Πέμπτη 18 Αυγούστου 2011

Κύριε, ει Συ ει, κέλευσόν με προς σε ελθείν

Η αμφισβήτηση του Χριστού

Πρωτ. Θεμιστοκλή Μουρτζανού
Μετά το θαύμα του πολλαπλα-σιασμού των πέντε άρτων και των δύο ιχθύων, ο λαός που τράφηκε, ήθελε να ανακηρύξει τον Χριστό βασιλιά των Ιουδαίων.
Αναμενόμενος ο ενθουσιασμός των ανθρώπων, σε μία εποχή κατά την οποία η τροφή ήταν λιγοστή, ενώ το μέγεθος του θαύματος δεν μπορούσε κανείς να αμφισβητήσει. Ένα ξεχωριστό πρόσωπο, το οποίο μπορούσε να προσφέρει και την πνευματική και την υλική τροφή στους ανθρώπους, αποτελούσε μοναδική περίπτωση ηγέτη που θα μπορούσε να δώσει νόημα στη ζωή του κόσμου. Αρκούσε η πίστη σ’ αυτόν και η αφοσίωση των ακολούθων του και φαινόταν αυτονόητο ότι θα λάμβαναν ως ευλογία την ελευθερία από το να αγωνίζονται για την υλική επιβίωση.
Όμως ο Χριστός απολύει τους όχλους και επιστρέφει σ’ αυτό που του έδινε νόημα: την προσευχή και την αναφορά Του στον Πατέρα. Οι μαθητές Του διαπερνούν την λίμνη και μέσα στη νύχτα σηκώνεται ισχυρός άνεμος. Νιώθουν ότι βυθίζονται. Όμως ο Χριστός δεν τους εγκαταλείπει, δείχνοντας ότι η αναφορά στο Θεό δεν συνεπάγεται την άρνηση να δει τους ανθρώπους και να τους συμπαρασταθεί.
Ο Χριστός περπατά στα κύματα. Καθώς πλησιάζει το πλοίο, νέος φόβος προστίθεται στους μαθητές. Εκτός της τρικυμίας, βλέπουν μία σκιά να περπατά στα κύματα. Και ο Χριστός, γεμάτος αγάπη, τους προτρέπει να έχουν θάρρος και να μην φοβούνται. Μία φωνή όμως ακούγεται από το πλοιάριο. Είναι ο Πέτρος: «Κύριε, εάν είσαι εσύ, να μου επιτρέψεις να έρθω σε σένα περπατώντας στα κύματα» (Ματθ. 14, 28). Και ο Χριστός του επιτρέπει, έως ότου ο Πέτρος νικιέται από την ολιγοπιστία και βουλιάζει, για να τον σώσει ο Κύριος, επιτιμώντας τον για τον δισταγμό του.
«Κύριε, ει συ ει». Πόσες φορές στη ζωή μας οι άνθρωποι, ενώ βλέπουμε το θαύμα της παρουσίας του Θεού, αμφισβητούμε ότι είναι Αυτός. Έχουμε ταυτίσει το Θεό με το αδύνατο, το υπερφυσικό, το μαγικό. Έτσι, δεν είμαστε σε θέση να διακρίνουμε το προσωπικό στοιχείο της παρουσίας Του. Να καταλάβουμε ότι προνοεί για μας. Ότι στις δύσκολες στιγμές μας δεν είναι απών, αλλά, ακόμη κι αν επιτρέπει να δοκιμαζόμαστε, θέλει από εμάς σαν το χρυσάφι να γινόμαστε καθαροί στο χωνευτήρι της φωτιάς, να πυρωνόμαστε όχι για να καούμε, αλλά για να γίνουμε πιο λαμπροί. Ότι επιτρέπει να μας συμβούν δοκιμασίες, γιατί δεν θέλει αυτό που είναι ευχάριστο, αλλά αυτό που δίνει ζωή, νόημα, σωτηρία, αυτό που μας χαλυβδώνει και μας κάνει πιο δυνατούς. Όμως για μας ο Θεός είναι μία δύναμη που καλείται συνεχώς να αποδείξει την αγάπη της προς εμάς, ενώ θεωρούμε αυτονόητο ότι εμείς δεν χρειάζεται να δείχνουμε την αγάπη μας γι’ Αυτόν ή, έτι περισσότερο, ότι επειδή Αυτός είναι ο Θεός, είναι αρκετό από μόνο του για να συγχωρεί την απουσία μας από τη σχέση μαζί Του. Γι’ αυτό και αμφισβητούμε έναν Θεό που Τον εικονίζουμε στα μέτρα της ιδιοτέλειάς μας, έναν Θεό της θρησκευτικότητας, που υπάρχει για να μας απαλλάσσει από κάθε τι το επίπονο, δυσάρεστο, ενίοτε και θανατηφόρο.
«Κύριε, ει συ ει». Την ίδια αμφισβήτηση εκφράζουμε και προς την Εκκλησία Του, την οποία Εκείνος ίδρυσε και στην οποία μας ενέταξε από τη στιγμή που βαπτιζόμαστε και λαμβάνουμε το χρίσμα, δηλαδή την δυνατότητα να ενεργοποιούμε τα κατ’ εικόνα Του χαρίσματά μας. Έχουμε στην σκέψη μας μία Εκκλησία ατομοκεντρική, που θα καλύπτει τις ατομικές θρησκευτικές μας ανάγκες, ακόμη και την επιθυμία μας για σωτηρία. Μία Εκκλησία που πρέπει να ικανοποιεί την εικόνα που έχουμε γι’ αυτήν και εάν κάτι τέτοιο δε γίνεται, είμαστε έτοιμοι να κατακρίνουμε, να αμφισβητήσουμε, να απορρίψουμε. Έτσι, ταυτίζουμε το δικό μας πρότυπο για την Εκκλησία με την ίδια την Εκκλησία, με αποτέλεσμα να αυτοδικαιωνόμαστε επικολλώντας ετικέτες σε όσους δεν ταυτίζονται μ’ αυτό το πρότυπο ή θυμώνοντας με εκείνους και αποσυρόμενοι στους εαυτούς μας. Λέμε τότε ότι πιστεύουμε στο Θεό, όχι όμως στην Εκκλησία Του, λες και μπορεί να νοηθεί Θεός χωρίς Εκκλησία.
«Κύριε, ει συ ει». Έχοντας προσανατολίσει τη ζωή μας σε έναν κοσμικό δρόμο, κρίνοντας τα πάντα με βάση το «εδώ και τώρα», δεν βλέπουμε την πορεία μας πνευματικά. Δεν αφήνουμε το Άγιο Πνεύμα να δράσει εντός μας, να μαλακώσει την ύπαρξή μας, να κάνει την καρδιά μας αγαπώσα, υπομονετική, συγχωρώσα, γνήσια, ειλικρινή, καρδιά που να ζητά την ενότητα με τους άλλους και να προσεύχεται γι’ αυτούς. Βλέπουμε την ευτυχία με βάση τον προσανατολισμό στις ηδονές του βίου, τα δικαιώματά μας και όχι τον τρόπο του Θεού και της πίστης. Γι’ αυτό και οι όποιες δυσκολίες είναι ανερμήνευτες. Γι’ αυτό και η εμπάθεια της καρδιάς μας γίνεται κέντρο της πορείας μας. Και δεν αφήνουμε περιθώριο στον εαυτό μας να ακούσει τη φωνή του Θεού, της συνείδησης, του εντός ημών ανθρώπου. Και έτσι, δεν είναι δυνατόν να αναγνωρίσουμε το Χριστό ούτε στις δυσκολίες ούτε στις χαρές.
Ο Πέτρος ένιωθε ότι Εκείνος που βάδιζε στα κύματα ήταν ο Χριστός. Όμως η καρδιά του ποθούσε απόδειξη. Ήθελε να βεβαιωθεί και διάλεξε το δρόμο του θαύματος. Όχι της εμπιστοσύνης στη φωνή του Χριστού «θαρσείτε, εγώ ειμί, μη φοβείσθε». Η αμφισβήτηση αυτή όμως τελικά, ενώ τον έκανε να ριχτεί στο δρόμο του θαύματος, τον οδήγησε και στην αρχή του καταποντισμού του. Γιατί χωρίς εμπιστοσύνη, η συνάντηση με το Χριστό ξεπερνά τις δυνάμεις μας.
Κι εδώ έγκειται το μεγαλείο της αγάπης του Θεού προς εμάς. Δεν ζητά τίποτε άλλο, παρά να αφεθούμε στη σχέση μαζί Του. Παρά την τρικυμία των λογισμών, των θλίψεων και των πειρασμών που η αμαρτία ενσταλάζει στη ζωή μας, ο Χριστός ζητά από εμάς να Τον εμπιστευθούμε ταξιδεύοντας στο πλοιάριο της Εκκλησίας Του. Να δυναμώσουν τα πνευματικά μας μπράτσα στην κωπηλασία μέσα στην τρικυμία, για να μπορέσουμε να αφεθούμε ολοκληρωτικά στο θαύμα της συνάντησής μαζί Του. Για να μην είναι η αμφισβήτηση που μας κυβερνά, αλλά η βεβαιότητα ότι Εκείνος μας αγαπά και ότι θα μας προστατεύσει σε κάθε δυσκολία της ζωής μας.

Τρίτη 16 Αυγούστου 2011

Λίγες σκέψεις για το Γούντστοκ

Του Jon Ρareles
Η γενιά των baby boomers δεν πρόκειται ποτέ να εγκαταλείψει το Γούντστοκ. Και για ποιον λόγο άλλωστε; Το φεστιβάλ αυτό ήταν ένα από τα ελάχιστα εμβληματικά γεγονότα εκείνης της δεκαετίας που είχε ευτυχή κατάληξη. Στις 15 Αυγούστου 1969 και για τρεις ημέρες (που έγιναν τελικά τέσσερις) εκατοντάδες χιλιάδες νέοι, μεταξύ αυτών και εγώ, συγκεντρωθήκαμε στην αμφιθεατρική περιοχή του Μπέθελ- πολλά χιλιόμετρα μακριά από το Γούντστοκ- για να ακούσουμε ορισμένους από τους καλύτερους καλλιτέχνες της ροκ, να επιδοθούμε σε κάθε νόμιμη αλλά και παράνομη απόλαυση, να κυλιστούμε στο λασπωμένο από την καταρρακτώδη βροχή έδαφος και να πεινάσουμε τελικά από την έλλειψη τροφίμων. Ολα αυτά χωρίς να προκληθεί η παραμικρή καταστροφή.

Μπορεί η εκδήλωση να μην εξελίχθηκε όπως ακριβώς θα περίμεναν οι διοργανωτές της, ήταν όμως αυτό που οι ίδιοι διαφήμιζαν: «τρεις ημέρες μουσικής και ειρήνης». Παρά λοιπόν την κήρυξη της περιοχής ως «κατεστραμμένης», το γεγονός παραμένει μια ειδυλλιακή ανάμνηση. Εκτός από τις ευχάριστες αναμνήσεις, το Γούντστοκ ανακαλεί στη μνήμη μας και άλλες πιο έντονες παρορμήσεις.

Ακόμη και αν αυτό που προκάλεσε αρχικά ήταν ενθουσιασμός και ανακούφιση, αυτό που μας κληροδότησε ήταν η υπερβολή και ο ιδεαλισμός. Οσο περνούν τα χρόνια αποδεικνύεται πως ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια μεγάλη εμπορική επιτυχία. Ηταν το προοίμιο μιας εποχής αλλά και το κύκνειο άσμα μιας άλλης. Ηταν η γιορτή της αθωότητας προτού πάρει ξανά το πάνω χέρι ο καπιταλισμός με όλα του τα επακόλουθα. Ολο εκείνο το ετερόκλητο πλήθος των φοιτητών, εργατών, καλλιτεχνών και (ανερχόμενων) πολιτικών, ακόμη και των μαστουρωμένων χίπις, μετετράπη πολύ γρήγορα σε ιδανικό κοινό για τους εμπόρους και τους διαφημιστές τους. Ενας στρατός εν δυνάμει καταναλωτών που κανείς πια δεν θα υποτιμούσε. Υπήρχαν άλλωστε τόσα προϊόντα που θα μπορούσαν να αγοράσουν πέρα από τους δίσκους βινυλίου.

Η βιομηχανία της μνήμης ή μάλλον της νοσταλγίας δουλεύει σε εντατικούς ρυθμούς και ήδη στους χώρους όπου έπαιξαν τα συγκροτήματα εκείνο το καλοκαίρι ορθώνεται το μουσείο του Φεστιβάλ του Γούντστοκ, στους χώρους του Κέντρου Τεχνών του Μπέθελ. Οι δισκογραφικές εταιρείες βγάζουν στην κυκλοφορία «επετειακούς δίσκους». Αναλόγου περιεχομένου εκπομπές ετοιμάζει η δημόσια και ιδιωτική τηλεόραση σε πολλές χώρες του κόσμου, ενώ ακολουθεί κατά πόδας η εκδοτική δραστηριότητα των πολυσέλιδων αφιερωμάτων. Αυτό που δεν έγινε αυτή τη χρονιά ήταν μία ακόμη απόπειρα αναβίωσης του Φεστιβάλ. Ισως λόγω της κακής εμπειρίας από τις προηγούμενες διοργανώσεις, όπως εκείνη του 1999, όταν ο κόσμος, εξαγριωμένος από τις υψηλές τιμές των προϊόντων που επωλούντο στον συναυλιακό χώρο, επιδόθηκε σε βανδαλισμούς και λεηλασίες.

Μ ια κυνική προσέγγιση θα επικεντρωνόταν στο πόσο «καλομαθημένη» ήταν ήδη από εκείνη την εποχή η γενιά των baby boomers από τη λεγόμενη οικονομία της αφθονίας. Τα πλήθη των θεατών συνέρρεαν έχοντας πάνω τους περισσότερα ναρκωτικά παρά τα απαραίτητα σύνεργα για τη διαμονή τους στον χώρο. Αυτό όμως που άφησε πίσω του το Γούντστοκ σε όλους όσοι συμμετείχαν σε αυτό (διοργανωτές, γιατροί, μουσικοί και τόσοι άλλοι) είναι η ανθρωπιά και η συνεργασία για έναν κοινό σκοπό. Ακόμη ανέδειξε τη θεωρούμενη ως τότε «υποκουλτούρα των χίπις» σε ένα ρεύμα με μαζική υποστήριξη και συμμετοχή. Και για να χρησιμοποιήσουμε έναν προσφιλή όρο στη νεολαία της εποχής, σε μια «αντικουλτούρα». Ασφαλώς υπήρξε συγχρόνως μια συνάθροιση ατόμων που πήγαν να «φτιαχτούν» ακούγοντας τα αγαπημένα τους συγκροτήματα καθώς αυτό ήταν πολύ πιο εύκολο από το να παλέψουν «για να αλλάξουν τον κόσμο».

Το Γούντστοκ ακολούθησαν άλλα μαζικότερα φεστιβάλ μουσικής. Από αυτά όμως έλειπε το διαφοροποιητικό στοιχείο, δηλαδή οι ιδεολογικές αναφορές. Ηταν απλά μουσικές εκδηλώσεις και όχι σύμβολα μιας άλλης κουλτούρας. Σε όσα από αυτά βρέθηκα και ο ίδιος διαπίστωσα ότι δεν ήταν παρά καλά οργανωμένα «προτάσεις διασκέδασης» με αυστηρά προγραμματισμένες εμφανίσεις και πολλές «ανέσεις» (φυσικά επί πληρωμή) για τον θεατή-καταναλωτή.

Ο κ. Jon Ρareles είναι δημοσιογράφος, επικεφαλής των μουσικοκριτικών της εφημερίδας «Νew Υork Τimes».

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2011

Σπιναλόγκα

Περπατώντας στον δρόμο της Σπιναλόγκας, σταμάτησε και κράτησε την αναπνοή σου. Από κάποιο χαμόσπιτο τριγύρω σου θα ακούσεις τον απόηχο από κάποιο μοιρολόγι μιας μάνας, μιας αδελφής ή τον αναστεναγμό ενός άνδρα. Άφησε δύο δάκρυα από τα μάτια σου και θα δεις να λαμπυρίζουν εκατομμύρια δάκρυα που πότισαν αυτόν τον δρόμο…».
Επαμεινώνδας Ρεμουνδάκης (χανσενικός κάτοικος της Σπιναλόγκας)

Η Σπιναλόγκα είναι μια βραχονησίδα, εκτάσεως 85 στρεμμάτων και με ύψος ως 53 μέτρα. Βρίσκεται στην βορειοανατολική Κρήτη, στην είσοδο του κόλπου της Ελούντας, στην περιοχή του Μεραμπέλλου του Νομού Λασιθίου. Το αρχαίο της όνομα ήταν «Καλιδών» και υπήρχε εκεί το φρούριο των Ολουνιτών, το οποίο προστάτευε το λιμάνι της αρχαίας πολιτείας Ολούντας. Το όνομα «Σπιναλόγκα» το πήρε κατά την Ενετοκρατία και σημαίνει «μακρύ αγκάθι» (spina=αγκάθι, longa=μακρύ). Προέκυψε από παραφθορά της ονομασίας «Stinelonde» (στην Ελούντα), εξελίχθηκε σε «Spinalonde» και τελικά σε «Spinalonga» («Spinalonga» ονομαζόταν και μια νησίδα στη Βενετία, η σημερινή «Giudecca»). Απ’ αυτή την ονομασία, προέκυψε αργότερα και η ελληνική απόδοση «Μακρακάνθη». Σήμερα η ονομασία που έχει επικρατήσει είναι η «Σπιναλόγκα» (λιγότερο γνωστές είναι οι ονομασίες «Νησί» ή «Κολοκύθα»). Πάνω στα απομεινάρια του αρχαίου φρουρίου, οι Βενετοί έχτισαν ένα ισχυρό φρούριο για να αμυνθούν στην επερχόμενη τουρκική απειλή το οποίο άντεξε μέχρι το 1715, οπότε και πέρασε στην κυριαρχία των Τούρκων, κατόπιν συνθηκολογήσεως. Το νησί είχε αποτελέσει καταφύγιο και ορμητήριο των «χαΐνηδων», των Κρητών επαναστατών που έκαναν ανταρτοπόλεμο στους κατακτητές Οθωμανούς που είχαν ήδη καταλάβει την Κρήτη. Όταν το νησί κατελήφθη απ’ τους Τούρκους, χτίστηκαν κατοικίες και εποικίστηκε. Στα τέλη του 19ου αιώνα, υπολογίζεται ότι κατοικούνταν από περισσότερες των διακοσίων οικογενειών.

Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο χαρακτήρας του νησιού, θα αλλάξει δραματικά, όταν ο ύπατος αρμοστής της Κρητικής Πολιτείας, πρίγκιπας Γεώργιος, θα αποφασίσει την ίδρυση λεπροκομείου στην Σπιναλόγκα για να απομονώσει τους λεπρούς του της Κρήτης, καθώς τότε η λέπρα* (ή «Νόσος του Χάνσεν», ή «λώβη») βρισκόταν σε έξαρση. Η κίνηση αυτή είχε και άλλο κίνητρο, καθώς στην Σπιναλόγκα κατοικούσαν μερικές οικογένειες Τούρκων, οι οποίες αρνούνταν να αποχωρήσουν απ’ την Κρήτη. Με την εγκατάσταση εκεί των λεπρών, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το νησί κι έτσι έφυγαν και οι τελευταίοι Τούρκοι απ’ την Κρήτη. Η απόφαση για την ίδρυση του λεπροκομείου, με το όνομα «Άγιος Παντελεήμων», υπογράφηκε στις 30 Μαΐου του 1903 και σε πρώτη φάση μεταφέρθηκαν στις 14 Δεκεμβρίου 1904 στην Σπιναλόγκα περίπου 250 ασθενείς από όλη την Κρήτη. Στην δεκαετία του 1930 χτίστηκαν και νέες κατοικίες, ενώ για την διάνοιξη περιμετρικού δρόμου χρειάστηκε να γκρεμιστούν τμήματα του φρουρίου.

Οι λεπροί μέχρι τότε, ζούσαν απομονωμένοι σε οριοθετημένες συνοικίες (με ασβεστωμένες πέτρες), τις λεγόμενες «μεσκινιές» («μεσκίνηδες» ή «λουβιάρηδες» ονομάζονταν στην Κρήτη οι λεπροί [η λέξη «μεσκίνης» έχει τουρκική προέλευση και σημαίνει «βρόμικος»]). Ήταν οι «κομμένοι». Ο κόσμος, στην θέα και μόνο των παραμορφωμένων λεπρών, πανικοβάλλονταν κι έτσι οι άτυχοι ασθενείς, αναγκάζονταν να κυκλοφορούν φορώντας κουδουνάκια, για να προειδοποιούν για την παρουσία τους και να απομακρύνεται έγκαιρα ο κόσμος. Η παραβίαση των ορίων της «μεσκινιάς» από τον λεπρό, μπορούσε να προκαλέσει ακόμη και τον λιθοβολισμό ή πυροβολισμό του. Την λέπρα την αποκαλούσαν και θρησκευτική αρρώστια, λόγω του ότι ο Ιησούς εμφανίζονταν στα ευαγγέλια να θεραπεύει έναν λεπρό κι αυτό προκαλούσε ένα δέος και έναν επιπρόσθετο φόβο. Λόγω του ότι μέχρι τότε η λέπρα ήταν ανίατη ασθένεια κι ο κόσμος αγνοούσε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων έχει φυσική ανοσία απέναντι στην νόσο (αν και έστω η ελάχιστη πιθανότητα μετάδοσης της ασθένειας, ήταν αρκετή για να λειτουργήσει αρνητικά), το στίγμα έφερε κι ολόκληρη η οικογένεια του ασθενή, η οποία οδηγούνταν έτσι σε κοινωνική απομόνωση ως «λεπρόσογο» και «βρόμικοι». Κρατική μέριμνα δεν υπήρχε (οι ασθενείς διαγράφονταν ακόμη και από τα δημοτολόγια) και οι λεπροί ζούσαν αποκλειστικά από την ελεημοσύνη του κόσμου.

Το 1913, με την ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα, άρχισαν να πηγαίνουν λεπρούς απ’ όλη την χώρα (συνήθως τους πιο «άτακτους» και «αντιδραστικούς»), ενώ σταδιακά η Σπιναλόγκα χαρακτηρίστηκε ως Διεθνές Λεπροκομείο της Ευρώπης· ο δε πληθυσμός έφτασε μέχρι και τους χιλίους κατοίκους. Απέναντι από την Σπιναλόγκα δημιουργήθηκε κι ένας μικρός συνοικισμός, η Πλάκα, όταν δημιουργήθηκαν ένα πανδοχείο για τους επισκέπτες και κάποια καταστήματα με τρόφιμα και άλλα είδη πρώτης ανάγκης, τα οποία προμηθεύονταν οι λεπροί, αλλά και οι επισκέπτες τους. Οι περισσότεροι λεπροί οδηγούνταν στην Σπιναλόγκα δια της βίας (ενίοτε και με χειροπέδες), καθώς γνώριζαν ότι εκεί κατά πάσα πιθανότητα θα περνούσαν το υπόλοιπο της ζωής τους, χωρίς καμμία ελπίδα για επιστροφή. Είναι χαρακτηριστικό, ότι στην είσοδο του λεπροκομείου είχε τοποθετηθεί μια επιγραφή που καλούσε-προειδοποιούσε τους νεοεισαχθέντες με το εξής μήνυμα: «Ο εισερχόμενος να αποθέσει κάθε ελπίδα»…

Παρ’ ότι το λεπροκομείο διέθετε γιατρό και νοσηλευτικό προσωπικό, οι συνθήκες διαβίωσης στο νησί ήταν άθλιες. Μια μεγάλη τρώγλη, χωρίς οργάνωση. Ένα μικρό μηνιαίο επίδομα που τους χορηγούσε η πολιτεία, ήταν ανίκανο να καλύψει τις βασικές τους ανάγκες. Όσοι είχαν δυνάμεις, προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν την τροφή τους είτε καλλιεργώντας κηπευτικά, είτε ασχολούμενοι με το ψάρεμα. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις, που οι ασθενείς δραπέτευαν από το νησί για να πάνε στα κοντινά χωριά προς αναζήτηση τροφής. Οι «δραπέτες» που γίνονταν αντιληπτοί, αλλά και οι λοιποί «παραβάτες», κλείνονταν προς σωφρονισμό σε μια φυλακή που βρισκόταν πάνω σ’ έναν βράχο (από ένα σημείο και μετά, η φυλακή καταργήθηκε). Πολλοί πέθαιναν αβοήθητοι και μέσα σε φρικτούς πόνους, παραμορφωμένοι, τυφλοί, ή ακρωτηριασμένοι από την αρρώστια. Ο νομάρχης Λασιθίου, σε επιστολή του, στις 6 Αυγούστου 1925, προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο είναι αρκετά δηκτικός για την καταλληλότητα της Σπιναλόγκας ως θεραπευτηρίου: «Και ως ειρκτή καταδίκων και ως τάφος ακόμη είναι ανεπαρκής. Επισκεφθείς αυτό απεκόμισα τα χειρίστας εντυπώσεις και ίσως μόνη η μεγάλη φαντασία ενός Δάντη θα ηδύνατο να περιγράψη. Υπέρ τα διακόσια ανθρώπινα άθλια πλάσματα, πάσης ηλικίας, κοινωνικής θέσεως και φύλου και σωματικής παραμορφώσεως, έχουν εκεί εγκαρθειχθή εν πλήρει απογνώσει, άνευ συναισθήσεως ηθικών ή και γραπτών νόμων…». Κι ο διευθυντής του «Ινστιτούτου Παστέρ» στην Τύνιδα, Σαρλ Νικόλ, περιγράφει σε αναφορά του προς τα τέλη της δεκαετίας του 1930, την κατάσταση στη Σπιναλόγκα με μελανά χρώματα, ζητώντας από την ελληνική πολιτεία το κλείσιμο του λεπροκομείου, αναφέροντας μεταξύ άλλων: «Ως μόνη διασκέδαση και απασχόληση, ελλείψει εργασίας, κοιτάζουν την θάλασσα, παίζουν μερικά παιχνίδια και μερικά όργανα μουσικής. Τον περισσότερο όμως καιρό καταριούνται την τύχη τους, πίνουν, μεθούν, τσακώνονται και αγαπούν. Όταν επισκεφθήκαμε το νησί, δεν γίνονταν ούτε της λέπρας καν συστηματική νοσηλεία. Στον τραγικό αυτόν τόπο, ενώ περπατούμε, ακολουθούμενοι, περιστοιχιζόμενοι απ’ όλον τον απρόσβλητο πληθυσμό, δύο ερωτήματα προβάλλουν στην συνείδησή μας: Κι αν από απροσεξία υπάρχει μεταξύ των εγκάθειρκτων αυτών και κανένας υγιής; Ποια θα είναι η ζωή του και πόση η απελπισία του αν το ξέρει… Και μεταξύ των ελαφρότερα προσβεβλημένων (γιατί οι πρώτες εκδηλώσεις της λέπρας είναι ελαφριές) πόσοι δεν θεωρούν τους εαυτούς των αδίκως κλεισμένους στο νησί, καταδικασμένους να περάσουν όλη των την ζωή εκεί μέσα… Πολλοί έπεσαν στη θάλασσα και πνίγηκαν για να γλυτώσουν από την φριχτήν φυλακή, αλλά και μερικοί κατόρθωσαν κολυμπώντας να φύγουν…».

Στην Σπιναλόγκα υπήρχαν και κάποιοι κάτοικοι, οι οποίοι δεν ήταν ασθενείς. Κάποιοι απ’ αυτούς βρέθηκαν εκεί, όπως λέγεται, ως θύματα προσωπικών ή και πολιτικών διαφορών, μετά από καταγγελία πως ήταν λεπροί και αντίστοιχη δωροδοκία γιατρών, που «διέγνωθαν» τη νόσο (αν και σ’ αυτή την περίπτωση, υπάρχει και η άποψη, πως έγκλειστοι που επικαλέστηκαν τέτοιους λόγους, το έκαναν για ν’ αποφύγουν το στίγμα του λεπρού, των ίδιων, αλλά και της οικογένειάς τους). Κάποιοι άλλοι στέλνονταν στην Σπιναλόγκα και μόνο με την υποψία ότι μπορεί να είχαν λέπρα, ιδίως αν στο οικογενειακό περιβάλλον υπήρχε ιστορικό της νόσου. Ήταν κυρίως όμως, άνθρωποι που δεν ήθελαν με κανέναν τρόπο να αποχωριστούν τα αγαπημένα τους πρόσωπα. Κατά την διάρκεια του αποχωρισμού από τα αγαπημένα τους πρόσωπα εξελίσσονταν δραματικές και τραγικές στιγμές. Μαρτυρείται μάλιστα η περίπτωση μιας κοπέλας, που μην αντέχοντας μακριά από τον αγαπημένο της, έκανε ένεση στον εαυτό της, ισχυριζόμενη ότι ήταν αίμα του άνδρα της, για να μολυνθεί κι αυτή και να υποχρεωθούν οι υπεύθυνοι να την οδηγήσουν στην Σπιναλόγκα. Όπως κι έγινε… Η κοπέλα πάντως δεν ασθένησε, αν και ο άνδρας της πέθανε στα χέρια της. Όπως δεν ασθένησαν και τα περισσότερα από τα παιδιά που γεννήθηκαν στην Σπιναλόγκα, πολλά εκ των οποίων απομακρύνθηκαν από τις οικογένειές τους για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο νόσησης (αν και οι γάμοι μεταξύ χανσενικών τυπικά απαγορεύονταν λόγω της ασθένειας, αυτό δεν εμπόδισε πολλούς απ’ αυτούς να δημιουργήσουν σχέσεις -«παράνομες» και μη- μεταξύ τους) και μεταφέρονταν σε ειδικό παιδικό σταθμό στην Αθήνα. Η σωματική επαφή ασθενών και υγιών (δηλαδή προσωπικό και επισκέπτες) απαγορευόταν αυστηρά, ενώ κατά τις μεταξύ τους οικονομικές συναλλαγές, τα χρήματα περνούσαν υποχρεωτικά από ειδικό κλίβανο για απολύμανση. Το εξιτήριο μπορούσε ν’ αποκτηθεί, μόνο αν έβγαιναν αρνητικές τρεις διαδοχικές απαιτούμενες εξετάσεις, σε χρονικό διάστημα ενός έτους.

Κατά την διάρκεια της Κατοχής, η Σπιναλόγκα ήταν ίσως το μοναδικό μέρος της Ελλάδος στο οποίο δεν πάτησαν πόδι οι Ιταλοί και οι Γερμανοί, καθώς φοβήθηκαν να τους βγάλουν από εκεί, αν και φοβόταν ότι αυτό το μέρος θα μπορούσε να γίνει σημείο απόβασης των Βρετανών, αναλαμβάνοντας έτσι και την τροφοδοσία τους. Η ζωή όμως των λεπρών της Σπιναλόγκας, είχε αρχίσει να αποκτά κάποιο νόημα, λίγα χρόνια πριν, όταν πάτησε το πόδι του στο νησί ένας νέος ασθενής: Ο Επαμεινώνδας Ρεμουνδάκης

Ο Επαμεινώνδας Ρεμουνδάκης, ήταν εικοσιενός ετών, τριτοετής φοιτητής της Νομικής, όταν το 1936 πληροφορήθηκε ότι πάσχει από την Νόσο του Χάνσεν. Λίγον καιρό πριν, η αδελφή του είχε οδηγηθεί στην Σπιναλόγκα χτυπημένη από την ίδια ασθένεια. Ο ίδιος εξαιτίας της ασθένειάς του, χρόνια αργότερα θα τυφλωθεί και θα χάσει το χέρι του. Όπως γράφει και σχολιάζει ο Ρεμουνδάκης στην ανέκδοτη αυτοβιογραφία του «Αητός χωρίς φτερά», όταν έφτασε στην Σπιναλόγκα, η αδελφή του τον υποδέχθηκε λέγοντάς του «»Καλώς τον» κι όχι «καλώς όρισες». Αυτόν τον χαιρετισμό χρησιμοποιούσαν οι άρρωστοι στο νησί…». Η αδελφή του θα πεθάνει λίγα χρόνια αργότερα…

Ο Ρεμουνδάκης, ένας απ’ τους λίγους μορφωμένους ανθρώπους που υπήρχαν στο νησί, δεν ήταν διατεθειμένος να περιμένει μοιρολατρικά το τέλος της ζωής του, ζώντας ως «ζωντανός νεκρός». Αγωνίστηκε για να καλυτερεύσει την ζωή των λεπρών και απαίτησε από την πολιτεία καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και νοσηλείας. Μια από τις πρώτες του κινήσεις ήταν να ιδρύσει την «Αδελφότητα Ασθενών Σπιναλόγκας». Έφερε ασβέστη για να απολυμανθούν τα σπίτια και να φύγει η δυσοσμία που «τρυπούσε» τις μύτες και φύτεψαν δένδρα. Αποκτήθηκε ηλεκτρογεννήτρια και η Σπιναλόγκα απέκτησε ρεύμα, πριν ακόμη κι από την Πλάκα που βρισκόταν απέναντι και στον «έξω κόσμο». Διοργάνωσε υπηρεσία καθαριότητας των εξωτερικών και κοινόχρηστων χώρων και χάρις σ’ αυτόν, το νησί απέκτησε θέατρο, κινηματογράφο, καφενεία και κουρείο, ενώ τοποθετήθηκαν και μεγάφωνα στους δρόμους που έπαιζαν κλασική μουσική. Άρχισαν να ασκούνται επαγγέλματα, να λειτουργεί υποτυπώδες εμπόριο, δημιουργήθηκε σχολείο με δάσκαλο έναν λεπρό, ενώ είναι χαρακτηριστικό μάλιστα, ότι άρχισε να εκδίδεται και σατιρικό έντυπο. Το πιο σημαντικό ίσως που πέτυχε ο Ρεμουνδάκης, ήταν η τόνωση του αισθήματος της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας. Έτσι, η ζωή των λεπρών άρχισε να θυμίζει κάτι από την προηγούμενη ζωή τους, ή όπως μαρτυρεί κι ένας μετέπειτα θεραπευμένος χανσενικός, ο Μανώλης Φουντουλάκης, «Από μια στιγμή και μετά το νησί δεν ήταν το κολαστήριο. Ήταν ένα χωριό εγκλείστων, με τους καλούς, τους κακούς, τους τζαναμπέτηδες και τους ζαμανφουτίστες».

Το 1948, θα ανακαλυφθεί στην Αμερική το πρώτο φάρμακο για την αντιμετώπιση της λέπρας και σταδιακά η Σπιναλόγκα θα αδειάζει μέχρι και το 1957 που αποχώρησαν και οι τελευταίοι ασθενείς, οπότε και έκλεισε. Οι εναπομείναντες χανσενικοί που δεν είχαν θεραπευτεί ακόμη, μετακομίστηκαν στο λεπροκομείο της «Αγίας Βαρβάρας» στο Αιγάλεω (ή «λοιμωδών νόσων», όπως επικράτησε να λέγεται), μεταξύ αυτών κι ο Επαμεινώνδας Ρεμουνδάκης. Κάποιοι ασθενείς, έστω και θεραπευμένοι, αντιμετώπιζαν με μεγάλη επιφύλαξη -και όχι αβάσιμα- την επιστροφή τους στο περιβάλλον που ζούσαν πριν μπουν στην Σπιναλόγκα, λόγω του «στίγματος» που κουβαλούσαν, φοβούμενοι την κοινωνική απόρριψη. Ο μόνος που λέγεται ότι αρνήθηκε πεισματικά να εγκαταλείψει το νησί, ήταν ένας λυράρης από το Ρέθυμνο, ο Αντώνης Παπαδάκης ή «Καρεκλάς», ο οποίος παρ’ ότι δεν ήταν ασθενής είχε αποφασίσει να ζήσει στην Σπιναλόγκα μαζί με τους λεπρούς. Εξακολουθούσε να ζει στο νησί, τρώγοντας αγριόχορτα και σαύρες, και παίζοντας τη λύρα του, έως ότου οι αρχές τον έφεραν με την βία πίσω στον πολιτισμό, αν και ίδιος προτίμησε την απομόνωση από τον κόσμο και εκφραζόταν μόνο με την μουσική του (η περίπτωσή του καταγράφηκε στην ταινία μικρού μήκους του 1968 «Letzte Worte» [«Τελευταία λέξη»] του Werner Herzog). Όπως λέγονταν, είχε τρελαθεί… (Σύμφωνα πάντως με άλλη εκδοχή, ο «Καρεκλάς» σ’ αυτήν την ταινία υποδύονταν κάποιον ασθενή που έπαιζε λύρα).

Σήμερα, μετά από χρόνια εγκατάλειψης, η Σπιναλόγκα έχει χαρακτηριστεί ως αρχαιολογικός χώρος και διατηρητέο μνημείο, ενώ δέχεται επισκέψεις τουριστών κατά την διάρκεια του καλοκαιριού, με πλοιάρια. Η Σπιναλόγκα έγινε περισσότερη γνωστή και στο εξωτερικό, όταν το 2001, η Βρετανίδα συγγραφέας Βικτόρια Χίσλοπ, μαθαίνοντας κατά τύχην για την ιστορία της Σπιναλόγκας, συγκλονισμένη έγραψε το μυθιστόρημα «Το νησί» το οποίο μεταφράστηκε σε αρκετές γλώσσες, ενώ μεταφέρθηκε και στην ελληνική τηλεόραση, ως ομώνυμη τηλεοπτική σειρά. Το 1958, η Λίλα Κουρκουλάκου, σκηνοθέτησε την, πρωτοποριακή για την εποχή της, ταινία «Το νησί της σιωπής», με πρωταγωνιστές τους Ορέστη Μακρή, Νίνα Σγουρίδου, Γιώργο Καμπανέλη και Γιάννη Σπαρίδη. Η ταινία, που σκηνές της γυρίστηκαν και στους χώρους της Σπιναλόγκας, έγινε αφορμή να μεταφερθούν από το νησί και οι τελευταίοι ασθενείς που είχαν απομείνει εκεί.

* Λέγεται «λέπρα» γιατί οι ασθενείς βγάζουν «λέπια». Δηλαδή ξεφλουδίζει, απολεπίζεται το δέρμα τους. Λέγεται και «Νόσος του Χάνσεν» (και οι ασθενείς «χανσενικοί»), εξαιτίας του Νορβηγού ιατρού επιστήμονα Γκέρχαντρ Χάνσεν, ο οποίος το 1873 ανακάλυψε τον ιό που προκαλεί την ασθένεια (πιο συγκεκριμένα το βακτηρίδιο «Mycobacterium leprae»). Η ασθένεια είναι γνωστή από την αρχαιότητα (στην αρχαία Ελλάδα ονομαζόταν «ελεφαντίαση») κι εκτός από την απολέπιση, προκαλεί παραμορφώσεις μελών του σώματος, τύφλωση, νέκρωση των νεύρων (σημεία όπου εμφανίζονται συνήθως κόκκινες κηλίδες) που οδηγεί σε αδυναμία αίσθησης του ζεστού, κρύου κ.τ.λ. με συνέπεια τους αυτοτραυματισμούς. Ο θάνατος επέρχεται λόγω των μολύνσεων που προκαλεί η ασθένεια στα διάφορα όργανα του σώματος. Η λέπρα, σήμερα θεωρείται ιάσιμη, ειδικά αν η θεραπεία αρχίσει στα πρώιμα στάδια της ασθένειας. Η ασθένεια θεωρείται μεταδοτική, αν και ο τρόπος μετάδοσης τελεί υπό διερεύνηση. Είναι γεγονός πάντως, πως το 95% και πλέον των ανθρώπων έχουν φυσική ανοσία απέναντι στον ιό.

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2011

Ο Αόρατος Πόλεμος

 
Υπάρχει ένας πόλεμος της ψυχής που ενεργείται στα κρυφά με λογισμούς από τα πνεύματα της πονηρίας. Επειδή η ψυχή είναι αόρατη, οι επίβουλες εκείνες δυνάμεις της επιτίθενται με αόρατο πόλεμο, όπως ταιριάζει στην ουσία της. Και μπορεί να δει κανείς ανάμεσα σ' αυτές και σ' εκείνη όπλα και παράταξη και δόλια τεχνάσματα και πόλεμο φοβερό και συμπλοκή πεισματώδη και νίκες και ήττες και από τα δύο μέρη. Μόνο ένα πράγμα λείπει από αυτόν το νοητό πόλεμο, για τον οποίο μιλάω, που υπάρχει στον αισθητό. Ο καιρός του πολέμου. Γιατί ο αισθητός πόλεμος ξέρει να προσδιορίζει και τον καιρό και την τάξη της διεξαγωγής του. Ενώ ο νοητός ξεσπά ξαφνικά και απροειδοποίητα στα βάθη της καρδιάς και με ενέδρα χτυπά καίρια την ψυχή και τη θανατώνει με την αμαρτία.
Όσιος Φιλόθεος ο Σιναΐτης

Πέμπτη 21 Ιουλίου 2011


Η ΑΥΤΟΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ
ΜΟΝΑΔΑΣ 

Δρ Αθηνά Μιχαηλίδου – Ευριπίδου 
Παιδαγωγικό Ινστιτούτο Κύπρου

Η ενίσχυση και η σταδιακή αυτονόμηση της σχολικής μονάδας είναι έντονο στοιχείο που χαρακτηρίζει τα περισσότερα εκπαιδευτικά συστήματα στην Ευρώπη. Ιδιαίτερα στις σκανδιναβικές χώρες, η σχολική μονάδα έχει την πρωτοβουλία του καταρτισμού του ετήσιου προγραμματισμού της και του δικού της μοναδικού και αυθεντικού σχεδίου δράσης, μέσα στα πλαίσια βέβαια του περιγράμματος στόχων που δίνει ο ‘κεντρικός’ εκπαιδευτικός φορέας. Το πρόγραμμα και σχέδιο δράσης του κάθε σχολείου, δημιουργείται συλλογικά από όλους τους συμμετέχοντες στο εκπαιδευτικό έργο που συντελείται στη μονάδα (μαθητές εκπαιδευτικούς και γονείς), κοινοποιείται έγκαιρα σε όλους και αποτελεί το «όραμα» και τη βασική επιδίωξη όλων για βελτίωση και πρόοδο.

Είναι γεγονός ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα έχει συγκεντρωτικό χαρακτήρα. Πρακτικό παράδειγμα αυτού του συγκεντρωτισμού, αποτελεί και η αντιμετώπιση των σχολείων μας ως πανομοιότυπων μονάδων με τα ίδια χαρακτηριστικά, η οποία αντιμετώπιση αγνοεί συχνά τις ιδιαιτερότητες που έχει και την κουλτούρα που αναπτύσσει το κάθε σχολείο. Οι εισδοχές στην κάθε σχολική μονάδα, οι ζωντανοί πληθυσμοί που την αποτελούν, ο χώρος και ο χρόνος στους οποίους συντελείται το εκπαιδευτικό έργοκαιπολλές άλλεςπαράμετροι, αποτελούν διαφοροποιητικά στοιχεία στην ύπαρξη της κάθε σχολικής μονάδας, αλλά κυρίως στο έργο που υτή παράγει. Στο επίπεδο της τάξης, η αλλαγή και η χρήση διαφοροποιημένης πρακτικής τόσο κατά τη διδασκαλία, όσο και κατά την αντιμετώπιση του κάθε μαθητή ως ξεχωριστής οντότητας, απαιτεί δραστικές δομικές αλλαγές σε σημαντικές πτυχές της εκπαίδευσής μας, όπως η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, η αξιολόγηση του μαθητή, η διαμόρφωση του σχολικού χώρου και πολλές άλλες. Κυρίως όμως, απαιτείται η αλλαγή νοοτροπίας σε όλα τα φάσματα του συστήματος.

Μια πρακτική που θα βοηθούσε στην αποκέντρωση, θα σεβόταν τη διαφορετικότητα και θα έφερνε αέρα ανανέωσης και αναθεώρησης αξιών στο εκπαιδευτικό μας σύστημα, είναι η αυτονόμηση της σχολικής μονάδας σε θέματα αξιολόγησης του εκπαιδευτικού και του εκπαιδευτικού έργου.

Έχει πια ωριμάσει ο καιρός για λήψη απόφασης στο σχολείο. Ο/η διευθυντής/ντρια μαζί με το προσωπικό, τους μαθητές και τους γονείς τους, όλοι δηλαδή όσοι έχουν το δικαίωμα να γνωρίζουν τι γίνεται στη σχολική μονάδα, μπορούν να γίνουν οι καλύτεροι κριτές του δικού τους έργου. Η οποιασδήποτε μορφής εξωτερική αξιολόγηση του έργου του σχολείου ή/και του έργου του εκπαιδευτικού, θα πρέπει να αντικρίζεται ως ενίσχυση του έργου που επιτελείται στο σχολείο και να επιβεβαιώνει την αξιολόγηση που διενεργεί για το δικό της έργο η ίδια η σχολική μονάδα.

Στη μικροκοινωνία της εκπαίδευσής μας, έχει ταυτιστεί, δυστυχώς, η αξιολόγηση με τη βαθμολογία και τον εντοπισμό των μειονεκτημάτων – προβλημάτων μιας μονάδας. Επίσης, πολύ συχνά, η αξιολόγηση της σχολικής μονάδας γίνεται για σκοπούς αξιολόγησης του διευθυντή της και όχι για σκοπούς βελτίωσης του όλου εκπαιδευτικού έργου, το οποίο συντελείται από κοινού από τους συνεργαζόμενους φορείς (μαθητές, γονείς, εκπαιδευτικούς, διευθυντική ομάδα). Σκοπός της αξιολόγησης θα μπορούσε να είναι ακριβώς ο αντίθετος: ο εντοπισμός των δυνατών μας σημείων, ο έπαινος και η ενίσχυση της θετικής πλευράς, αλλά ταυτόχρονα και η παραδοχή των περιορισμών και των προβληματικών στοιχείων εκείνων που εμποδίζουν την ανάπτυξη του σχολείου ως συνόλου. Άν σκοπός της αξιολόγησης είναι η βελτίωση και η ανάπτυξη της σχολικής μονάδας σε ένα πνεύμα συνεργασίας, αμοιβαίου σεβασμού και προαγωγής της δημιουργικότητας από μέρους όλων των ενδιαφερομένων, τότε η εξωτερική, τυπική και τελική αξιολόγηση από μόνη της δεν μπορεί να εξυπηρετήσει το σκοπό αυτό. Αντίθετα, η συνεχής, εσωτερική και «εκ των ένδον» αυτοαξιολόγηση προάγει τη συνεχή βελτίωση, αλλά κυρίως αναπτύσσει πνεύμα ευθύνης και καθιστά υπόλογους και υπεύθυνους για τις πράξεις τους, όλους τους εμπλεκόμενους στη διαδικασία της αξιολόγησης.

Ο ρόλος τόσο του εκπαιδευτικού όσο και του μαθητή μέσα στη σχολική μονάδα, περιορίζεται σήμερα στον εκτελεστικό. Ο ρόλος της διευθυντικής ομάδας παραμένει στην εκτέλεση οδηγιών και σπάνια στην ανάπτυξη πρωτοβουλιών και τη δημιουργία. Ο ρόλος των γονέων είναι περιθωριοποιημένος στην παρακολούθηση και μόνο της εκπαιδευτικής πράξης. Με την ανάπτυξη μηχανισμού αυτοαξιολόγησης ο ρόλος αυτός θα μπορούσε να αναβαθμιστεί σε ρόλο δημιουργικό, ρόλο που απαιτεί διερεύνηση και κριτική σκέψη, ρόλους στους οποίους, θεωρητικά τουλάχιστον, το εκπαιδευτικό μας σύστημα στοχεύει. Θα μπορούσε, δηλαδή, εκπαιδευτικός και μαθητής να παράγουν έργο με πλήρη συνειδητοποίηση των αποφάσεών τους και να μην είναι απλά αναδημιουργοί ή εκτελεστές του έργου άλλων.

Για να καταστεί δυνατή η δημιουργία και ανάπτυξη του μηχανισμού αυτοαξιολόγησης στη σχολική μονάδα επιβάλλεται η οριοθέτηση των γνώσεων, δεξιοτήτων και στάσεων που επιδιώκει το σχολείο για το μαθητή. Επίσης, επιβάλλεται η έγκαιρη κατάθεση του προγράμματος δράσης του σχολείου για όλη τη χρονιά και όλες τις πτυχές του έργου της σχολικής μονάδας, προς ενημέρωση όλων των ενδιαφερομένων. Το πρόγραμμα του σχολείου πρέπει να πηγάζει από τη συλλογική προσπάθεια όλων αλλά να αποτελεί και πηγή ευθύνης για όλους. 

Είναι υποχρέωσή μας να ξεκαθαρίσουμε «το ζητούμενο» το οποίο πρέπει όχι μόνο να γίνει γνωστό σε όλους τους ενδιαφερόμενους – εμπλεκόμενους, αλλά και να είναι από την αρχή δομημένο με τη συναίνεση όλων. Η προσπάθεια για καθορισμό επιπέδων στο εκπαιδευτικό μας σύστημα θα μπορέσει ίσως να βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση, άν τροχοδρομηθεί από την αρχή σωστά και με βάση την συναινετική προσπάθεια όλων. Ένα κοινά αποδεκτό και ευέλικτο πλαίσιο σκοπών και στόχων – δεικτών απόδοσης (performance indicators) στο σχολείο θα αποτελέσει τη βάση στην οποία θα στηριχθεί η προσπάθεια αυτοβελτίωσης, αυτοαξιολόγησης και ανάπτυξης «εκ των έσω».

Τα κριτήρια της αξιολόγησης θα πρέπει να είναι ξεκάθαρα και δοσμένα σε όλους από την αρχή. Σκοπός είναι να πετύχουμε το μέγιστο των στόχων που τίθενται μέσα από την προσπάθεια στη σχολική μονάδα και όχι να ανακαλύψουμε απλά ποιος εργάζεται και ποιος όχι (που και σε αυτή την περίπτωση η απόδοση ευθυνών απουσιάζει). Θεωρείται βέβαιη η συναντίληψη όλων των εμπλεκομένων, καθώς και η κοινή προσδοκία και όραμα για μια ποιοτική εκπαίδευση.

Η αυτοαξιολόγηση θα αποτελέσει δείγμα αξιόπιστο και έγκυρο του «εκπαιδευτικού γίγνεσθαι» μέσα στο σχολείο. Θα είναι μια φωτογράφηση της όλης προσπάθειας, πλούσια σε δεδομένα ποσοτικά και ποιοτικά και δοσμένη προς τα έξω από τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς και μαθητές, καθώς και από τη διοίκηση του σχολείου αλλά και τους γονείς. Η διαδικασία της αυτοαξιολόγησης της σχολικής μονάδας είναι μια διαδικασία μάθησης για όλους τους εμπλεκόμενους αλλά και μια δημιουργική εμπειρία, αφού μέσα από αυτήν δίνεται σε όλους η ευκαιρία να γνωρίσουν τις δυνατότητές τους, να υπερβούν τις αδυναμίες τους, αλλά και να αντιληφθούν καλύτερα το δικό τους ρόλο στη μονάδα.

Η αυτοαξιολόγηση θα πρέπει να επιτρέπει σε όλους τους εμπλεκόμενους την έκφραση άποψης για την ποιότητα της εκπαίδευσης στο σχολείο και να τεκμηριώνει συστηματικά και επιστημονικά τα οποιαδήποτε αποτελέσματα για το έργο που επιτελείται. Ο μαθητής, έχοντας ξεκάθαρους στόχους από την αρχή, αναγνωρίζει την αξία της προσπάθειας και αναπτύσσει κίνητρα αλλά και μηχανισμούς που οδηγούν στην αξιοποίηση των ικανοτήτων του. Ο εκπαιδευτικός, γνωριζοντας τι αναμένεται από αυτόν, είναι σε θέση να τεκμηριώσει την εργασία του ποικιλοτρόπως (π.χ. φάκελος εργασίας, αποτελέσματα δοκιμίων, τήρηση ημερολογίου). Η διοίκηση του σχολείου παίρνει άμεση ανατροφοδότηση για την εργασία που επιτελείται, αλλά έχει ταυτόχρονα και την άμεση ευθύνη της στήριξης και ανατροφοδότησης για σκοπούς βελτίωσης του έργου που επιτελείται. Ο εξωτερικός κριτής (σύμβουλος, επιθεωρητής ή και γονιός) θα αντικρίσει την εργασία και το έργο του σχολείου μέσα από την προοπτική της προσπάθειας για αυτοβελτίωση και θα αντιληφθεί αμέσως τα θετικά που περιλαμβάνει η όλη προσπάθεια.

Το σύστημα αυτοαξιολόγησης της σχολικής μονάδας είναι μια ανάγκη για την εκπαίδευσή μας. Επιτρέπει στους συμμετέχοντες να αναπτύξουν κίνητρα και ικανότητες τέτοιες που θα προβάλουν τον καλύτερό τους εαυτό, να βιώσουν το αίσθημα του «ανήκειν» στη σχολική μονάδα. Η αυτοαξιολόγηση είναι μια διαδικασία που ξεπερνά την αξιολόγηση «χάριν της αξιολόγησης», αφού γίνεται μέσα σε περιβάλλον αλληλοσεβασμού και διαφάνειας, με ορατούς στόχους και ουσιαστικά κίνητρα.

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2011

Οι Γνωστικοί και ο Κόσμος του Λάθους

της Καίτης Βασιλάκου

 

Στη μεταβατική εποχή του 2ου,3ου,και 4ου αιώνα μ.Χ, όταν ο αρχαίος κόσμος έσβηνε αργά και επώδυνα και η ρωμαϊκή αυτοκρατορία μεταστοιχειωνόταν σε κάτι άλλο που ακόμα κανείς δεν ήταν σε θέση να καταλάβει, και καθώς ο χριστιανισμός κέρδιζε συνέχεια έδαφος εις βάρος της εθνικής θρησκείας, άνθισε το κίνημα των Γνωστικών, των πρώτων αιρετικών χριστιανών, όπως τους αποκάλεσαν οι αντίπαλοί τους.

 

 Να σημειώσουμε εδώ ότι, όπως συμβαίνει σε όλες τις μεταβατικές περιόδους, οι εθνικοί αντιπροσώπευαν τη συντήρηση, τον παλιό κόσμο που έπρεπε να φύγει από τη μέση για να πάρει τη θέση του ο καινούργιος. Ο καινούργιος κόσμος ήταν οι χριστιανοί. Οι ανατρεπτικές ιδέες τους μπορεί να φόβιζαν τους συντηρητικούς, όμως αυτές τελικά σηματοδοτούσαν την πρόοδο, δηλαδή το πέρασμα σε μια νέα φάση της Ιστορίας. Σήμερα ξέρουμε ότι αυτή η πρόοδος έφερε τελικά οπισθοδρόμηση στα γράμματα, στις τέχνες και στη σκέψη και έμπασε το δυτικό άνθρωπο στο μεσαίωνα. Αυτό όμως είναι άλλο θέμα.

 

 

Από τη μια λοιπόν έχουμε τους εθνικούς που αγωνίζονται να διατηρήσουν τον κόσμο τους έτσι, όπως τον ξέρουν, και από την άλλη τους χριστιανούς που μάχονται να κατεδαφίσουν αυτόν τον κόσμο και να χτίσουν ένα καινούργιο. Είναι μια εποχή μεγάλης αναστάτωσης και σύγκρουσης ιδεών που καλεί τους ανθρώπους  να συνταχθούν είτε με τη μία είτε με την άλλη άποψη.  Ανάμεσα στις δυο απόψεις δεν  υπάρχει χώρος για  τρίτη. Η τρίτη άποψη μπορεί να είναι μόνο η αποχή.

 

Οι Γνωστικοί, κατά τη γνώμη μου, εκφράζουν αυτή την τρίτη άποψη με τη στάση  και τις ιδέες τους.

Χωρισμένοι σε πολυάριθμες ομάδες με πιο γνωστούς τους Βασιλειδιανούς και τους Βαλεντινιανούς, οι Γνωστικοί πιστεύουν ότι ο κόσμος στον οποίο ζούμε είναι απατηλός, μια ψευδαίσθηση, ένας εφιάλτης, από τον οποίο κάποτε θα ξυπνήσουμε. Σε  άλλη παραλλαγή αυτής της δοξασίας ο κόσμος υπάρχει μεν, αλλά  είναι ένας «Κόσμος του Λάθους», έργο ενός κατώτερου Δημιουργού που αγνοεί ότι πάνω από αυτόν υπάρχει ο πραγματικός Θεός.

 

Κατά τους Γνωστικούς δεν σώζεται κανείς με την πίστη αλλά με τη γνώση, την ενορατική γνώση. Αυτή θα τους βοηθήσει να εννοήσουν την αλήθεια και να στραφούν προς τον αληθινό κόσμο, έργο του αγαθού Θεού που βρίσκεται σε άλλους ουρανούς.

 

Ένα κοινό χαρακτηριστικό  που διατρέχει όλες τις γνωστικές ομάδες είναι η βαθιά αίσθηση της αποξένωσης. Σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο οι Γνωστικοί αισθάνονται ξένοι, εξόριστοι. Ο πρώτος άνθρωπος της δημιουργίας ονομάζεται από τους Σεθιανούς Γνωστικούς «Γεραδάμα», δηλαδή Αδάμ ο Ξένος. Μια άλλη ομάδα Γνωστικών, οι Υψιστάριοι  - σ’ αυτούς ανήκε μάλιστα ένα καιρό και ο πατέρας του Ιωάννη Χρυσόστομου -  ονομάζουν το Θεό τους αλλογενή Ύψιστο και οι ίδιοι αυτοαποκαλούνται αλλογενείς.

 

(Ας θυμηθούμε με την ευκαιρία το μύθο του σπηλαίου, όπως μας τον παραδίδει ο Πλάτων: οι άνθρωποι  βλέπουν τις σκιές του πραγματικού κόσμου, όπως αυτές σχηματίζονται στα τοιχώματα της σπηλιάς, όπου ζουν ισόβια αλυσοδεμένοι και καθηλωμένοι και νομίζουν ότι αυτός είναι ο πραγματικός κόσμος.  Χωρίς να είναι Γνωστικός ο Πλάτων,  «σκέφτεται» γνωστικά. Είναι δυιστής, όπως όλοι οι Γνωστικοί, και πιστεύει στην ύπαρξη δύο παράλληλων κόσμων, αυτού μέσα στον οποίο ζούμε και ενός άλλου υπερβατικού και τέλειου, του οποίου «σκιά» είναι ο δικός μας κόσμος.

Αλλά και ο φιλόσοφος αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος, στωικός αυτός και όχι γνωστικός, γράφει στα «Εις Εαυτόν» ότι η ζωή εδώ είναι «ξένου επιδημία», δηλαδή παραμονή σε ξένη γη. Και εδώ διαβλέπουμε γνωστική σκέψη).

 

Εφόσον αυτός ο κόσμος είναι μια ψευδαίσθηση ή ένας κόσμος του Λάθους, οι Γνωστικοί αρνούνται να συμμετάσχουν στα δρώμενα της κοινωνίας τους και κρατούν μια περιθωριακή στάση απέναντί της.

Έχουν αντιεξουσιαστικές αντιλήψεις: αδιαφορούν για την κατεστημένη εξουσία και για κάθε είδους ιεραρχία και έχουν τάσεις εκλεκτικισμού.

 

Ενδιαφέρον είναι ότι θεωρούσαν τη γυναίκα ισότιμη με τον άνδρα και γι αυτό υπήρχαν γυναίκες ιεραπόστολοι και προφήτισσες. Πολλοί από αυτούς ήταν εχθροί της αναπαραγωγής, επειδή πίστευαν ότι είναι αμαρτία να  παγιδέψουν σ’ αυτό τον κόσμο του Λάθους και άλλες ψυχές. Ένας λόγος που έσβησαν από την Ιστορία πρέπει να είναι και αυτός.

Οι περισσότεροι από αυτούς  αυτοαποκαλούνταν χριστιανοί, αλλά η κοσμοθεωρία τους φόβιζε τους άλλους χριστιανούς, οι οποίοι τους μισούσαν και φαίνεται ότι διέδιδαν εις βάρος τους πολλές συκοφαντίες.

Υπήρχαν όμως και εθνικοί Γνωστικοί.

 

Μετά την επικράτηση της ορθόδοξης πίστης στη Σύνοδο της Νίκαιας το 325, οι Γνωστικοί μαζί με τους υπόλοιπους διαφωνούντες κρίθηκαν αιρετικοί και με την πάροδο των χρόνων οι ομάδες τους έπεσαν σε παρακμή και έσβησαν.

 

Δεν χάθηκαν ωστόσο εντελώς.

Στις ανατολικές επαρχίες της Βυζαντινής αυτοκρατορίας εμφανίζονται ως Παυλικιανοί τον 7ο αιώνα. Οι εικονομάχοι αυτοκράτορες τους ευνόησαν, αλλά μετά την αποκατάσταση των εικόνων διώχθηκαν απηνώς. Αργότερα ο Ιωάννης Τσιμισκής φέρνει τα υπολείμματά τους στη χερσόνησο του Αίμου και τα χρησιμοποιεί στρατιωτικά. Από αυτούς περνά ο γνωστικισμός στους Βούλγαρους. Πρόκειται για την αίρεση των Βογόμιλων που εμφανίζεται εκεί τον 10ο αιώνα. Οι Βογόμιλοι μεταγγίζουν τις γνωστικές ιδέες τους  στη δυτική Ευρώπη, όπου το 12ο αιώνα εμφανίζεται η αίρεση των Καθαρών στη Γερμανία και τη Γαλλία. Εννοείται ότι η επίσημη εκκλησία τους καταδίωξε ανηλεώς, μέχρι που τους εξαφάνισε.

Και στις τρεις αυτές περιπτώσεις ο γνωστικισμός έχει μεταλλαχθεί σε αδιάλλακτη εχθρότητα απέναντι στην κατεστημένη εξουσία οποιασδήποτε μορφής, την οποία θεωρεί διεφθαρμένη, και αντιστέκεται  με νύχια και με δόντια εναντίον της.

 

Μια μικρή γνωστική κοινότητα, οι Μανδαίοι, φαίνεται να επιβιώνει στο σημερινό Ιράκ.

 

Στην εποχή μας που η θρησκευτική πίστη έχει ατονήσει, ο γνωστικός τρόπος σκέψης εμφανίζεται σε άλλα πεδία, στη φιλοσοφία, στο μυθιστόρημα και στις κινηματογραφικές ταινίες.

 

Σύμφωνα με τον Sean Martin στο βιβλίο του «Οι Γνωστικοί» ( εκδ. Αρχέτυπο) ο Βολταίρος  στα έργα του «Candide» και «Το όνειρο του Πλάτωνος» και ο Γκαίτε στον «Φάουστ» εκφράζουν  γνωστικές ιδέες.

Στοιχεία γνωστικισμού βρίσκουμε και στους υπαρξιστές φιλοσόφους Πασκάλ, Κίρκεγκορ και Νίτσε.

Ο διάσημος  ψυχίατρος Καρλ Γιούνγκ δήλωνε γνωστικός.

Ο Φραντς Κάφκα είχε επίσης ενδιαφερθεί για το γνωστικισμό και τα δυο μεγάλα έργα του «η Δίκη» και «ο Πύργος» έχουν γνωστικές επιδράσεις.

Ο Αλμπέρ Καμύ με τον «Ξένο» του τοποθετείται απέναντι στον κόσμο ως γνήσιος γνωστικός.

Ας θυμηθούμε επίσης την ταινία «The Truman show», όπου ο κεντρικός ήρωας  μεγαλώνει σ’ ένα απατηλό κόσμο.

Αλλά το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μάς το δίνει η ταινία «Matrix»:

«Ξύπνα, Νίο», αυτό το μήνυμα βλέπει γραμμένο στον υπολογιστή του ο πρωταγωνιστής της ταινίας, ο οποίος στη συνέχεια μαθαίνει ότι ο κόσμος μέσα στον οποίο ζει , είναι ένας πλασματικός κόσμος.

Ο πραγματικός  βρίσκεται αλλού και αυτό που εκείνος βιώνει ως πραγματικότητα είναι απλώς η προσομοίωση ενός  υπολογιστή. Η ταινία χρησιμοποιεί όρους που υπάρχουν στα γνωστικά κείμενα, όπως τύφλωση, ύπνος, άγνοια, όνειρο, σκοτάδι και νύχτα που αντιπαρατίθενται στην όραση, στην αφύπνιση, στη γνώση και στο φως.

 

Πιστεύω ότι ο γνωστικισμός είναι τρόπος αντίληψης των πραγμάτων και κατ’ ακολουθία και τρόπος ζωής. Εκφράζει  μια διαχρονική κατηγορία ανθρώπων που αρνούνται να αναμετρηθούν με τον κόσμο, τον οποίο θεωρούν εξ ορισμού άδικο και σκληρό και τον οποίο καμιά ανθρώπινη δύναμη δεν μπορεί να βελτιώσει. Κατά την άποψή τους η ίδια η φύση της ύλης είναι τέτοια που  δεν μπορεί να δεχτεί καμιά διορθωτική επέμβαση . Γι αυτό προτιμούν να της γυρίσουν την πλάτη  και να βυθιστούν στα ανακουφιστικά τους οράματα.

 

Είναι άτομα της σκέψης αλλά όχι της δράσης, κατά κανόνα μοναχικά και απαισιόδοξα , απογοητευμένα από τον τρόπο που βλέπουν να λειτουργούν τα πράγματα. Παρατηρούν τον κόσμο και διαλογίζονται, δεν αισθάνονται όμως ικανά να τα βάλουν μαζί του. Εφόσον δεν μπορούν να αναλάβουν δράση, η μόνη τους διέξοδος είναι να συστραφούν περί τον εαυτό τους και να δημιουργήσουν με τη φαντασία τους ουτοπικούς κόσμους, όπου βασιλεύουν η δικαιοσύνη και η ευτυχία. Όσο γι αυτόν εδώ τον κόσμο, το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να τον αγνοήσουν.

 

Δεν μπορώ εδώ να αντισταθώ στον πειρασμό και να μην αναφέρω τους στίχους του Άκη Πάνου: «Ήρθα σαν ξένος στη ζωή και ξαναφεύγω ξένος» καθώς και ολόκληρο το ποίημα του Γιάννη Σκαρίμπα «Σπασμένο Καράβι» ( όπου βλέπουμε την απόλυτη άρνηση του ζώντος κόσμου) - μια μικρή απόδειξη ότι ο γνωστικισμός είναι τελικά τρόπος σκέψης πέρα από θρησκευτικές αιρέσεις και δοξασίες.

 

Ο Πλάτων, αν και δεν ήταν γνωστικός, πιστεύω ότι ανήκει σ’ αυτή την κατηγορία και η «Πολιτεία» του εκφράζει το δικό του ουτοπικό όραμα για ένα καλύτερο κόσμο. Καθαρά δυιστής και αυτός, πιστεύει στην παράλληλη  ύπαρξη του τέλειου κόσμου των Ιδεών και φυσικά περιφρονεί την αθηναϊκή δημοκρατία και το θόρυβο της εκκλησίας του δήμου.

 

Ο στωικός Μάρκος Αυρήλιος έχει κι εκείνος γνωστικό τρόπο σκέψης.

Η έκπληξη είναι ότι αυτός ο αυτοκράτορας πέρασε τα περισσότερα χρόνια του στα διάφορα στρατόπεδα πολεμώντας τους βαρβάρους. Αλλά ήταν σαν να διεκπεραίωνε κάποιο καθήκον, μια και η μοίρα τον είχε τοποθετήσει σ’ αυτή τη θέση.. Ήταν απαισιόδοξη φύση και έβλεπε  τον κόσμο από απόσταση.

 

Οι Γνωστικοί των πρώτων μεταχριστιανικών αιώνων κάνουν το ίδιο.

Δεν είναι άνθρωποι της δράσης, νιώθουν αποστροφή για τον κόσμο, ενοχλούνται από τη φασαρία του  και αυτοπεριθωριοποιούνται τηρώντας μια στάση εκλεκτικισμού απέναντι στους άλλους, τους οποίους θεωρούν απλοϊκούς και αφελείς.

 

Χωρίς να είναι αυτή η καλύτερη λύση για να ζήσει κανείς τη ζωή του, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι  ο γνωστικός τρόπος σκέψης μάς έδωσε μεγάλα έργα. Εκτός από αυτά που ήδη ανέφερα, παραθέτω ακόμα μερικά που βρήκα στο βιβλίο του Sean Martin  «Οι Γνωστικοί»:

 

«Το Βιβλίο του Ούριζεν», «Βάλα ή Τα Τέσσερα Ζώα», «Ιερουσαλήμ», του Ουίλιαμ Μπλέικ.

«Η Ναυτία», του Ζαν Πολ Σαρτρ.

«Ντέμιαν» και «Ο Λύκος της Στέπας», του Χέρμαν Έσσε.

«Μόμπι Ντικ», του Χέρμαν Μέλβιλ.

Πολλά μυθιστορήματα του Φίλιπ Ντικ, εκ των οποίων αναφέρω μόνο το «Ηλεκτρικό Πρόβατο», πάνω στο οποίο βασίστηκε η ταινία του Ridley Scott  «Blade Runner».

Επίσης γνωστικά θέματα έχουν χρησιμοποιήσει μεταξύ άλλων: Ο Λόρενς Ντάρελ στο «Αλεξανδρινό Κουαρτέτο», ο Τζακ Κέρουακ στο «Δόκτωρ Σαξ», ο Ανατόλ Φρανς στην «Εξέγερση των Αγγέλων», ο Χάρολντ Μπλουμ στην «Πτήση προς τον Εωσφόρο», ο Άλεν Γκίνσμπεργκ στην «Πλουτώνια Ωδή» και οι Μπόρχες και Σιοράν στο έργο τους γενικά.

 

Κόσμος του Λάθους, λοιπόν.

Μήπως  εκείνοι οι μονόχνωτοι Γνωστικοί είχαν  κάποιο δίκιο;

Καίτη Βασιλάκου

  

ας Τον ντύσουμε

Φίλοι Χριστού είναι οι Φιλόπτωχοι

Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου

"...Όσο είναι καιρός, λοιπόν, ας επισκεφθούμε το Χριστό, ας Τον περιποιηθούμε, ας Τον θρέψουμε, ας Τον ντύσουμε, ας Τον περιμαζέψουμε, ας Τον τιμήσουμε.
Όχι μόνο με τραπέζι, όπως μερικοί, όχι μόνο με μύρα, όπως η Μαρία, όχι μόνο με τάφο, όπως ο Αριμαθαίος Ιωσήφ, όχι μόνο με ενταφιασμό, όπως ο φιλόχριστος Νικόδημος, όχι μόνο με χρυσάφι, λιβάνι και σμύρνα, όπως οι μάγοι πρωτύτερα.
Μα επειδή ο Κύριος των όλων θέλει έλεος και όχι θυσία και επειδή η ευσπλαχνία είναι καλύτερη από τη θυσία μυριάδων καλοθρεμμένων αρνιών, ας Του την προσφέρουμε μέσου εκείνων που έχουν ανάγκη, μέσω εκείνων που βρίσκονται σήμερα σε δεινή θέση, για να μας υποδεχθούν στην ουράνια βασιλεία, όταν φύγουμε από τον κόσμο τούτο και πάμε κοντά στον Κύριο μας, το Χριστό, στον οποίο ανήκει η δόξα στους αιώνες.
Αμήν".
stratisandriotis.blogspot.com