωτη προσδοκία : τον κανόνα του θαύματος.

Κάτω από αυτό τον κανόνα, το όραμα του κόσμου αλλοιώνεται ριζικά. Μέσα στη νύχτα της Γέννησης του Λυτρωτή, τα πάντα αναπλάθονται και από το σπήλαιο της Βηθλεέμ ένας νέος κόσμος αναπηδά, κόσμος σωτηρίας και θέωσης. Κόσμος που βηματίζει τη ζωή κι ερμηνεύει το θάνατο, κόσμος που τερματίζει την εξορία του και γίνεται τέκνο Θεού γιατί ο ίδιος ο Θεός τov επισκέφθηκε στην εξορία του κι έκανε τη νυχτωμένη του έρημο ν’ ανθίσει σαν κρίνο.

Έαρ της χάριτος ανατέλλει μαζί με τον Ήλιο της Δικαιοσύνης από το σπήλαιο. Έαρ σεμνότητας, έαρ αδιάπτωτου ηθικού ηρωισμού, έαρ θαυμάτων, δακρύων και αίματος. Και οι πιστοί πανηγυρίζουν και φωτίζονται, υψώνουν την κεφαλή τους πάνω από το σκότος και ξαναζούν τον αιώνα της σωτηρίας, τον αιώνα της ελευθερίας, τέκνα Θεού αληθινά και κληρονόμοι της μεγάλης πυρκαγιάς της Αγάπης. «Χριστός γεννάται την πριν πεσούσαν αναστήσων εικόνα».

(Κώστα Ε. Τσιρόπουλου, «Αυτοψία της εποχής»-Δοκίμια. Εκδόσεις των φίλων, Αθήνα.)

Τσιρόπουλος Κώστας Ε.

Ο Κώστας Ε. Τσιρόπουλος (1930) γεννήθηκε στη Λάρισα. Σπούδασε νομική (Θεσσαλονίκη) και ιστορία της τέχνης στο Παρίσι και τη Βαρκελώνη. Ιδρυτής και διευθυντής της ετήσιας έκδοσης "Χριστιανικό Συμπόσιο" (1966-1971) και του περιοδικού "Ευθύνη" (1961-1966, και από το 1972 ως σήμερα). Συνεργάστηκε επί χρόνια με την ΕΡΤ και την "Καθημερινή" (1962-1967), Γενικός Γραμματέας της Στέγης Καλών Τεχνών και Γραμμάτων (1974-1976), Γενικός Γραμματέας του Εθνικού Θεάτρου (1975-1980), Πρόεδρος του Εθνικού Κέντρου Κινηματογράφου. Έχει τιμηθεί με το βραβείο Φέξη των Δώδεκα (1964), Κρατικό Βραβείο Δοκιμίου (1966), Α΄ Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος (1979), Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (1986), Βραβείο της Εταιρείας Χριστιανικών Γραμμάτων (1989) Α Βραβείο της Εταιρείας Μεταφραστών Λογοτεχνίας (1990), Μεγάλο Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας (2007), και έχει ανακηρυχθεί επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Γρανάδας (2004). Το ποιητικό, πεζογραφικό και δοκιμιακό του έργο εκτείνεται σε δεκάδες τόμους. Έχει επίσης μεταφράσει από τα ισπανικά, τα καταλανικά και τα γαλλικά βιβλία και κείμενα των Ορτέγα υ Γκασσέτ, Αντόνιο Ματσάδο, Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Καμίλο Χοσέ Θέλα, Χουάν Ραμόν Χιμένεθ, Σαλβαδόρ Εσπρίου, Χοσέ Μπεργαμίν, Ντρυόν, Ζενεβουά, Αρανγκούρεν κ.ά. Βιβλία και κείμενά του έχουν μεταφραστεί στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες.

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2011

Κάθε Μέρα…


ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ

"...Κάθε μέρα ο Θεός μας δίνει, μαζί με τον ήλιο, μια στιγμή κατά την οποία είναι δυνατό να αλλάξει το κάθε τι που μας κάνει δυστυχισμένους.

Κάθε μέρα προσποιούμαστε πως δεν αντιλαμβανόμαστε ότι υπάρχει αυτή η στιγμή, κάνουμε πως πιστεύουμε ότι το σήμερα είναι ίδιο με το χθες και θα είναι ίδιο με το αύριο. Αλλά το όν που δίνει προσοχή στην ημέρα την οποία ζει ανακαλύπτει τη μαγική στιγμή...

...Η ευτυχία είναι καμιά φορά ευλογία αλλά πιο συχνά είναι μια κατάκτηση. Η μαγική στιγμή της ημέρας μας βοηθάει να αλλάξουμε, μας σπρώχνει σε αναζήτηση ονείρων. Θα υποφέρουμε, θα διασχίσουμε κακά περάσματα, αλλά όλες αυτές είναι μεταβατικές περίοδοι... Κι αργότερα θα μπορούμε να κοιτάζουμε πίσω με υπερηφάνεια και πίστη.

Δυστυχής αυτός που φοβάται να ριψοκινδυνεύει. Γιατί αυτός ίσως δεν θα απογοητευτεί ποτέ... δεν θα υποφέρει σαν αυτούς που έχουν να κυνηγήσουν κάποιο όνειρο.

Όταν όμως θα κοιτάξει πίσω, (γιατί πάντα κοιτάζουμε πίσω μας), θα ακούσει την καρδιά του να του λέει: "Τί έκανες τα θαύματα που έσπειρε ο Θεός στις μέρες σου; Τί έκανες τα τάλαντα που σου εμπιστεύτηκε ο Κύριος; Τα έθαψες βαθιά σε μια τρύπα γιατί φοβόσουν μη τα χάσεις; Τότε αυτό σου απόμεινε: η βεβαιότητα πως έχασες τη ζωή σου".

Δυστυχής αυτός που ακούει τούτα τα λόγια. Τότε θα πιστέψει στα θαύματα, αλλά οι μαγικές στιγμές της ύπαρξης θα έχουν περάσει αμετάκλητα..."
                                                                 

Αγνώστου γράψαντος

Άγγελος Πατσιάς


ESCAPE

"Όποιος μεγάλωσε στη φυλακή, τη φυλακή θυμάται. Όποιος μεγάλωσε στο παλάτι, το παλάτι θυμάται.
Ινδική παροιμία

Του καρδιολόγου Νικήτα Κακκαβά

Σε κάθε σχολείο ανάμεσα στους δέκα-είκοσι δασκάλους υπάρχει και ένας που ξεχωρίζει. Ένας δάσκαλος που τον θυμόμαστε για χρόνια μετά, μέχρι τα γεράματα μας, με αγάπη και αληθινή συγκίνηση. Ένας δάσκαλος που κατάφερε να τρυπώσει στο άβατο της παιδικής μας ψυχής και έφερε ένα εντελώς νέο φως. Και χάρη σ' αυτό το "Δεύτε λάβετε φως" - φως μικρού κεριού ή ολόλαμπρου ήλιου δεν έχει σημασία - μέσα στην κυνικότητα και στην αδιάφορη καθημερινότητα του ενήλικα, που μοιραία όλοι μεταμορφωθήκαμε, διασώζεται και αχνοφέγγει ακόμα ό,τι καλό διαθέτουμε εντός μας.

Σε ένα μικρό χωριό του ορεινού Ρεθύμνου, τον Φουρφουρά, οι γιοί και οι κόρες των 560 μόλις κατοίκων του δέχτηκαν την ευεργεσία μιας αναπάντεχης τύχης. Χωρίς να το ξέρει, κάποιος βαριεστημένος δημόσιος υπάλληλος του υπουργείου Παιδείας σφράγισε πριν από λίγα χρόνια τον διορισμό στο χωρίο τους ενός τέτοιου ξεχωριστού δασκάλου, του Άγγελου Πατσιά.

Ο νεαρός δάσκαλος δεν είδε αυτόν τον διορισμό του στην άκρη του πουθενά σαν μια καταναγκαστική προσγείωση, σαν δυσάρεστο πάρεργο εν όψει μιας ευνοϊκότερης μετάθεσης ή σαν μια ευκαιρία για ατελείωτη ραστώνη.

Αντιθέτως! Διέθεσε και διαθέτει μέχρι σήμερα ό,τι φωτεινότερο κρύβει η ψυχή του. Μακριά από κάθε λογική κέρδους - βλέπε αντιπαροχή υπό την μορφή μισθού, προσωπικής προβολής και ό,τι παρόμοιο σκεφθεί ο κακοπροαίρετος νους μας - άνοιξε στους ολιγάριθμους μαθητές του την αυλαία ενός εντελώς καινούργιου κόσμου, χαρίζοντας τους την σπάνια ευκαιρία να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι.

Στην άκρη το "εβδομαδιαίο πρόγραμμα"

Και τι δεν έκανε ο ευφάνταστος αυτός δάσκαλος! Και πρώτα από όλα έγκαιρα πήρε την ορθή και γενναία απόφαση να αποδράσει από τα ασφυκτικά όρια του γραφειοκρατικού «Εβδομαδιαίου Προγράμματος» που ορίζει το Υπουργείο Παιδείας. Στο δικό του σχολείο αποφάσισε πως κράτος και εξουσία θα είχαν οι ανάγκες και οι νόμοι της παιδικής ηλικίας και όχι το στενάχωρο πλαίσιο του νομοθέτη. Έβαλε τα τυχερά Φουρφουργιανάκια στις φτερούγες του και ξεκίνησαν όλοι μαζί την πτήση τους προς τον ευαίσθητο ουρανό της Φαντασίας – ή προς τον φανταστικό ουρανό της Ευαισθησίας, αν προτιμάτε.

Μέσα στα λίγα χρόνια που ο Άγγελος Πατσιάς είναι δάσκαλος στο 4θέσιο Δημοτικό σχολείο Φουρφουρά πραγματοποίησε ένα μικρό θαύμα.

Δεν στάθηκε στις ανεπάρκειες της ελληνικού κράτους, αγνόησε τις αβελτηρίες της δημόσιας παιδείας, υπερπήδησε κάθε βολική δικαιολογία προκειμένου να αρκεστεί στο νόμο της ήσσονος προσπάθειας. Οργάνωσε το παλιό σχολείο του χωριού, μεταμορφώνοντας το από ένα εγκαταλειμμένο οίκημα σε σχολείο του 21ου αιώνα. «Σχολείο της φύσης και των χρωμάτων» το ονόμασε και βάλθηκε να το φτιάξει.

Ζωγράφισε φωτεινούς και έγχρωμους τους τοίχους, πλούτισε την βιβλιοθήκη του, έφερε υπολογιστές. Μα πάνω από όλα αποφάσισε να μάθει στα παιδιά αληθινά "γράμματα", παναπεί να ξυπνήσει εντός τους τον αχόρταγο προσανατολισμό προς το Καλό και το Ωραίο.

Γι' αυτό και βάλθηκε να μάθει τα παιδιά να τραγουδούν, να νοιώθουν την ποίηση, να παίζουν θέατρο, να χορεύουν - μέχρι και "μάχη χορευτικών συγκροτημάτων" διοργάνωσε ο αθεόφοβος! Οργάνωσε τους μικρούς του μαθητές για καλλιεργούν μποστάνια και να φτιάξουν το δικό τους κοτέτσι. Κατόπιν τους έμαθε να πουλάνε την παραγωγή τους - αυγά, καρπούζια και λαχανικά - προκειμένου να εξασφαλίσουν χρήματα για τα έξοδα του σχολείου. Κανονικό πρότυπο αυτοδιαχείρισης δηλαδή.

Διαβάζω στο Διαδίκτυο την άποψη του για την εκπαίδευση.

"Η εκπαίδευση", λέει ο Άγγελος Πατσιάς, "κρύβεται στα απλά πράγματα. Εγώ αυτό που έκανα είναι να πειραματίζομαι". Και συνεχίζει: "Δεν θέλει φόβο στον πειραματισμό και μάλλον αυτό είναι το πιο σημαντικό. Πάντα όμως να έχουμε ως γνώμονα ότι τα παιδιά δεν θα ζημιωθούν από τους πειραματισμούς. Λάθη θα γίνουν, τα παιδιά δείχνουν κατανόηση. Ο δάσκαλος δεν είναι θεός. Είναι κάτι το οποίο κινείται ανάμεσά τους πολλές ώρες την ημέρα και ο ένας μαθαίνει από τον άλλο".

Τέλος, μεταξύ των πολλών άλλων, o Άγγελος Πατσιάς δημιούργησε, κλέβοντας ώρα από τον "εξωσχολικό" του χρόνο, μια διαδικτυακή εκπαιδευτική τηλεόραση για τα παιδιά. Την Φουρφουρά Web TV!

Η Φουρφουρά Web TV δεν είναι απλά μια ακόμη διαδικτυακή τηλεόραση ανάμεσα στις χιλιάδες που μπορεί να βρει κανείς σήμερα στο Ίντερνετ. Είναι κάτι πολύ περισσότερο: αποτελεί έναν δίαυλο επαφής και επικοινωνίας των παιδιών με την υπόλοιπη Κρήτη, με την Ελλάδα και – γιατί όχι; - με όλο τον κόσμο. Μέσα από αυτήν τα παιδιά αυτοσχεδιάζουν, δημιουργούν, αλλά επίσης λύνουν τις απορίες τους, μαθαίνουν εξ αποστάσεως… Πάνω από όλα τα παιδιά το διασκεδάζουν. Αρκεί να επισκεφτεί κανείς τον σχετικό διαδικτυακό τόπο – site επί το … ελληνικότερον - για να διαπιστώσει, ότι όσα γράφω είναι αλήθεια μέχρι κεραίας.

Ας είμαστε ειλικρινείς. Ο κόσμος μας λειτουργεί με γνώμονα την ανισότηταµ στα όνειρα και τις προοπτικές των ανθρώπων καμιά δημοκρατία και δικαιοσύνη δεν λειτουργεί. Έχεις αναρωτηθεί, άραγε αναγνώστη μου, τι είδους ισονομία ορίζει ο Θεός, η Τύχη, το Κισμέτ, η φυσική επιλογή, το Κάρμα - ή έστω ό,τι πιστεύει ο καθένας - ανάμεσα στο παιδάκι που γεννιέται σε μια εύπορη αστική οικογένεια στα προάστια της Αθήνας και στα παιδιά ενός μεροκαματιάρη αγρότη ή κτηνοτρόφου σε κάποιο απομονωμένο χωρίο των συνόρων;

Τα παιδιά του Φουρφουρά γεννήθηκαν με τα σύνορα τους κατ’ αρχήν κλειστά στην αποδημία των ονείρων και της ίσης ευκαιρίας. Αναλογιστείτε τα δεδομένα και προβλέψτε τις δυνατότητες: ένα ορεινό χωριό 500 ανθρώπων που στην πλειονότητα είναι υπερήλικες χωρίς ιδιαίτερη μόρφωση, λασπόδρομοι, το Ρέθυμνο χιλιόμετρα μακριά και στη γλώσσα του χωρίου πολλές λέξεις, όπως "κινηματογράφος», «θέατρο», «συναυλία», «λεωφόρος» κ.ά., χωρίς αντίκρισμα. Τα παιδιά του Φουρφουρά έπρεπε να τρέξουν, αμέσως αφότου γεννήθηκαν, αν ήθελαν να «προλάβουν» τους συνομηλίκους τους των πόλεων. Βλέπεις οι τελευταίοι είχαν όλον τον χρόνο, πρώτα να μπουσουλήσουν, μετά να σηκωθούν στα δυο τους πόδια και να μάθουν με την ησυχία τους να περπατούν. Κι όμως η παρουσία ενός μόνου ανθρώπου, του δάσκαλου Άγγελου Πατσιά, έφτασε να ανατρέψει την προδιαγεγραμμένη μοίρα των παιδιών, κατάφερε να ανοίξει ρωγμές στην απομόνωση τους και να εγγράψει οριστικά στην καρδιά τους στέρεες παρακαταθήκες για το μέλλον. Με άλλα λόγια, ο εμπνευσμένος δάσκαλος μπόρεσε να ακυρώσει τα βαρίδια της καταγωγής και να αποκαταστήσει μια κάποια πιο δίκαια κανοναρχία στην πτήση της ζωής τους.

Μα γιατί τα γράφω όλα αυτά; Δεν ξέρω και εγώ στ’ αλήθεια, αναγνώστη μου. Ίσως να ματαιοπονώ γράφοντας τούτες τις σκέψεις, για να διεκδικήσω φρούδες απαντήσεις σε μάταιες απορίες. Φερ’ ειπείν σε τούτα τα χρόνια της δημόσιας ρητορείας και της ιδιωτικής ιστορίας, όπου όλα τριγύρω είναι «ωραία κιόλας ερείπια»2, τι μπορούμε να λογαριάσουμε για Πράξη; Κι ακόμη: ποια Πράξη, μέσα σε τούτο το ετοιμόρροπο σκηνικό μες στο οποίο περιφέρουμε κομπάρσο τη ζωή μας, μπορεί να σταθεί όρθια σαν αλεξικέραυνο;

Ζούμε στα χρόνια, που το τιποτένιο κάνει μεγάλο σαματά. "Πάμε ΠΟΥΘΕΝΑ, να δούμε ΚΑΝΕΝΑΝ για να πούμε ΤΙΠΟΤΑ", είναι το σλόγκαν της νέας εποχής. Η βιαστική πλειοψηφία, που ξεχαρμανιάζει μπροστά στους ήρωες της lifestyle υποκατάστατης πραγματικότητας, έχει τυφλά και κωφά τα αισθητήρια της για τέτοιες λογής Πράξεις, όπως τούτο το ευαίσθητο δασκαλίκι του νεαρού Άγγελου. Μοιάζει για αυτούς αποκοτιά, γραφικότητα, καπρίτσιο ή τέλος πάντων μια ασήμαντη και δυσδιάκριτη ψηφίδα στο οπτικό τους πεδίο. Στο βάθος ίσως και να την αγνοούν, επειδή γίνονται ενοχλητικοί όσοι επιμένουν ακόμα να θυμίζουν πως είμαστε φτιαγμένοι για να γίνουμε Άνθρωποι ...

Εκπληκτικέ Άγγελε Πατσιά, αν μπορούσε η φωνή μου να φτάσει μεμιάς από εδώ τον παγωμένο βορρά της Ελλάδας μέχρι τον Φουρφουρά της ορεινής Ρεθυμνίας, θα ήθελα να σου φωνάξω αληθινέ μου Δάσκαλε, για ό,τι κάνεις, τα λόγια του Ποιητή:

"Κι όρθια η Πράξη σαν αλεξικέραυνο".

Υ.Γ1. Λίγους μήνες πριν πεθάνει ρώτησαν σε μια τηλεοπτική συνέντευξη τον Γιώργο Ζαμπέτα τι θυμάται από την ζωή του. Ο θυμόσοφος μάγκας, ρούφηξε το τσιγάρο του, ζύγισε το ζάρι της μνήμης και απάντησε στον έκπληκτο δημοσιογράφο: «Εξόν από την μάνα και τα παιδιά μας, τι νομίζεις ότι θα θυμόμαστε ρε; Κανά καλό δάσκαλο, την πρώτη γκομενίτσα και κανένα μερακλίδικο τραγούδι…».

Υ.Γ2. Ότι σταδιακά μεταλλασσόμαστε από οργανωμένη κοινωνία ανθρώπων σε ένα σαθρό, αλλοπρόσαλλο, ετοιμόρροπο και χωρίς ευδιάκριτο αξιακό σύστημα συνονθύλευμα τυχαίων συνοδοιπόρων, φαίνεται και από την αντιμετώπιση που επιφυλάσσει η πλειοψηφία στους δασκάλους. «Τεμπέληδες που κάθονται τρεις μήνες το χρόνο», «δασκαλάκοι», «μίζεροι» και άλλα τέτοια παρόμοια συνηθίζουν για τους δασκάλους αρκετοί. Κάποιοι μάλιστα προχωρούν ακόμη παραπέρα: αποκαθηλώνουν τον δάσκαλο στα μάτια του μικρού παιδιού τους με την παραμικρή ευκαιρία. Διόλου δεν αντιλαμβάνονται το κακό που κάνουν στην αθώα παιδική ψυχή των σπλάγχνων τους (υπέρ των οποίων a propo ισχυρίζονται πως κόπτονται και πασχίζουν). Μιας και στο παιδί πρώτα οικοδομείς το εναλλακτικό και ύστερα γκρεμίζεις το υπάρχον. Τακτική μπουλντόζας και αντιπαροχής δεν χωράει στη ψυχή των παιδιών μας! Ψιλά γράμματα θα μου πεις αναγνώστη μου. Όμως, στις λεπτομέρειες παίζεται το παιχνίδι της ζωής…

Το πρώτο ολισθηρό βήμα για την αμορφωσιά και την απανθρωπιά της κοινωνίας - και ό,τι αυτές συνεπάγονται - είναι η αντιφατική στάση που τηρούμε έναντι των δασκάλων – και κατ’ επέκταση της Παιδείας. Από τη μια, τους εμπιστευόμαστε ό,τι πιο πολύτιμο, εύθραυστο και σπάνιο αξιωθήκαμε ποτέ να αποκτήσουμε: τη ψυχή των παιδιών μας. Επιπλέον, με κάθε ευκαιρία αναγνωρίζουμε τη σπουδαιότητα του λειτουργήματος τους. Από την άλλη, παραμένουμε πεισματικά και εξαρχής προκατειλημμένοι και απαξιωτικοί μαζί τους. Σκεφθείτε μοναχά πόσες φορές έχετε ακούσει ή και ξεστομίσει την ατάκα "τι ξέρει τώρα ο δασκαλάκος;". Επιτρέψτε μου να πω – όχι ότι χρειάζονται αυτόκλητους υπερασπιστές οι δάσκαλοι - πως ενίοτε ξέρει πολλά περισσότερα από πολλούς τριγύρω μας που τους έχει αποχαυνώσει η lifestyle παρέλαση της τηλεόρασης.

Είναι σίγουρο πως δεν αξίζουν όλοι οι «δάσκαλοι» να λέγονται δάσκαλοι, όπως δεν αξίζει λ.χ. να λέγονται γιατροί όλοι οι "γιατροί", δικαστές όλοι οι "δικαστές" και εν τέλει όλοι οι «άνθρωποι» άνθρωποι. Χωρίς αμφιβολία στην εκπαιδευτική κοινότητα λαθροβιώνουν αρκετοί που δεν έχουν αντιληφθεί στο ελάχιστο πόσο σπουδαίος είναι ο ρόλος τους και ποια επίδραση μπορεί να έχει διαχρονικά η παρουσία τους στους ανθρώπους, την αγωγή των οποίων τους εμπιστεύονται οι γονείς και η κοινωνία. Ωστόσο, αναπόφευκτα παιδεία και σχολείο δεν έχουν νόημα χωρίς τον δάσκαλο, όπως δεν νοείται δικαιοσύνη και δικαστήριο χωρίς τον δικαστή ή υγεία και νοσοκομείο χωρίς τον γιατρό.

Μόνο αν η κοινωνία και οι εκάστοτε Εξουσίες αναγνωρίσουν με ολοφάνερο και ανυπόκριτο τρόπο την αξία του δασκάλου, υπάρχει ελπίδα η εκπαιδευτική κοινότητα να βρει το θάρρος και την αποφασιστικότητα να ξεφορτωθεί από τέτοιους λογής λαθρεπιβάτες. Εν τέλει χρειάζονται και κάποια υπομόχλιο συμπαράσταση οι δάσκαλοι για να εννοήσουν, να προστατέψουν και να αναδείξουν το κύρος της ευθύνης να είσαι δάσκαλος.

Οι δάσκαλοι – και ιδίως οι νέοι δάσκαλοι, τα είκοσι οχτώ χρονών αγόρια και κορίτσια που βλέπω περιτριγυρισμένα από τα πολύβουα μελίσσια των παιδίων στις αυλές των δημοτικών σχολείων - πρέπει να πάψουν να ακροβατούν στο τεντωμένο σκοινί μιας τέτοιας αντίφασης: από τη μια λειτουργοί, από την άλλη απαξιωμένοι από την κοινωνία και νεόπτωχοι με 900 ευρώ μισθό από το Κράτος. Γιατί αν "όλα έχουν παιχτεί, προτού γίνουμε δώδεκα χρονών", όπως σοφά διαισθάνθηκε ο Γάλλος ποιητής Charles Péguy, τότε ο δάσκαλος είναι κάτι περισσότερο από αυτό για το οποίο τον προορίζει η προκρούστεια γραφειοκρατική αντίληψη του Υπουργείου Παιδείας. Είναι τυχαίο που ο Πλάτωνας στην Ιδανική Πολιτεία του ιεράρχησε πρώτο τον Δάσκαλο στην κορυφή της κοινωνίας;

Υ.Γ3. Θερμή παράκληση να επισκεφθείτε την ιστοσελίδα της Φουρφούρα Web TV (http://fourfourastv.blogspot.com). Προσπαθήστε να στείλετε με κάθε τρόπο (e-mail στη διεύθυνση του angelpats@gmail.com, συγχαρητήρια επιστολή στο σχολείο του χωριού κλπ) σ' αυτόν τον άνθρωπο ένα μήνυμα συμπαράστασης, ένα μικρό μπράβο, μια ευχή. Το αξίζει! Ο ίδιος - σεμνός καθώς φαίνεται - δεν επιδίωξε ποτέ του την προβολή. Ωστόσο, την αξίζει όσο κανείς άλλος! Ιδίως αυτές τις στιγμές όπου η κατήφεια και η απαισιοδοξία που γέννησε η οικονομική κρίση σκιάζουν το μικρό του άστρο στον ουρανό μας.

*To κείμενο είναι του καρδιολόγου Νικήτα Κακκαβά και δημοσιεύτηκε στο blog Σχολιαστής