Τρίτη 12 Ιουλίου 2011

Μαθητές με χαμηλές προσδοκίες

Του Σταύρου Πάγκαλου,
Σχ. Σύμβουλου Δ/θμιας Εκπ/σης, κλ. ΠΕ12.05
Αν εξετάσει κανείς το μαθητικό δυναμικό στις σχολικές μονάδες της Δ/θμιας Τεχνικής –Επαγγελματικής Εκπαίδευσης (ΔΤΕΕ) θα διακρίνει τρεις λίγο – πολύ ευδιάκριτες κατηγορίες μαθητών:
Η πρώτη αποτελείται από μαθητές που επιθυμούν πραγματικά να ασκήσουν το επάγγελμα στην Ειδικότητα στην ειδικότητα που επέλεξαν. Πολλοί απο αυτούς ενδιαφέρονται να ακολουθήσουν το επάγγελμα των γονιών τους ή άλλων ατόμων από το οικογενειακό τους περιβάλλον, κάποιοι έχουν ήδη σχετική εργασιακή εργασιακή εμπειρία και είδαν ότι τους ενδιαφέρει, άλλοι έχουν εκδηλώσει από νωρίς την κλίση τους για  κάποιο αντικείμενο και έχουν συνειδητά επιλέξει τη συγκεκριμένη κατεύθυνση μετά από ενδελεχή διερεύνηση των επαγγελματικών προοπτικών  που τους προσφέρει, κ.ά.  Είναι δηλαδή μαθητές με προσδοκίες που θέλουν να μάθουν όσο το δυνατόν περισσότερα  πάνω για το επάγγελμά τους.
Η δεύτερη, συνήθως πιο ολιγάριθμη από την πρώτη (εξαρτάται από την Ειδικότητα), αποτελείται από μαθητές που έχουν βάλει ως απώτερο στόχο την εισαγωγή τους σε ΤΕΙ. Έχουν επιλέξει δηλαδή τη συγκεκριμένη κατεύθυνση εκτιμώντας ότι,  μέσω της διαδικασίας των πανελλαδικών εξετάσεων με το ειδικό ποσοστό για τους μαθητές των ΕΠΑΛ, θα πετύχουν πιο εύκολα και σίγουρα το στόχο τους. Εκτιμούν δηλαδή ότι αν συνέχιζαν τις σπουδές τους στο Γενικό Λύκειο και συμμετείχαν στις γενικές πανελλαδικές εξετάσεις η βαθμολογία που θα συγκέντρωναν δεν θα τους έδινε πολλές πιθανότητες να εισαχθούν στην Σχολή που επιθυμούν.  Ο αριθμός τους εξαρτάται κυρίως από το κατά πόσο η ιδιαίτερη διαδικασία πρόσβασης που προβλέπεται για τους μαθητές της ΔΤΕΕ είναι ευνοϊκότερη σε σχέση με αυτή που ισχύει για τους μαθητές του Γενικού Λυκείου. Είναι και αυτοί μαθητές με προσδοκίες που έχουν καλές επιδόσεις στο σχολείο, δεν εκφράζουν όμως την κύρια κατεύθυνση της ΔΤΕΕ που είναι η προετοιμασία για ένα επάγγελμα μέσης στάθμης.
Τέλος, η τρίτη κατηγορία αποτελείται από μαθητές με χαμηλές προσδοκίες. Είναι μαθητές που έχουν καταλήξει στη ΔΤΕΕ γιατί το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα και ο κοινωνικός περίγυρος τους έχει χαρακτηρίσει ως «αδύνατους» μαθητές  ή μαθητές που «δεν παίρνουν τα γράμματα». Πολλοί από αυτούς αντιμετωπίζουν μαθησιακές δυσκολίες (δεν έναι τυχαίο ότι το ποσοστό των μαθητών με δυσλεξία είναι πολύ μεγαλύτερο στη ΔΤΕΕ σε σχέση με τη Γενική Εκπαίδευση). Συνήθως έχουν επιλέξει τον Τομέα /Ειδικότητα που φοιτούν με χαλαρά κριτήρια. Παρουσιάζουν μειωμένο ενδιαφέρον για τα μαθήματα (τόσο αυτά της Γεν. Παιδείας, όσο και της Ειδικότητας) και έχουν χαμηλές επιδόσεις. Ευελπιστούν ότι θα καταφέρουν μέσα από το ΕΠΑΛ - όπου φοιτούν οι περισσότεροι μαθητές αυτής της κατηγορίας - να πάρουν ένα απολυτήριο Λυκείου έχοντας καταβάλει λιγότερο κόπο σε σχέση με το Γενικό Λύκειο. Θα το χρησιμοποιήσουν ως αποδεικτικό περαίωσης της Δ/θμιας Εκπ/σης και ενδεχομένως να μπορέσουν έτσι να διοριστούν και στο Δημόσιο ή σε όποια άλλη εργασία, όπου το απολυτήριο Λυκείου μετρά ως προσόν, ή ακόμη -  με την κατάργηση της βάσης του 10 στις πανελλαδικές εξετάσεις - να εγγραφούν σε κάποιο ΤΕΙ. Μικρός αριθμός από τους  μαθητές αυτούς θα απασχοληθεί τελικά σε μια θέση εργασίας σχετική με το αντικείμενο των σπουδών τους.
Δυστυχώς αυτή η τελευταία κατηγορία μαθητών είναι και η πολυπληθέστερη στα επαγγελματικά σχολεία. Είναι η πηγή αποθάρρυνσης των καθηγητών που βλέπουν τις προσπάθειές τους να μην αποδίδουν. Ταυτόχρονα όμως αποτελούν για τους εκπαιδευτικούς που εργάζoνται στη ΔΤΕΕ  μια πρόκληση: Πως δηλαδή θα καταφέρουν να τους αυξήσουν την αυτοεκτίμηση, να τους βοηθήσουν να συμπληρώσουν τα κενά γνώσεων που έχουν από τις προηγούμενες τάξεις, να τους κινήσουν το ενδιαφέρον για μάθηση, να τους εμφυσήσουν την αγάπη για το αντικείμενο της ειδικότητάς τους, κλπ.
Οι διαπιστώσεις αυτές επαληθεύονται και από τα ευρήματα των λίγων μελετών που έχουν διερευνήσει την απασχόληση των αποφοίτων της ΔΤΕΕ. Ένα μικρό ποσοστό των αποφοίτων, που κυμαίνεται μεταξύ του 5% και του 40% (ανάλογα με την ειδικότητα και τον τύπο του σχολείου), καταλήγει να εργάζεται σε μια εργασία σχετική με το πτυχίο που απέκτησε.
Κάθε μεταρρύθμιση επομένως στη ΔΤΕΕ οφείλει, πρώτα απ’ όλα, να ανατρέψει αυτή την εικόνα. Να μην είναι η ΔΤΕΕ ο χώρος όπου η Γενική Εκπαίδευση εναποθέτει το πρόβλημά της (τους «αδύνατους» μαθητές), αλλά να συγκεντρώνει μαθητές με προσδοκίες, μαθητές που να έχουν συγκεκριμένους μορφωτικούς και επαγγελματικούς στόχους .
Όλες οι κατά καιρούς εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις επικεντρώθηκαν στην μικρή αναλογία των μαθητών που ακολουθούν την ΔΤΕΕ, σε σύγκριση με άλλες χώρες, και έθεταν ως κύριο στόχο τους την αντιστροφή αυτής της κατάστασης, χωρίς να έχουν αναλύσει τις αιτίες του φαινομένου και χωρίς να εξασφαλίσουν ότι η αύξηση του αριθμού των μαθητών στην επαγγελματική εκπαίδευση θα συμβαδίζει με τη βελτίωση της ποιότητας της (κυρίως της ποιότητας του μαθητικού της δυναμικού) και με την αύξηση του κοινωνικού γοήτρου της. Στην ουσία επιδίωκαν (και πολλές φορές το διακήρυτταν κιόλας ως  πρωταρχικό στόχο τους) να «αποσυμφορήσουν» το Γενικό Λύκειο, να μειώσουν δηλαδή, σε πρώτο στάδιο, τους εν δυνάμει υποψήφιους για εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και ιδίως στα ΑΕΙ. Για να γίνει η ΔΤΕΕ πιο ελκυστική στους μαθητές, προέβλεπαν ένα πιο «βατό» πρόγραμμα σπουδών και εισαγωγή στα ΤΕΙ με συνοπτικές διαδικασίες. Έτσι εκείνο που συνήθως συνέβαινε σε καθε αλλαγή, ήταν να αυξηθεί ο αριθμός των μαθητών της τρίτης κατηγορίας και ενδεχομένως και της δεύτερης.
Δημιουργήθηκαν επαγγελματικά σχολεία σε κάθε μικρή πόλη και κωμόπολη για να διευκολυνθεί η πρόσβαση των μαθητών στη ΔΤΕΕ, σχολεία τα οποία ποτέ δεν δικαίωσαν τις προβλέψεις των σχεδιαστών τους, ως προς το πλήθος των μαθητών που θα συγκέντρωναν. Η αγωνία και η ανασφάλεια των καθηγητών, κάθε χρόνο, αν θα εγγραφεί ικανός αριθμός μαθητών για να λειτουργήσει το τμήμα και να μη μείνουν χωρίς ωράριο, «κατέβαζε τον πήχυ» όσον αφορά τα μαθησιακά αποτελέσματα, αφού η απόρριψη κάποιου μαθητή θα οδηγούσε στην κατάργηση του τμήματος, είτε στην ενίσχυση εκείνων των τμημάτων και σχολείων που υπόσχονταν την «απρόσκοπτη» πορεία των μαθητών προς το πτυχίο και το απολυτήριο. Σε κάθε περίπτωση, η αύξηση του αριθμού των σχολικών μονάδων και η μεγάλη γεωγραφική διασπορά τους,  λειτούργησε σε βάρος της ποιότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης, καθώς οδήγησε σε ολιγομελή τμήματα που δεν ήταν δυνατό να υποστηριχθούν με τον απαιτούμενο εργαστηριακό εξοπλισμό, λόγω της εκτίναξης στα ύψη του σχετικού κόστους ανά μαθητή.
Σύμφωνα με όλες τις μελέτες, και ιδιαίτερα τις σχετικές έρευνες του CEDEFOP, το κύρος της ΔΤΕΕ σε μια χώρα εξαρτάται καθοριστικά από το κοινωνικό κύρος των αποφοίτων της. Από το αν δηλαδή οι απόφοιτοι έχουν καλές ευκαιρίες απασχόλησης στην ειδικότητά τους, αν πετυχαίνουν ικανοποιητικές αποδοχές, αν έχουν τα εφόδια να εξελιχθούν (να κάνουν καριέρα) στο πλαίσιο μιας επιχείρησης ή ως αυτοαπασχολούμενοι – εργοδότες, αν έχουν αποκτήσει τις γνώσεις και δεξιότητες να συμμετέχουν σε διαδικασίες δια βίου μάθησης ή να συνεχίσουν σπουδές σε ανώτερο επίπεδο. Εξετάζοντας κανείς τις συνθήκες στα κράτη όπου η ΔΤΕΕ ακολουθείται από την πλειονότητα των  μαθητών, διαπιστώνει ότι  ισχύουν σε μεγάλο βαθμό όλα, ή σχεδόν όλα, τα παραπάνω.
Στη χώρα μας όμως δεν έχουν εξασφαλιστεί οι προϋποθέσεις αυτές, τουλάχιστον για την πλειονότητα των αποφοίτων μας, με αποτέλεσμα τη χαμηλή κοινωνική εκτίμηση και αναγνώριση της ΔΤΕΕ . Ποιος λόγος να γίνει για το γόητρο και το κύρος της ελληνικής επαγγελματικής εκπαίδευσης, όταν το 70% των αποφοίτων της (κατά τις σχετικές έρευνες) ετεροαπασχολείται, εργάζεται δηλαδή σε εργασία άσχετη με το πτυχίο του;
Είναι άραγε λογικό όσοι θα εργασθούν τελικά ως σερβιτόροι, υπάλληλοι σε πολυκαταστήματα, υπάλληλοι σε εταιρείες σεκιούριτι ή ενοικίασης αυτοκινήτων, διανομείς, πωλητές, μικρομαγαζάτορες, κλπ., να έχουν λάβει ακριβή εργαστηριακή εκπαίδευση σε ολιγομελή τμήματα; Μήπως θα ήταν προτιμότερο να είχαν παραμείνει στο Γενικό Λύκειο; Εννοείται σε ένα Γ.Λ. που δεν θα ήταν μονόπλευρα προσανατολισμένο στην εισαγωγή στα ΑΕΙ- ΤΕΙ, αλλά σε ένα σχολείο που θα τους έδινε τη γενική παιδεία και τις κοινωνικές δεξιότητες γι αυτά τα επαγγέλματα.
Τι πρέπει να γίνει λοιπόν για να αυξηθεί το κύρος και η ελκυστικότητα της ΔΤΕΕ στη χώρα μας;
Το πρώτο βήμα είναι να αλλάξει η φιλοσοφία του σχεδιασμού της Δ.Τ.Ε.Ε. Σήμερα είμαστε στο σημείο όπου έχουμε ιδρύσει και διασπείρει σε όλη τη χώρα επαγγελματικά σχολεία και προσπαθούμε να τα εφοδιάσουμε με μαθητές. Ενώ η ορθολογική διαδικασία θα ήταν το κάθε προϋπάρχον σχολείο να καθορίζει έναν κλειστό (και ελάχιστο απαιτούμενο) αριθμό εισακτέων ανά ειδικότητα, με βάση ποιοτικές προδιαγραφές εκπαιδευτικού προσωπικού και μέσων. Εφ όσον η απορρόφηση των αποφοίτων από την αγορά εργασίας είναι ικανοποιητική (με βάση έρευνες) και υπάρχει βεβαιωμένη κοινωνική ζήτηση και για άλλους μαθητές, τότε μόνον να ιδρύονται νέα τμήματα και σχολεία για να καλύψουν τη ζήτηση. Μάλιστα είναι σημαντικό, η εγγραφή των μαθητών σε κάθε επαγγελματική ειδικότητα να γίνεται μετά από ειδικά διαγνωστικά τεστ, μέσω των οποίων να διαπιστώνεται αν ο μαθητής έχει κλίση και αν ενδιαφέρεται πραγματικά για το συγκεκριμένο επάγγελμα (τέτοια πρακτική ακολουθείται π.χ. στο επιτυχημένο Φινλανδικό μοντέλο).
Το δεύτερο βήμα είναι να γίνουν ενέργειες προς την πλευρά της παραγωγής και της εργασίας με σκοπό την πιστοποίηση ή/και τη νομοθετική κατοχύρωση διαφόρων επαγγελμάτων τα οποία σήμερα δεν πιστοποιούνται. Πάρα πολλά επαγγέλματα /ειδικότητες του κατασκευαστικού κλάδου (καλουπατζήδες, σιδεράδες, κτίστες, τεχνίτες μεταλλικών κατασκευών, κ.ά.), ξυλουργοί, επιπλοποιοί, τεχνικοί - χειριστές παραγωγικών μηχνημάτων και διαδικασιών, εργαζόμενοι στον επισιτισμό, στη μεταποίηση τροφίμων, σε υπηρεσίες γραφείου και πληροφορικής, κλπ., δεν έχουν επίσημες διαδικασίες πιστοποίησης προσόντων, ούτε προβλέπονται ειδικές εργασιακές κανονιστικές ρυθμίσεις, με ότι αυτό συνεπάγεται για την ποιότητα προϊόντων και υπηρεσιών.  Έχει παρατηρηθεί ότι όποτε τέθηκαν προδιαγραφές και κανόνες για την άσκηση  ενός επάγγελματος, δημιουργήθηκε αντίστοιχη εκπαιδευτική ζήτηση. Όταν κατοχυρώθηκε με νόμο το επάγγελμα του κομμωτή ή παλαιότερα του υδραυλικού, παρουσιάστηκε αθρόα προσέλευση μαθητών στις σχετικές ειδικότητες της ΔΤΕΕ.
Μόνον αν γίνουν αποφασιστικά βήματα στις δυο αυτές κατευθύνσεις θα επέλθει το ζητούμενο: Να αυξηθεί δηλαδή το ποσοστό των μαθητών που κατευθύνονται στην ΔΤΕΕ, έχοντας συγκεκριμένες προσδοκίες και στόχους και μαζί να ανυψωθεί και το κοινωνικό κύρος της επαγγελματικής εκπαίδευσης. Όπως είναι γνωστό από τις σχετικές εκπαιδευτικές μελέτες, οι υψηλές προσδοκίες των μαθητών είναι ο βασικός παράγοντας που χαρακτηρίζει ένα σχολείο ως «καλό» ή αποτελεσματικό. Τα παραδείγματα είναι πολλά. Ας αναλογιστούμε ποιές θεωρούνται ως «καλές» σχολές στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, γιατί θεωρούνται καλύτερα σχολεία τα ακριβά ιδιωτικά, πού οφείλεται η φήμη των παλαιών Σχολών Εργοδηγών, ή και σήμερα, ποιά τμήματα των σχολικών μονάδων της ΔΤΕΕ ή των σχολών μαθητείας του ΟΑΕΔ θεωρούνται πιο επιτυχημένα και σε ποιές ειδικότητες; Κοινός παρονομαστής όλων αυτών των επιτυχημένων σχολών, είναι ότι διαθέτουν /διέθεταν σπουδαστές με υψηλές προσδοκίες στους οποίους παρέχουν /παρείχαν καλές (και επαληθεύσιμες) επαγγελματικές ή/ και εκπαιδευτικές προοπτικές.
Αλλιώς, όσοι εκπαιδευτικοί βρισκόμαστε στο χώρο, θα συνεχίσουμε να θρηνούμε και να γκρινιάζουμε για το χαμηλό ποσοστό των μαθητών που ακολουθεί την επαγγελματική εκπαίδευση και να προτείνουμε άτολμους και ανεδαφικούς τρόπους βελτίωσής της, κινούμενοι - κατά βάθος - από μια ανάγκη αυτοσυντήρησης (διατήρηση θέσεων, κεκτημένων και κλαδικών ισορροπιών που απειλούνται από μια ενδεχόμενη συρρίκνωση της ΔΤΕΕ) και όχι από την ορθολογική εκτίμηση της κατάστασης με γνώμονα το συμφέρον των μαθητών και της ελληνικής κοινωνίας.

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2011

ΤΑ ΤΡΙΑ ΠΡΟΣΩΠΕΙΑ

 

 

Η ΩΡΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΕΚΠΛΗΞΕΩΝ

            Η ψυχολογία έχει διαπιστώσει, ότι ο άνθρωπος από τη βρεφική του ηλικία έχει την τάση να παρουσιάζεται στους έξω καλύτερος απ ό,τι πραγματικά είναι. Αυτό σημαίνει, ότι κάθε άνθρωπος έχει κατά κάποιο τρόπο δύο ή τρία προσωπεία. Το ένα είναι το πραγματικό με το οποίο τον γνωρίζει ο Θεός. Το δεύτερο είναι εκείνο με το οποίο εμφανίζεται ο άνθρωπος στο οικείο περιβάλλον του και το τρίτο εκείνο με το οποίο τον γνωρίζει ο υπόλοιπος κόσμος. Οι περισσότεροι, άνθρωποι μας κρίνουν με βάση το τρίτο προσωπείο. Όσοι μας γνωρίζουν καλύτερα μας βαθμολογούν με βάση το δεύτερο, γι αυτό λένε, ότι δεν υπάρχει μεγάλος άνθρωπος στα μάτια του υπηρέτη του, αλλά ο Θεός μας κατατάσσει στην τάξη που μας αξίζει πραγματικά με βάση το πρώτο, το πραγματικό μας πρόσωπο.

            Γι αυτό όσο απατηλό κι αν είναι το προσωπείο με το οποίο εμφανιζόμαστε είτε γενικότερα, είτε στους οικείους μας, δεν είναι δυνατό να εξαπατήσουμε και αυτόν το Θεό, γιατί απλούστατα κρινόμαστε με βάση εκείνου που είμαστε στην πραγματικότητα.

            Το τραγικό λάθος των περισσοτέρων από μας είναι, ότι νομίζουμε πως ο Θεός θα μας κρίνει με βάση του προσωπείου με το οποίο εξαπατούμε τους άλλους. Δυστυχώς για μας όμως η κρίση Του θα είναι δίκαιη και την ημέρα της κρίσεως θα αποκατασταθεί η τέλεια και πλήρης δικαιοσύνη.

           Η σημερινή ευαγγελική περικοπή μας υπενθυμίζει, ότι θα έλθει η ώρα των μεγάλων εκπλήξεων, όπου όλα θα εμφανισθούνγυμνά και τετραχηλισμένα τοις οφθαλμοίς αυτού” ( Εβρ.4,13), οι οποίοι οφθαλμοί ως δίστομος μάχαιρα που φθάνει μέχρι μυελού ψυχής τε και πνεύματος, αρμών τε και μυελών ( Εβρ. 4,12) και ανακρίνει ακόμη και τις πιο μύχιες σκέψεις μας, τις οποίες ποτέ δεν είχαμε εκθέσει.

            Ο κρίνων θα είναι ο έχων τοις οφθαλμοίς αυτού ως φλόγα πυρός ( Αποκ. 2,18), ο οποίος είναι συγχρόνως ο δυνάμενος συμπαθείσαι ταις ασθενείαις ημών ”, αλλʼ επʼ ουδενί λόγο είναι δυνατό να εξαπατηθεί.

            Και το κατηγορητήριο και η υπεράσπιση μας θα βασίζονται στα έργα μας και στη ζωή μας όπως την ζήσαμε και όχι όπως είχαμε την ικανότητα να την εμφανίζουμε. Οι πράξεις μας πάλι και τα έργα μας θα κριθούν βάσει βαθύτερων ελατηρίων. Όσες έγιναν απλώς προς το θεαθήναι τοις ανθρώποις ” φυσικά δεν θα ληφθούν  υπόψη, διότι ο προορισμός των έχει ήδη εκπληρωθεί. Όταν τις κάναμε οι άνθρωποι τις είδαν και τις θαύμασαν. Ό,τι επιδιώκαμε θα το έχουμε ήδη απολαύσει.

            Οι άλλες πράξεις μας που έγιναν κατ ενώπιον του Θεού, θα ανασυρθούν στην επιφάνεια και θα βρίσκονται μπροστά μας για την υπεράσπιση μας, για να εμφανισθεί και πάλι το πραγματικό μας πρόσωπο, με το οποίο θα ζήσουμε στη Βασιλεία του Θεού.

            Τότε όταν όλοι εμφανισθούμε με το πραγματικό μας πρόσωπο θα παρουσιασθούν οι μεγάλες εκπλήξεις. Τότε πολλοί από εκείνους που περιφρονούνταν από εμάς και θεωρούνταν ότι δεν θα έβλεπαν το πρόσωπο του Θεού, θα έλθουν για να συμπαρακαθίσουν στο Μεγάλο Δείπνο με όλους τους αγίους και τους δικαίους. Και εκείνοι που θεωρούνταν από εμάς ως υιοί της βασιλείας, εκβληθήσονται εις το σκότος το εξώτερον .  

            Και διερωτάται κανείς: αξίζει να κοπιάζει κανείς όλα τα χρόνια της ζωής του για να φτιάξει ένα προσωπείο το οποίο θα χρησιμοποιήσει για λίγα χρόνια και στο τέλος να βρεθεί, ότι χάριν αυτού έχει θυσιάσει ολόκληρη την αιωνιότητα; 

π. Γ. Στ.

ΚΥΡΙΑΚΗ Δ' ΜΑΤΘΑΙΟΥ ( Μτθ. 8,5-13)

Τετάρτη 6 Ιουλίου 2011

Υπάρχει ένα Σχολείο...

γράφει ο Σωτήρης Αθηναίος
Υπάρχει ένα Σχολείο,
στο οποίο οι μαθητές χαίρονται το μάθημα·
Δε τους ρωτάνε οι γονείς, αν διάβασαν· Διαβάζουν, γιατί χαίρονται και νοιώθουν τη δύναμη της γνώσης.
Δε ζουν μαζί με τους γονείς τους, αλλά τους κουβαλάνε μαζί τους στον ύπνο και το ξύπνιο τους· Το αγαπημένο τατουάζ στο σώμα τους είναι η λέξη “μάνα”· Δεν έχουν το δωμάτιο τους, τη “βολή” τους, δεν καταλαβαίνουν με τον ίδιο τρόπο τις ψυχολογικές διακυμάνσεις της εφηβείας· Δεν είναι παιδιά, δεν είναι έφηβοι, δεν είναι άντρες, λες και κάποιος έχει σβήσει την αχνή μολυβιά, που σκιαγραφεί τα σημαντικότερα τμήματα της σύντομης ζωής τους και αυτοί με πείσμα πήραν τα μολύβια- χοντρά, ανεξίτηλα μολύβια- για να τα ξαναγράψουν μέσα στον παράδεισο και την ασφάλεια που τους παρέχει το σχολείο των Φυλακών.
Σ’ αυτό το σχολείο οι μαθητές δεν κάνουν αδικαιολόγητες απουσίες, δεν πάνε φροντιστήριο, σχεδόν κανένας δεν παραλαμβάνει τον έλεγχο των βαθμών τους.
Υπάρχει ένα Σχολείο,
στο οποίο οι μαθητές δε μετράνε το αντριλίκι με το θράσος προς τους Δασκάλους, για αυτούς οι Δάσκαλοι τους είναι ο κόσμος που ονειρεύονται και όχι η κοινωνία που απεχθάνονται.
Υπάρχει ένα Σχολείο, ένα Δημόσιο Σχολείο
που βοηθά εκατοντάδες μαθητές να πάρουν απολυτήριο Γυμνασίου και Λυκείου, για να μπορέσουν κάποτε να ενταχθούν ουσιαστικά στις απαιτήσεις ενός σύγχρονου Κράτους.
Υπάρχει ένα Σχολείο, ένα Δημόσιο Σχολείο,
στο οποίο δεκάδες μαθητές, δίχως φροντιστηριακή υποστήριξη, έχουν, ήδη, εισαχθεί στα ΑΕΙ και ΤΕΙ της χώρας.
Υπάρχει ένα Σχολείο, ένα Δημόσιο Σχολείο,
στο οποίο οι μαθητές εκδίδουν σχολική εφημερίδα με μεστότητα άρθρων και αισθητική τελειότητα, που θα τη ζήλευαν ακόμα και επαγγελματικά έντυπα. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι βραβεύτηκαν δύο φορές μέσα σε ελάχιστα χρόνια με το πρώτο βραβείο σχολικών εφημερίδων από το Δημοσιογραφικό οργανισμό Λαμπράκη.
Υπάρχει ένα Σχολείο, ένα Δημόσιο Σχολείο,
στο οποίο οι μαθητές συμμετέχουν στο διαγωνισμό της Μαθηματικής Εταιρείας και διακρίνονται (πόσα σχολεία, δημόσια ή ιδιωτικά, έχουν ανάλογη διάκριση;)
Υπάρχει ένα Σχολείο, ένα Δημόσιο Σχολείο,
στο οποίο οι μαθητές οργανώνουν και παρουσιάζουν, κάθε χρόνο, θεατρικές παραστάσεις, μουσικές εκδηλώσεις, προστατεύουν τη βιβλιοθήκη τους σαν το σημαντικότερο περιουσιακό τους στοιχείο
Υπάρχει ένα Σχολείο, ένα Δημόσιο Σχολείο,
το οποίο οι καθηγητές επέλεξαν προαιρετικά να υπηρετήσουν (ταξιδεύοντας με δικά τους έξοδα 90 χλμ κάθε μέρα)· Παρουσιάζονται το πρωί και φεύγουν το απόγευμα από την εργασία τους· Βρίσκονται χρόνια στην ίδια θέση και ποτέ δε ζήτησαν τη μετάθεση, που δικαιούνται. Μεταφέρουν το κέφι για δουλειά στους μαθητές τους, και αποτελούν το μοναδικό, ίσως, αξιόλογο πρότυπο που έτυχε να γνωρίσουν. Είναι πρόθυμοι να συμπαρασταθούν σε οποιοδήποτε καλλιτεχνική πρωτοβουλία των μαθητών τους, οργανώνουν και συμμετέχουν σε διεθνή συνέδρια για να ανταλλάξουν γνώσεις σχετικά με το επαγγελματικό τους αντικείμενο.
Αν υπήρχε ένα ανάλογο σχολείο στην Αμερική, Γερμανία, ή αλλού θα ήταν παγκόσμιο πρότυπο προς μίμηση για όλους τους δοκησίσοφους, που αναζητούν τα μεγαλεία, πάντα, έξω από την αυλή τους. Θα είχαν αφιερώσει χιλιόμετρα σελίδων τα ανά τον πλανήτη έντυπα, θα ήταν αντικείμενο μελέτης και διπλωματικών διατριβών σε όλους τους απανταχού πανεπιστημιακούς ή ερευνητές του πλανήτη 
Αυτό το σχολείο βρίσκεται στη χώρα μας και λειτουργεί, παρ' όλα τα γραφειοκρατικά προβλήματα, με χρήματα των Ελλήνων πολιτών. Σε μια εποχή με απαισιόδοξες έως μίζερες ειδήσεις, το Γυμνάσιο (με Λυκειακές τάξεις) του Ειδικού Κέντρου Κράτησης Νέων Αυλώνα (Ε.Κ.Κ.Ν.Α.) αποτελεί παράδειγμα δημιουργίας για όλους τους Λειτουργούς της Εκπαίδευσης (Δημόσιας και Ιδιωτικής). Οι Λειτουργοί του (από τις ελάχιστες φορές, που η λέξη αποκτά πραγματικό νόημα) δουλεύουν αθόρυβα και αποτελεσματικά και δε χρησιμοποιούν τις επιτυχίες τους ως μέσο κενόδοξης προβολής. Θεωρούν το έργο τους ολοκληρωμένο μόνο όταν καταφέρουν να πείσουν όλους εμάς να δώσουμε, στην πραγματικότητα, μια δεύτερη ευκαιρία στους μαθητές τους.



ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΩΝ ΦΥΛΑΚΩΝ ΑΥΛΩΝΑ
Γυμνάσιο – Λύκειο Ε.Κ.Κ.Ν.Α.: Ένα σχολείο ελεύθερων ανθρώπων μέσα στη Φυλακή

Τρίτη 5 Ιουλίου 2011

Τις ημύνθη περί πάτρης;

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης στην εφημερίδα «Ακρόπολις» 115 χρόνια πριν…..

Και τι πταίει η γλαυξ, η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος.
Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι βουλεπταί,
 εκατάστρεψαν το έθνος, ανάθεμά τους. Κάψιμο θέλουν όλοι τους! Τότε σ' εξεθέωναν οι προεστοί κ' οι 'γυφτοχαρατζήδες', τώρα σε 'αθεώνουν' οι βουλευταί κ' οι δήμαρχοι.

Αυτοί που είχαν το λύειν και το δεσμείν εις τα δύο κόμματα, τους έταζαν 'φούρνους με καρβέλια', δώσαντες αυτοίς ουχί πλείονας των είκοσι δραχμών μετρητά, απέναντι, καθώς τους είπαν, και παρακινήσαντες αυτούς να εξοδεύσουν κι απ' τη σακκούλα τους όσα θέλουν άφοβα, διότι θα πληρωθούν μέχρι λεπτού, σύμφωνα με τον λογαριασμόν, όν ήθελαν παρουσιάσουν.

Το τέρας το καλούμενον επιφανής τρέφει τη φυγοπονίαν, την θεσιθηρίαν, τον τραμπουκισμόν, τον κουτσαβακισμόν, την εις τους νόμους απείθειαν. Πλάττει αυλήν εξ αχρήστων ανθρώπων, στοιχείων φθοροποιών τα οποία τον περιστοιχίζουσι, παρασίτων τα οποία αποζώσιν εξ αυτού… 

Μεταξύ δύο αντιπάλων μετερχομένων την αυτήν διαφθορά, θα επιτύχει εκείνος όστις ευπρεπέστερον φορεί το προσωπείον κ' επιδεξιώτερον τον κόθορνον.

Άμυνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών, η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις, η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και πιθηκισμού, του διαφθείροντος το φρόνημα και εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος, και η πρόληψις της χρεοκοπίας.

Λόγος και εικόνα

Του Κώστα Ε. Τσιρόπουλου



Είναι θαυμαστό και ουσιαστικά ανέκφραστο το πως αναβρύζει και αρμόζεται ο λόγος μέσα στον άνθρωπο, για να εκφραστεί κατόπιν προφορικά ή γραπτά. Γευόμαστε τη χαρά και την ηδονή του λόγου χωρίς να συνειδητοποιούμε πως χωρίς αυτόν δεν θα είμαστε ελεύθεροι. Η ελευθερία μας ξεκινά από τότε που τα χείλη μας θ’ αρπάξουν από τα εσώτατά μας για να φέρουν σε κάποια στιγμή του χρόνου της ζωής μας, την πρώτη λέξη. Μετά την πρώτη λέξη που θα πει, αρχίζει να ελευθερώνεται το μικρό παιδί. Δηλαδή, αρχίζει στ’ αλήθεια τη ζωή του. Νωρίτερα είναι σαν χαμένο για τον κόσμο. Κανείς δεν το καταλαβαίνει κι οι άνθρωποι που το φροντίζουν, μονάχα μαντεύουν τι ζητάει και τι το ενοχλεί.

Αλλά ο δρόμος προς την πλήρη ανθρώπινη ελευθερία είναι και κοπιώδης και δαιδαλώδης. Και η ανάβαση γίνεται ακόμα πιο δύσκολη, σχεδόν αδύνατη, όταν ο άνθρωπος δεν μπόρεσε ή δεν τον βοήθησαν να συνειδητοποιήσει το θαύμα της σάρκωσης του λόγου μέσα του, την μεταμόρφωση της πραγματικότητας των αισθητών και των υπεραισθητών, σε λόγο. Όλατελικά, συγκεφαλαιώνονται μέσα μας όταν μπορέσουμε να τα εκφράσουμε προφορικά ή γραπτά. Κι όσο βαθαίνουμε στη συνειδητοποίηση του ποιοί είμαστε και για ποιά αιτία βρισκόμαστε στον κόσμο αυτό, τόσο και ο λόγος μας αποχτά βάρος και πάθος, θέρμη κι αποκαλυπτικότητα. Ο συνειδητός άνθρωπος ανεβαίνει από το λόγο που διαπιστώνει, που εκφράζει δηλαδή τι βλέπει, τι ακούει, τι νιώθει ο άνθρωπος, στο λόγο που ερμηνεύει. Κι από το λόγο που ερμηνεύει, ο άνθρωπος, μπορεί να του δοθεί η χάρη και να φτάσει στο λόγο που αποκαλύπτει τα μυστήρια. Αυτός είναι ο αληθινός ποιητικός λόγος, ο λόγος όπου σαρκώνεται ολόκληρη η ψυχή του ανθρώπου, όπου συγκλείεται η μοίρα της ύπαρξής του.

Σήμερα, καθώς οι ψυχές ληθαργούν, ο λόγος αυτός έχει σχεδόν εξαφανιστεί και η γλώσσα των ανθρώπων πλάθει κι εκφράζει ένα λόγο επίπεδο, περιγραφικό της χειρότερης ποιότητας, λόγο διαλυμένο σαν τον κόσμο που ζούμε, λόγο ασεβή στην αποστολή του, γεμάτο χάσματα και υπερβολές, λόγο που έχασε την πλαστικότητά τoυ, τη σαφήνειά του, που έγινε σιβυλλικός, όχι γιατί κρύβει μυστήρια, αλλά γιατί δεν κατέχει τη δύναμη και το πάθος να εκφράσει τα μυστήρια.

Τη θέση του λόγου στη σημερινή κοινωνία τείνει με βήμα γοργό να καταλάβει η εικόνα. Η εικόνα είναι η αναπαραγωγή της πραγματικότητας. Ούτε ερμηνεία, ούτε καν περιγραφή της. Απλούστατα, δουλική μίμησή της. Η μετακίνηση αυτή που παρατηρείται στους καιρούς μας είναι τρομερής σημασίας. Γιατί δείχνει κατά τον πιο εύγλωττο τρόπο το πόσο ριζική είναι η αλλοίωση που έπαθε στην εποχή μας η ανθρώπινη ύπαρξη. Άλλοτε, ο λόγος ήταν απαραίτητο παρακολούθημά της. Σήμερα, είναι η εικόνα. Ολόκληρος ο άνθρωπος μεταμορφώθηκε, συγκεντρώθηκε σ’ ένα απεχθές γυάλινο, πεινασμένο μάτι. Φυσικά, λοιπόν, κατ’ ακολουθία φαινόμενα είναι τα πολλά περιοδικά που δεν έχουν παρά μονάχα φωτογραφίες, τα διάφορα «κόμικς» με τον σπασμωδικό, εξαρθρωμένο λόγο, η διαφήμιση που δρα με την εικόνα κι όχι με το λόγο που πείθει, η τηλεόραση που σέρνει πίσω της ευλογίες αλλά και κινδύνους πολλούς, γιατί μπορεί αν δεν χρησιμοποιηθεί έξυπνα και με πνευματικότητα, να ισοπεδώσει τις ανθρώπινες υπάρξεις που την παρακολουθούν και να τους αφαιρέσει κάθε εντελώς προσωπικό γνώρισμα.

Αφήσαμε έξω από την απαρίθμηση τον κινηματογράφο, γιατί πιστεύουμε πως αυτός, γεννημένος σε καιρούς ουσιαστικής ηθικής κρίσης των κοινωνιών, ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας που άνοιξε το δρόμο προς τη δεσποτεία της φωτογραφίας.

Θ’ άξιζε όμως ν’ αναρωτηθεί κανένας, σε ποιούς λόγους οφείλεται αυτή η αβίαστη επικράτηση της εικόνας στον κόσμο μας, αυτή η εκθρόνιση του σαρκωμένου μέσα μας, αποκαλυπτικού, ελευθερωτή λόγου.

Πρώτος και κύριος λόγος είναι η σύγχρονη, επικρατούσα αντίληψη πως ο άνθρωπος είναι ένα ον άψυχο, ον φθαρτό κι επομένως παροδικής σημασίας. Όσες φορές αναγκάζεται ο σύγχρονος, άθεος στοχασμός να μεταχειριστεί τη λέξη «ψυχή», βιάζεται να την ερμηνεύσει ως εκδήλωση διαφόρων νευροσωματικών αλλοιώσεων και δραστηριοτήτων. Ο λόγος όμως ο αληθινός αναπηδά ακριβώς από το διάλογο της ψυχής με τα πράγματα και μπορεί βέβαια, να μιλά για τα αισθητά, αλλά αισθάνεται πως αυτά τα αισθητά είναι ιδωμένα και βιωμένα από ένα ον υπεραισθητό. Μη πιστεύοντας ο άνθρωπος στο μυστήριο της ψυχής του, χάνει τη δίψα της ελευθερίας που ικανοποιούσε η δημιουργία του λόγου και τότε πια, ο λόγος του γίνεται περιγραφικός. Αλλά τότε, η εικόνα περιγράφει πιστότερα από το λόγο, την πραγματικότητα, και συνεπώς ο λόγος είναι άχρηστος.

Μιλήσαμε για τον άνθρωπο ως ον υπεραισθητό – χωρίς τούτο να σημαίνει πως δεν έχει και μια φύση αισθητή. Όσο η ψυχή του γυρεύει τα υπεραισθητά, τόσο ευφραίνεται από το λόγο που αλιεύει τα μυστήρια του σύμπαντος και τα σοδειάζει μέσα στη ψυχή. Όταν όμως χαθεί η πίστη στα υπεραισθητά, όταν διαλυθεί η άχνα του μυστηρίου που σαν μαγική στίλβη περισκέπαζε την ανθρώπινη ψυχή, τότε πια, τα δωρήματα του λόγου δεν της χρειάζονται. Τότε είναι που διψά για αισθητές, κάποτε βάναυσες ιδιότητες, για κάποιες πραγματικότητες άμεσα προσιτές. Κι αυτές, τις προσφέρει τέλεια, με θαυμαστή ικανότητα, η εικόνα.

Ένας άλλος λόγος που η εικόνα έχει επικρατήσει στους καιρούς μας είναι το γεγονός πως ο άνθρωπος έγινε πολύ βιαστικός. Άλλοτε βιαζόταν λιγότερο, κι ας ήθελε ενάμιση μήνα για να πάει στην Αμερική. Σήμερα θέλει μισή μέρα και πάλι, η ζωή του – μια ζωή μακρύτερη από κείνη που ζούσαν παλιότερα οι άνθρωποι – δεν του φτάνει. Αδειανός εσωτερικά, βρίσκεται σε πανικό. Θέλει να προφτάσει. Μη περιμένοντας τη μεταθανάτια πια ζωή, λυσσάει ν’ απολαύσει τα πάντα σ’ αυτήν εδώ. Ο λόγος είναι δυσκίνητος – εκτός κι αν θραυσθεί, αν παραμορφωθεί σ’ ένα ξεκρέμαστο, αναπόδεικτο, περίπου μαγικό «σύνθημα», που ηλεκτρίζει τις μάζες και τις αναρριπίζει με τυφλά πάθη. Η εικόνα είναι ευκίνητη, ξεχωριστά εύγλωττη. Ο λόγος είναι το αθέατο πνεύμα· η εικόνα είναι το χειροπιαστό πράγμα.

Αν βέβαια, ο σύγχρονος άνθρωπος δεν ήταν οκνηρός και αν αγαπούσε να σκέφτεται για λογαριασμό του και να μην αφήνει κάποιους ανεύθυνους να σκέφτονται και ν’ αποφασίζουν γι’ αυτόν – όπως γίνεται στα τυραννικά καθεστώτα – τότε θα ξαναγυρνούσε στη σκέπη του λόγου. Η πνευματική όμως οκνηρία και η εσωτερική αδράνεια των ανθρώπων της εποχής μας είναι μια βοώσα πραγματικότητα. Η εικόνα γίνεται πιο βολική. Το ότι γίνεται και αποβλακωτική, αυτό ελάχιστοι το συλλογίζονται. Η τεχνική πρόοδος των καιρών μας τη βοηθάει αφάνταστα. Και σιγά-σιγά, η πηγή του λόγου μέσα μας κοκαλώνει. Εξακολουθούμε να μιλάμε για γλώσσα, για τα προβλήματα της γλώσσας, όμως η εικόνα μας κατευθύνει ευκολότερα, αμεσότερα, πρακτικότερα. Μια φωτογραφία πείθει περισσότερο από ένα γράμμα, συγκινεί περισσότερο. Το πρόσωπο των αγαπημένων μας, μας ενδιαφέρει περισσότερο από τη ψυχή τους. Κι έτσι, οι σπινθήρες που ο λόγος άναβε μέσα μας ο αληθινός λόγος όσο πάει και λιγοστεύουν. Γιατί πια, αυτός που μιλάμε και χρησιμοποιούμε, είναι συνήθως επίπεδος, περιγραφικός, στρεβλός. Και όταν είναι λόγος αποκαλυπτικός, μυστηριακός, τότε ενοχλεί και ο σημερινός κόσμος φροντίζει να τον ξεχάσει. Τα σοβαρά κείμενα, τα σοβαρά βιβλία που σπάζουν τα φράγματα κι απογυμνώνουν τις ψυχές, μένουν στο ράφια και κινούνται τα άλλα, που είναι γεμάτα εικόνες και πραγματισμό.

Τώρα με την τηλεόραση, το πρόβλημα γίνεται οξύτερο. Γιατί τα καλά περιοδικά, ξέρουν και συγκερνούν το λόγο με την εικόνα που, είναι φυσικό, δε μπορούμε να την απομονώσουμε, ν’ αρνηθούμε τις δυνατότητές της. Αλλά η τηλεόραση; Ο κινηματογράφος, βέβαια, ύστερα από περιπέτειες οδυνηρές ανοίγει ένα δρόμο, νόμιμο και έξυπνο πνευματικά, δείχνοντάς μας διαμέσου της εικόνας την άλλη, αθέατη πραγματικότητα, την πραγματικότητα της ψυχής, του λόγου που αυτή γεννά. Πόσα όμως εκατομμύρια συνειδήσεις χάθηκαν ως τώρα εξ αιτίας του κινηματογράφου, που επιτέλους, δεν τον είχαμε και στο σπίτι μας!

Η τηλεόραση, τα «κόμικς», το «σλάιντς» βρίσκονται μέσα στο σπίτι και βυθίζουν την οικογένεια σε σιωπή. Οι ψυχές ναρκώνονται κι ενώ οι άνθρωποι συζούν, δε μπορεί ποτέ να ανακαλύψει η μια την άλλη. Αν συντελούνταν αυτή η ανακάλυψη, τότε θ’ άρχιζε η ζωοποίηση του λόγου. Και δεν θάχανε, φυσικό, η εικόνα την αξία της, αλλά η αξία αυτή θα ήταν βοηθητική κι όχι τυραννική, όπως έγινε σήμερα. Τότε η φαντασία του ανθρώπου θα ξανάνθιζε και με το λόγο, θα ξανάπλαθε την πραγματικότητα.

Σάββατο 2 Ιουλίου 2011

Ο εξαγριωμένος θάνατος


Θρησκείες και θάνατος: η δοκιμασία του προσώπου

Του π. Βασιλείου Θερμού

Ο θάνατος αποδεικνύεται η οριακή πρόκληση για τον άνθρωπο, αφού ο τελευταίος καλείται να διαμορφώσει μια στάση απέναντι του χωρίς να γνωρίζει το μετά, αγνοώντας δηλαδή το ουσιαστικό περιεχόμενο της κατάστασης θανάτου. Είναι η μοναδική πτυχή της ανθρώπινης ζωής για την οποία ισχύει ένα απόλυτο γνωσιολογικό κενό. Όλες οι στάσεις του ανθρώπου απέναντι σε άλλες πτυχές και φαινόμενα της ζωής επηρεάζονται και διορθώνονται είτε από το δίπολο ‘δοκιμή-λάθος’ είτε από την παρατήρηση των άλλων και την πείρα τους. Με τον θάνατο ο άνθρωπος βιώνει ένα «τυφλό παίγνιο», αφού η μεν πείρα των άλλων δεν μπορεί να κοινολογηθεί εξ ορισμού, ενώ όσοι μιλούν γι’ αυτόν δεν έχουν πείρα του. Εν ολίγοις δεν υπάρχει διαθέσιμος επιστημονικός τρόπος να αποδειχτεί η ορθότητα μιας υπαρξιακής επιλογής και στάσης έναντι του θανάτου.
Ενώ στην παραδοσιακή κοινωνία ο θάνατος εμφανίζεται σχετικά «εξημερωμένος», ως φυσιολογικό μέρος της ζωής, από τη νεωτερικότητα και μετά «εξαγριώνεται», αρχίζει να γίνεται σκάνδαλο και ανυπέρβλητη απειλή, αφού εκμηδενίζει το νέο κέντρο βάρους και πηγή κάθε αξίας, το νεωτερικό υποκείμενο.1 Το περιβόητο άγχος του θανάτου, ενώ ως υπαρξιακό βίωμα είναι διαχρονικό, ως συγκεκριμένη συμπτωματολογία κοινωνικής και ατομικής παθολογίας αποτελεί καθαρά νεωτερικό κατασκεύασμα. Και τούτο διότι το άγχος του θανάτου εύλογα διογκώνεται σε βαθμό ανάλογο προς την αξία εκείνου που διακυβεύεται και το νεωτερικό αυτόνομο υποκείμενο τώρα έχει καταστεί επίκεντρο του ενδιαφέροντος και απέκτησε αυταξία, έξω και πέρα από τις παλιές συλλογικότητες.


Έτσι προκύπτουν οι γνωστοί μηχανισμοί της απώθησης και της άρνησης, ενώ εγκόσμιες «θρησκείες», τόσο διαφορετικές μεταξύ τους όσο οι ψυχοθεραπείες ή ο καταναλωτισμός, έχουν επιστρατευτεί για να «θεραπεύσουν» (τρόπος του λέγειν) την αγωνία του θανάτου.2 «Ποιά είναι η στάση μας απέναντι στον θάνατο; έχω τη γνώμη ότι είναι πολύ παράξενη. Γενικά συμπεριφερόμαστε ωσάν να θέλαμε να εξουδετερώσουμε το θάνατο από τη ζωή, θέλουμε να τον περιορίσουμε τρόπον τινά σε σιγή θανάτου, τον σκεπτόμαστε ωσάν εις θάνατον!... Κανένας από εμάς δεν πιστεύει κατά βάθος στο δικό του θάνατο».3 Ας συγκρατήσουμε την οξυδερκή παρατήρηση του Φρόϋντ ότι αγωνιζόμαστε να καταδικάσουμε σε θάνατο τον θάνατο! Η «θεραπεία» έρχεται εντελώς φαντασιακά, με μια ομόλογη τιμωρία.


Ο Μπωντριγιάρ διέκρινε πως οι πεισματικές απόπειρες να απωθήσουμε στην εποχή μας τον θάνατο (κυρίως μέσω της καπιταλιστικής συσσώρευσης) και να τον διαχωρίσουμε από τη ζωή, καταλήγουν τελικά σε ένα πολιτισμό που διαποτίζεται από τον θάνατο. (Το απωθημένο εκδικείται και επιστρέφει). Όλες οι υπάρχουσες δράσεις απώθησης και ελέγχου, λέγει, έχουν τις ρίζες τους στον καταστροφικό διαχωρισμό του θανάτου από τη ζωή.4 Η μανιακή απόκτηση ηδονών και αγαθών καταλήγει να γίνει διαστροφή (με την ψυχιατρική έννοια), η οποία σέρνει μαζί της τον θάνατο εγγενώς, παρά τις υπερβολικές προσπάθειες του εξωραϊσμού τον οποίο επιχειρεί η διαφήμιση και η εν γένει κοινωνία του θεάματος.


Η θρησκεία θα μπορούσε να αποτελέσει τη λύση σε αυτό το δράμα, ως το τέρμα και η ακύρωση κάθε απώθησης. Δυστυχώς όμως συχνά εκτρέφει ιδεολογήματα που ενισχύουν τη απώθηση του θανάτου, ή ακόμη χειρότερα, την διείσδυση του μέσα στη ζωή, αν θυμηθούμε την θρησκευτική τρομοκρατία η οποία μιλά και δρα με γνώμονα το μίσος, δηλαδή από τη θέση του θανάτου, σκορπώντας τον και κυριολεκτικά μερικές φορές. Με άλλα λόγια, είναι αδύνατο να απαλλαγή κανείς από την ενασχόληση με τον θάνατο και όσο περισσότερο απεγνωσμένα «ελαφραίνει» τη συζήτηση τόσο πιο πολύ καλεί τη σκιά του θανάτου βαριά επάνω του.


Με την άγνοια μας λοιπόν, τόσο την εμπειρική όσο και την επιστημολογική, παραμένει μόνο ο δρόμος της πίστης, δηλαδή το προνομιακό πεδίο των θρησκειών. Όλες οι θρησκείες έχουν άποψη για τον θάνατο και (καθόλου τυχαίο) όλες δέχονται την μετά τον θάνατο συνέχεια. Καμία δεν αποδέχεται τον μηδενισμό της εξαφάνισης. Έχουν διαμορφώσει ένα πλέγμα αντιλήψεων για την μεταθανάτια ανταμοιβή ή τιμωρία5, επειδή έχουν προηγουμένως εξοπλίσει τον πιστό τους και με ένα σύστημα ηθικών προτάσεων και διανοητικών ερμηνειών του συμπλέγματος ζωή-θάνατος. Απώτερος στόχος και ορίζοντας της μεταθανάτιας πρότασης εμφανίζεται η υπέρβαση του χρόνου, με τη μορφή της αθανασίας. Αν ο χρόνος είναι, κατά τον Ελύτη, «γλύπτης των ανθρώπων παράφορος», ο πόθος της αθανασίας συνιστά και ένα είδος «ρεβάνς» απέναντι στον παράγοντα εκείνο που, μέσα από σαγηνευτικές παραπλανήσεις, οδήγησε τελικά το ανθρώπινο ον στη φθορά και στον θάνατο, δηλαδή στην αφαίρεση του απόλυτου ελέγχου πάνω στον εαυτό του.


Θα τολμήσω εδώ παρενθετικά τον ισχυρισμό πως η αθανασία ως πανανθρώπινη δίψα γνωρίζει και μη θρησκευτικές μορφές. Για παράδειγμα, η απόλυτη αξίωση των ουτοπιών και η ναρκισσιστική παντοδυναμία της επιστήμης αποτελούν δύο άτυπες μορφές με τις οποίες εμφανίζεται συγκαλυμμένος (ως «μεταφορά») και περισσότερο «νομιμοποιημένος» ο πόθος της αθανασίας. Αν ώριμη αντιμετώπιση του θανάτου είναι η ικανότητα για πένθος, τότε η ανικανότητα να πενθήσουμε λαμβάνει ποικίλες μορφές μέσα στον πολιτισμό, μία εκ των οποίων είναι και η ουτοπία της αθανασίας.
Αν, όπως έχει επισημανθεί, «κοιτίδα της δοξασίας για την αθανασία είναι η θρησκεία» 6, εν τούτοις κατά την σαφή θεολογική τοποθέτηση του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, «μια ‘αθανασία ασωμάτων ψυχών’ δεν θα έλυνε το ανθρώπινο πρόβλημα... Οι χριστιανοί προσδοκούν κάτι μεγαλύτερο από μια ‘φυσική’ αθανασία, λαχταρούν μια αιώνια κοινωνία με το Θεό, μια θέωση».7 Βάση σε αυτή την θεολογική πρόταση αποτελεί το αίτημα της αρτιότητας του ανθρώπου (να είναι το ανθρώπινο πλάσμα ολοκληρωμένο) και ο ποθούμενος στόχος εδώ βρίσκεται σε μια σχέση.


Αλλά όσοι βιάστηκαν να ονομάσουν την κοινωνία μας μεταχριστιανική καλό θα είναι να προβληματισθούν μήπως δεν έχει ακόμη καν εκχριστιανιστεί πλήρως. Ο προβληματισμός για τη θέωση φαίνεται τόσο δυσεύρετος σήμερα ανάμεσα στην φοβική ανησυχία για μια τιμωρία στην κόλαση ή στην βεβαιότητα για τη μεταθανάτια ανυπαρξία ή στην δυσπιστία προς την κοινή ανάσταση. Ο σημερινός έλληνας δηλαδή παραπαίει μεταξύ νομικισμού, μηδενισμού, και παγανισμού.


Χαρακτηριστικό είναι ότι ένα εξέχον προϊόν της παραδοσιακής μας κοινωνίας, το δημοτικό τραγούδι, φαίνεται να αντιστέκεται στον εκχριστιανισμό του. «Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, από τη χριστιανική εικονοποιία περί Παραδείσου και Κολάσεως το δημοτικό τραγούδι αγνόησε ολότελα την πρώτη και κράτησε μόνο τη δεύτερη, τη γενίκευσε και την ταύτισε με τη μεταθανάτια ζωή... (Στα μοιρολόγια) μόνο η επίγεια ζωή έχει αξία. Καμία συνείδηση αμαρτίας, καμία μετάνοια ή αίτηση συγχώρησης, καμία προσδοκία αναστάσεως. Η μόνη ανάσταση που μπορεί να νοηθεί στον δημοτικό θρήνο είναι η επάνοδος στον επάνω κόσμο».8 Η διαπίστωση αυτή εγείρει καίρια ερωτήματα για τη νεοελληνική ταυτότητα, μια και είναι πιθανό να αποτελεί μέρος και σύμπτωμα μιας γενικότερης απουσίας της χριστιανικής διδασκαλίας και από άλλες πτυχές του λαϊκού πολιτισμού. Θα άξιζε δε να συνδυαστεί με τα ευρήματα ερευνών σύμφωνα με τα οποία οι έλληνες νέοι σήμερα δηλώνουν ότι πιστεύουν στον Θεό σε ποσοστό 85%, αλλά ταυτόχρονα 58% δεν πιστεύουν στην Ανάσταση του Χριστού, 56% δεν πιστεύουν στην ενανθρώπησή Του, 54% δεν πιστεύουν στη Δευτέρα Παρουσία και 42% δεν πιστεύουν στα θαύματα!


Αν λάβουμε υπ’ όψη, από τη μια την ανθεκτικότητα αυτή της παγανιστικής παράδοσης (που διαθέτει και πληθώρα άλλων συμπτωμάτων στη ζωή του λαού μας) και από την άλλη την αυξανόμενη στον δυτικό κόσμο δημοφιλία θρησκειών όπως το Ισλάμ και οι απωασιατικές (ινδουϊσμός, βουδισμός), ίσως νομιμοποιούμαστε να θέσουμε το ερώτημα κατά πόσο υφίσταται μια διαχρονική τάση να ευνοούνται από τα πλήθη θρησκευτικές επιλογές οι οποίες κατεβάζουν τον πήχη ως προς την μεταθανάτια ευδαιμονία. Και με αυτό εννοώ ότι σε μαζικό επίπεδο φαίνονται αρκετά ελκυστικές οι θρησκείες εκείνες οι οποίες προτιμούν να χαράσσουν σαφείς οδηγίες ηθικής συμπεριφοράς που οδηγούν νομοτελειακά σε μεταθανάτια ανταμοιβή.


Αλλά και στο εσωτερικό του χριστιανισμού τείνουν να ευνοούνται από τους πολλούς εκδοχές θρησκευτικότητας μάλλον μαγικού τύπου, δηλαδή δεσμευτικές για το θείο, παρά εκδοχές πιο υπαρξιακές οι οποίες βασίζονται σε προσωπική σχέση αγάπης με τον Θεό. Υπάρχουν ασφαλώς πολλοί λόγοι που καθορίζουν την ποιότητα της θρησκευτικότητας κάποιου, αλλά νομίζω ότι αξίζει να τονισθεί και το κίνητρο εκείνο που σχετίζεται με την κατάσταση επέκεινα του θανάτου. Με άλλα λόγια, προτιμώνται πιο «στεγνές» και «ψυχρές» προσδοκίες μεταθανάτιας ευωχίας αν δίνουν την εντύπωση ότι μπορείς με την συμπεριφορά σου να δεσμεύσεις τον Θεό να σου τις παράσχει, παρά το βάθος και ο πλούτος της θέωσης αφού αυτή φαίνεται να εξαρτάται από την ανάπτυξη κάποιας νεφελώδους, μη μετρήσιμης, σχέσης ανθρώπου και Θεού την οποία αδυνατείς να θέσεις υπό τον απόλυτο έλεγχό σου.


Έτσι τείνω να δω την στάση του πιστού προς τον θάνατο ως ένα πρόβλημα σχέσης με τον όποιο θεό του, στο οποίο οι ιδιότητες αυτής της σχέσης θα χρωματίσουν, για καλό ή για κακό, τη στάση του προς την προοπτική του προσωπικού του θανάτου και την ηθική του συμπεριφορά. Αλλά η σχέση μάς παραπέμπει αναπόφευκτα στην έννοια του προσώπου. Όπως θα δούμε, το πρόσωπο δοκιμάζεται από τον θάνατο αλλά και δοκιμάζει τις θρησκείες ενώπιον του θανάτου.
Γράφει χαρακτηριστικά ο Ματσούκας: «Ο θάνατος, ενώ κορυφώνει το κακό στον κόσμο στα όρια της προσωπικής εμπειρίας, συνάμα ο ίδιος διαδραματίζει πολλούς ρόλους στις δημιουργικές επιδόσεις του ανθρώπου. Κατά παράδοξο τρόπο ο θάνατος γίνεται ο ‘σκοτεινός’ καθρέφτης της ανθρώπινης ύπαρξης. Σ’ αυτόν καθρεφτίζεται και μαθαίνει κατά το εφικτό ποια είναι. Το σκοτάδι του θανάτου γίνεται το πέρασμα προς τη ζωή και το νόημα της».9 Με άλλα λόγια η παγκόσμια σταθερά του θανάτου επιτρέπει τη διαμόρφωση και αποκάλυψη του ανθρωπίνου προσώπου, γίνεται ο καμβάς πάνω στον οποίο μπορεί να ξεδιπλωθεί το δυναμικό του μέσα στη ζωή, το κίνητρο και ο καταλύτης της αλλαγής. Είναι μόνο επειδή υπάρχει το όριο που μπορεί να μάς δίδεται η εντύπωση μιας απεριόριστης προσωπικής και συλλογικής ανάπτυξης.


Συμπληρώνει ο ίδιος: «Ο άνθρωπος πεθαίνει από τη στιγμή που έμαθε πως πεθαίνει. Τον θάνατό του, συνειδητά ή ασυνείδητα, τον συσχετίζει όχι προς την καταστροφή της βιολογικής του υπόστασης- κάτι τέτοιο το θεωρεί πολύ φυσικό έτσι κι αλλιώς- αλλά προς την απώλεια του προσώπου του, προς τον εκμηδενισμό της προσωπικής του ζωής», γι’ αυτό «πολλές φορές θυσιάζει τη ζωή του με άμεσες ή έμμεσες ενέργειες του για να εξασφαλίσει μεταθανάτια φήμη και ένα ηρωικό όνομα».10 Με άλλα λόγια, ο βιολογικός θάνατος δεν αποτελεί σοβαρό πρόβλημα, ενώ αντίθετα «ο προσωπικός εκμηδενισμός αγγίζει τα όρια της μεταφυσικής που ρωτάει για ποιό λόγο ένα πρόσωπο να χάνεται».11 Επιθυμώντας δηλαδή να απαντήσουμε στο ερώτημα ποιά είναι η ψυχολογική φύση του άγχους του θανάτου, θα διαπιστώναμε μεν ότι πολλοί βιώνουν την αγωνία του θανάτου ως άγχος ενός ριζικού αποχωρισμού, ένα είδος υπαρξιακού πλέον άγχους αφού δεν πρόκειται για ένα εκ των συνηθισμένων γήινων αποχωρισμών, θα έπρεπε όμως ταυτόχρονα να αναγνωρίσουμε ότι κάποιοι άλλοι ωδινώνται με τη μορφή της αγωνίας ενώπιον του εκμηδένισης, μια μορφή αγωνίας ανώτερη ποιοτικά από την προηγουμένως αναφερθείσα.


Στο σημείο αυτό λοιπόν θα ήθελα να διατυπώσω την κεντρική πρόταση μου πως η στάση των θρησκειών απέναντι στον θάνατο εξαρτάται από –και ουσιαστικά μετατοπίζεται στην- στάση τους απέναντι στην έννοια του προσώπου. Το αν το πρόσωπο εκμηδενίζεται ή με οποιονδήποτε τρόπο αλλοιώνεται με τον θάνατο συνιστά βαρόμετρο της σημασίας που κατέχει ο θάνατος στη συγκεκριμένη θρησκεία ή θρησκευτική στάση. Και κατά φυσική συνέπεια είναι ανάλογοι και οι μηχανισμοί παρηγοριάς που η θρησκεία προσφέρει, δηλαδή στην πραγματικότητα οι χρήσεις της θρησκείας.
Στο σημείο αυτό βρίσκω εξόχως διδακτική και βοηθητική την περίπτωση του γνωστού Ρώσου αρχιμανδρίτη Σωφρονίου του Έσσεξ, ο οποίος έχει στα γραπτά του αποκαλύψει πολλές πτυχές του προσωπικού του ταξιδιού προς την πίστη. «Για τον γέροντα Σωφρόνιο το γεγονός του θανάτου αποκαλύπτει την υποστατική αρχή του ανθρώπινου είναι, αναδεικνύοντας το στοιχείο της ‘μικρο-απολυτότητας, ακόμα και της ‘μικρο-θεότητας’ το ανθρώπου- αν και στην αρνητική τους διάσταση. Ο θάνατος φανερώνει την ‘μικρο-απολυτότητα’ και ‘θεοείδεια’ του ανθρώπινου προσώπου. Εάν το πρόσωπο, ένα θεοειδές κέντρο, πάψει να υπάρχει, τότε οτιδήποτε συνέλαβε η συνείδηση- ο κόσμος ολόκληρος όπως υποκειμενικά τον προσλαμβάνει το συγκεκριμένο πρόσωπο- πεθαίνει μαζί του».12
Με αφορμή την τραγική εμπειρία του πρώτου παγκοσμίου πολέμου διακρίνουμε μια βασανιστική υπαρξιακή αγωνία του γέροντα Σωφρονίου ενώπιον του θανάτου ως μηδενισμού: «Ο θάνατός μου ελάμβανε μορφήν αφανισμού πάντων εκείνων άτινα εγνώριζον και μετά των οποίων συνεδεόμην υπαρκτικώς. Και τούτο ανεξαρτήτως του πολέμου. Ο αναπόφευκτος θάνατός μου δεν ήτο μόνον μικρόν τι και ατελευτήτως ασήμαντον γεγονός: ‘εις ολιγώτερον’. Ουχί. Εντός μου και μετ’ εμού απέθνησκε παν ό,τι συνέλαβεν η συνείδησις μου: οι πλησίον μου άνθρωποι, τα παθήματα και η αγάπη αυτών, όλη η εξέλιξις της ιστορίας, σύμπασα η Γη και ο ήλιος και τα άστρα και το άπειρον διάστημα, έτι δε και ο Ποιητής του κόσμου και Αυτός απέθνησκεν εντός εμού. Ολόκληρον εν γένει το είναι κατεβροχθίζετο υπό του σκότους της λήθης... Η αιωνία λήθη, ως κατάσβεσις του φωτός της συνειδήσεως, εβύθιζεν εμέ εις φρίκην. Η κατάστασις αύτη συνέτριβεν εμέ, εκυρίευεν εμού παρά την θέλησίν μου».13


Το παραπάνω αγωνιώδες βίωμα οπωσδήποτε το συμμερίζονται πολλοί άλλοι, λίγοι όμως είναι αυτοί που έχουν τη δυνατότητα να εξαγάγουν από αυτό συμπεράσματα για το ανθρώπινο πρόσωπο: «Και ιδού, άνευ οιουδήποτε συλλογισμού, αίφνης εγεννήθη εν τη καρδία μου η σκέψις: Εάν ο άνθρωπος δύναται να πάσχη τοσούτον βαθέως, τότε είναι μέγας ως προς την φύσιν αυτού».14 Ο άνθρωπος δηλαδή είναι πολύτιμος επειδή είναι μεγάλη η αγωνία του.15 Ο γέροντας Σωφρόνιος συν τω χρόνω επεξεργάσθηκε διεξοδικά τις σκέψεις του για το ανθρώπινο πρόσωπο και τις διατύπωσε σε διάφορα έργα του, παρέχοντάς μας έτσι ένα εμπλουτισμό και μια εμβάθυνση της θεολογικής μας κληρονομιάς που διαμόρφωσαν οι Πατέρες της Εκκλησίας.


Η φανέρωση αυτή του ανθρωπίνου προσώπου μέσα από την οδυνηρή βίωση του μυστηρίου του θανάτου επιτρέπει στο πρόσωπο και το παρακινεί να ζήσει υποστατικά, δηλαδή με αγάπη και ελευθερία. Αλλού γράφει: «η ‘μυστική’ μνήμη του θανάτου ελευθερώνει».16 Εδώ έχουμε μια πλήρη ανατροπή: η κατ’ εξοχήν δέσμευση και δουλεία του ανθρώπου στον κοινό προορισμό, ο θάνατος, να έχει τη δυνατότητα να ελευθερώνει! Αλλά αυτό καθίσταται εφικτό μόνο μέσα από το πρόσωπο του Χριστού.


Η σκέψη ότι ο άνθρωπος είναι πολύτιμος επειδή είναι μεγάλη η αγωνία του, φυσικά δεν είναι αποκλειστικά χριστιανική. Η ειδοποιός διαφορά που κομίζει ο χριστιανισμός έγκειται στο γεγονός ότι εδώ την αγωνία του θανάτου αγκάλιασε ο Ίδιος ο Θεός. Είναι αξιοπρόσεκτο ότι ο Χριστός έρχεται στον θάνατο με φόβο, όχι όπως ο Σωκράτης. Επιζητεί στήριξη από τους μαθητές Του. Αισθάνεται εγκαταλελειμμένος από τον Πατέρα Του προς τον Οποίο καταφεύγει με αγωνιώδεις δεήσεις (Εβρ. 5: 7).17 Αλλά αναλαμβάνοντας εκούσια την ανθρώπινη μοίρα του θανάτου κατέστησε και τον θάνατο (μαζί με όλη την ανθρώπινη φύση και ζωή) υπαρξιακό «τόπο» του Θεού. Έτσι ώστε, αντίστροφα, να γίνει ο «τόπος»-τρόπος του Θεού (με ό,τι αυτό σημαίνει) κατοικία του ανθρώπου. Επειδή η θεότητα μπόρεσε να χωρέσει μέσα στην αγωνία του θανάτου, και τελικά στον θάνατο τον ίδιο, εγκαταστάθηκε οριστικά μέσα στην ανθρωπινότητα. Η εμπιστοσύνη που τελικά έδειξε ο Υιός-Χριστός προς τον Πατέρα Του, και η οποία δικαιώθηκε με την Ανάσταση, γίνεται εικόνα και πρότυπο της εμπιστοσύνης την οποία καλείται να δείξει ο πιστός προς τον Χριστό, δηλαδή προς ένα Θεό που όντως πέθανε ο Ίδιος και αναστήθηκε. Εμπιστοσύνη προσώπου προς Πρόσωπο.


Συνεπώς στη χριστιανική πρόταση ζωής ο πιστός επωφελείται από την Ενανθρώπηση, τον Θάνατο και την Ανάσταση του Χριστού, για να συνδεθή μαζί Του προσωπικά, με τρόπο οντολογικό και όχι απλά συναισθηματικό, κατά το παύλειο «επιθυμώ αναλύσαι και συν Χριστώ είναι» (Φιλιπ. 1: 23). Ο θάνατος δηλαδή αλλάζει περιεχόμενο και μετατρέπεται σε συνάντηση και κοινωνία με ένα συγκεκριμένο Πρόσωπο-πηγή κάθε ζωής και κάθε χαράς. Το (αλλιώς ανυπέρβλητο) πρόβλημα του θανάτου μετασχηματίζεται τώρα σε συνάντηση και αδιαμεσολάβητη κοινωνία με το πρόσωπο του Χριστού, γι’ αυτό και η νεκρώσιμη ακολουθία μπορεί να ψάλλει: «Εν τω φωτί Χριστέ του προσώπου Σου και τω γλυκασμώ της Σης ωραιότητος ον εξελέξω ανάπαυσον ως φιλάνθρωπος».18


Έτσι νοηματοδοτείται ξανά από την αρχή ολόκληρος ο κόσμος και η ζωή. Έτσι μόνο κατανοεί κανείς εκφράσεις σαν αυτή του π. Δημητρίου Στανιλοάε, ότι με την Ανάσταση του Χριστού «ο χρόνος, από το να είναι ροή προς το θάνατο, κίνηση προς το χωρίς νόημα σκοτάδι, μετατράπηκε τώρα σε κίνηση προς την ανάσταση, μια ολοφώτεινη αποκάλυψη, ένα ατέλειωτο πανηγύρι».19


Σημειώσεις


1 Δημήτρη Μπεκριδάκη «Πέρα από τον ‘εξαγριωμένο’ θάνατο». Θρησκειολογία, τ. 3, 2002, σ. 153-170 (156).


2 Για τη σημερινή άρνηση του θανάτου στον δυτικό κόσμο βλέπε ενδεικτικά Ernest Becker The denial of death, The Free Press, 1973. Κρίστοφερ Λας Η κουλτούρα του ναρκισσισμού (1979), εκδ. Νησίδες, 1999, σ. 201-210. π. Φιλοθέου Φάρου Το πένθος, εκδ. Ακρίτας, 1981, σ. 58-67. Jonathan Dollimore Death, desire, and loss in western culture. Penguin books, 1998. Ζygmunt Bauman Ρευστός φόβος (2006), εκδ. Πολύτροπον, 2007, σ. 37-75. Επίσης στο βιβλίο «Όψεις του πολιτιστικού φαινομένου. Επιστημολογικές προσεγγίσεις του θανάτου και της ζωής», εκδ. Αντ. Σταμούλη, 2008, τα άρθρα του Δημήτρη Μαγριπλή Κοινωνικές καταγραφές του θανάτου από το Βυζάντιο έως σήμερα στην Ελληνική πραγματικότητα (σ. 17-48) και του Γεωργίου Αλεξιά Ο θάνατος ως show, ως καταναλωτικό αγαθό: η περίπτωση της έκθεσης ”Body Worlds”, σ. 73-98.


3 Σίγκμουντ Φρόϋντ «Εμείς και ο θάνατος» (1915), Εκ των υστέρων, τ. 7, 2002, σ. 9-21 (10).


4 Jean Baudrillard Symbolic exchange and death (1976), transl. Iain Hamilton Grant. Sage, 1993, σ. 127, 130.


5 Μάριου Μπέγζου Ψυχολογία της θρησκείας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 1996, σ. 93-116.


6 Μάριου Μπέγζου Ψυχολογία της θρησκείας, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 1996, σ. 94.


7 π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ Δημιουργία και απολύτρωση, εκδ. Πουρναρά, σ. 274-275.


8 Σταύρου Ζουμπουλάκη «Δημοτικό τραγούδι, λαϊκός πολιτισμός και Ορθόδοξη Εκκλησία». Νέα Εστία, Μάρτιος 2005, σ. 336-347 (338-339). Βλ. καί Αριστείδη Δουλαβέρα Η αξία της ζωής και η απαξία του θανάτου στα δημοτικά τραγούδια. «Όψεις του πολιτιστικού φαινομένου. Επιστημολογικές προσεγγίσεις του θανάτου και της ζωής», εκδ. Αντ. Σταμούλη, 2008, σ. 49-72.


9 Νίκου Ματσούκα Το πρόβλημα του κακού, εκδ. Πουρναρά, 3η έκδ. 1992, σ. 91.


10ό.π., σ. 96.


11 ό.π., σ. 97.


12 π. Νικολάου Σαχάρωφ Αγαπώ, άρα υπάρχω: η θεολογική παρακαταθήκη του γέροντα Σωφρονιου, 2η έκδ., 2008, Εν πλω, σ. 315.


13 Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, 1992, σ. 18.


14 Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, 1992, σ. 19.


15 Για την ανθρώπινη υπαρξιακή αγωνία βλ. Πάουλ Τίλλιχ Το θάρρος της υπάρξεως, εκδ. Δωδώνη και Σόρεν Κίρκεγκαρντ Η έννοια της αγωνίας, εκδ. Δωδώνη.


16 Οψόμεθα τον Θεόν καθώς εστι, 1992, σ. 25-27. Βλ. και Κωνσταντίνου Κορναράκη Si vis vitam, para mortem: Η αγωνία της υπάρξεως ενώπιον του θανάτου στη διαλεκτική μεταξύ θεολογικής και κοσμολογικής επιστημονικής σκέψεως. «Όψεις του πολιτιστικού φαινομένου. Επιστημολογικές προσεγγίσεις του θανάτου και της ζωής», εκδ. Αντ. Σταμούλη, 2008, σ. 169-202.


17 Oscar Cullmann Αθανασία της ψυχής ή Ανάσταση εκ των νεκρών; Η μαρτυρία της Καινής Διαθήκης, εκδ. Άρτος Ζωής, 1993, σ. 36-37.


18 Για μια σύγχρονη θεολογία του θανάτου βλ. π. Αδαμαντίου Αυγουστίδη Εν ασθενείαις καύχησις: θέματα εκκλησιαστικής αυτοσυνειδησίας, εκδ. Αρμός, σ. 31-43 και Ιωάννη Πλεξίδα Ο άνθρωπος ενώπιον του θανάτου: δοκίμιο για την ανθρώπινη περατότητα με αφορμή τις ακολουθίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας, εκδ. Αρμός, καθώς και τον συλλογικό τόμο Το μυστήριον του θανάτου εις την Λατρείαν της Εκκλησίας (πρακτικά θ΄ πανελληνίου λειτουργικού συμποσίου στελεχών Ιερών Μητροπόλεων), Κλάδος Εκδόσεων της Επικοινωνιακής και Μορφωτικής Υπηρεσίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, 2009.


19 π. Δημητρίου Στανιλοάε Ορθοδοξία, αναστάσιμη ζωή. «Ανάσταση και ζωή», Αρμός, 1996, σ. 104.


*Εισήγηση στα πλαίσια της εκδήλωσης της Εταιρείας Μελέτης των Σχέσεων Επιστήμης και Θρησκείας (ΕΜΕΣΕΘ) της 31 Μαΐου 2011 με θέμα "Λόγος περί θανάτου: Θρησκεία, Τέχνη και Επιστήμη μπροστά στο μεγάλο ερώτημα του θανάτου".


πηγή: Αντίφωνο