Σάββατο 26 Μαρτίου 2011

Ο Θεός δεν θα μας ρωτήσει

Αγνώστου συγγραφέως το μικρό αυτό κείμενο, έχει πλημμυρίσει τα μπλογκς της Ορθοδοξίας. Έχει και δω τη θέση του λοιπόν. Επ’ ωφελεία της ψυχής.

1. Ο Θεός δεν θα μας ρωτήσει τι μάρκα αυτοκίνητο οδηγούμε. Θα μας ρωτήσει πόσους ανθρώπους μεταφέραμε με το αυτοκίνητό μας, όταν δεν είχαν μέσο συγκοινωνίας να μετακινηθούν.
2. Ο Θεός δεν θα μας ρωτήσει πόσα τετραγωνικά είναι το σπίτι μας. Θα μας ρωτήσει πόσους ανθρώπους φιλοξενήσαμε σʼ αυτό.
3. Ο Θεός δεν θα μας ρωτήσει για τα επώνυμα και ακριβά ρούχα που έχουμε στις ντουλάπες μας. Θα μας ρωτήσει πόσους φτωχούς ντύσαμε.
4. Ο Θεός δεν θα μας ρωτήσει πόσο μεγάλο μισθό παίρνουμε. Θα μας ρωτήσει εάν συμβιβάσαμε τον χαρακτήρα μας για να τον αποκτήσουμε.
5. Ο Θεός δεν θα μας ρωτήσει τον τίτλο ή τα αξιώματα της εργασίας μας. Θα μας ρωτήσει εάν εκτελέσαμε την εργασία μας με ήθος και με προσοχή.
6. Ο Θεός δεν θα μας ρωτήσει πόσους φίλους έχουμε. Θα μας ρωτήσει με πόσους ανθρώπους είμαστε φίλοι.
7. Ο Θεός δεν θα μας ρωτήσει σε ποια γειτονιά μένουμε. Θα μας ρωτήσει πώς φερθήκαμε στους γείτονές μας.
8. Ο Θεός δεν θα μας ρωτήσει για το χρώμα του δέρματος μας. Θα μας ρωτήσει για το περιεχόμενο της καρδιάς μας.
9. Ο Θεός δεν θα μας ρωτήσει σε πόσα μέρη του κόσμου ταξιδεύσαμε και διασκεδάσαμε. Θα μας ρωτήσει εάν επισκεφτήκαμε φτωχικές συνοικίες και αν προσφερθήκαμε να βοηθήσουμε.
10. Ο Θεός δεν θα μας ρωτήσει αν είμαστε επώνυμοι και ισχυροί. Θα μας ρωτήσει αν είμαστε ταπεινοί και εάν συγχωρούμε τον πλησίον...

Παρασκευή 25 Μαρτίου 2011

Μη µας απογοητεύσετε

Αυτά τα λόγια απηύθυνε ένας φωτισμένος δάσκαλος στους µαθητές του, στο 2ο ΕΠΑΛ Αχαρνών για την επέτειο της 25ης Μαρτίου.

Απολαύστε και σεις αυτά που είπε σε 17χρονα παιδιά ...


Σκέφτηκα να σου µιλήσω για τον Καραϊσκάκη,
Αλλά το µυαλό σου θα πάει στο γήπεδο.


Σκέφτηκα να σου µιλήσω για το 21,
Αλλά ο νους σου θα πάει στην Ορίτζιναλ.


Συλλογίστηκα πολύ, για να καταλήξω αν αξίζει
Να σε ταλαιπωρήσω για κάτι τόσο µακρινό, τόσο ξένο.


Δύο αιώνες πίσω κάποια γεγονότα
Τι να λένε σε σένα; Σε εσένα που ßιάζεσαι να φύγεις,
Να πας για τσιγάρο, για καφέ ή για κάτι άλλο.


Θα σου µιλήσω λοιπόν προσωπικά.
Εγώ ο δάσκαλος που δούλεψα ένα χρόνο σε αυτό το σχολείο
Και σε δεκαπέντε µέρες φεύγω για αλλού
Σε εσένα που είσαι εδώ ένα, δύο, τρία
Ή και περισσότερα χρόνια,
Θα σου µιλήσω σταράτα
Για να σου εκφράσω δυο σκέψεις µου.


Οι µαθητές που συνάντησα µέσα στις τάξεις,
Οι µαθητές που δίδαξα φέτος
Στην συντριπτική τους πλειονότητα µε σεßάστηκαν,
Αν και δεν ανταποκρίθηκαν στις απαιτήσεις του µαθήµατος.


Πολλοί όµως από τους υπόλοιπους µαθητές
Δε µε σεβάστηκαν, µε προσέβαλαν κατ' επανάληψη.
Με έργα, µε λόγια, µε ύβρεις,
Δείχνοντας ένα χαρακτήρα και ένα ήθος
Που µε σόκαρε, που µε έßαλε σε µελαγχολικές σκέψεις.


Αυτό το φαινόµενο αποδεικνύει
Πως κάτι σάπιο υπάρχει σε αυτό το σχολείο,
Πως εκτός του γνωστικού ελλείµµατος
Το συγκεκριµένο σχολείο χωλαίνει δραµατικά
Και στο ηθικοπλαστικό του έργο,
Στη διαµόρφωση δηλαδή των µαθητικών ψυχών και πνευµάτων.
Και η ευθύνη για αυτήν την αποτυχία
Είναι ευθύνη αποκλειστικά δική µας,
Των δασκάλων σας και των γονιών σας.


Δεν έχουµε κατορθώσει να σας δείξουµε
Πως χωρίς αρχές η ζωή σας αύριο θα είναι µια κόλαση,
Πως χωρίς όνειρα και στόχους θα χρειαστείτε υποκατάστατα,
Θα καταφύγετε πιθανόν σε επιλογές που θα σας ξεφτιλίσουν,
Θα σας κάνουν να σιχαίνεστε τον εαυτό σας,
Θα σας γεµίσουν τη ζωή πλήξη και κούραση,
Θα σας γεράσουν πρόωρα.


Αν όµως θέλετε µια συµßουλή από ένα δάσκαλο,
Σκεφτείτε το παράδειγµα του Μακρυγιάννη,
Που έφτασε αγράµµατος µέχρι τα πενήντα σχεδόν,
Για να καταλάßει τότε πως η µόρφωση, η καλλιέργεια
Ήταν το όπλο που έλειπε από την προσωπική του θήκη..
Και κάθισε µε πολλή δυσκολία και χωρίς δάσκαλο
Και έµαθε πέντε κολλυßογράµµατα,
Για να µας πει την ιστορία του ßίου του,
Το παραµύθι της επανάστασης των υπόδουλων Ρωµιών.


Αυτό το παράδειγµα είναι για σένα το πιο κατάλληλο,
Και µπορείς τριάντα χρόνια νωρίτερα από το στρατηγό Μακρυγιάννη
Να ακολουθήσεις το δρόµο που εκείνος έδειξε,
το µονοπάτι της καλλιέργειας, το δρόµο της παιδείας,
Τη λεωφόρο της προσωπικής σου προκοπής.


Δεν είστε σε τίποτε λιγότερο ικανοί από
Τον µπάσταρδο γιο της καλογριάς, τον Αρßανίτη Γιώργη Καραϊσκάκη.
Ήταν κι αυτός αθυρόστοµος σαν κι εσάς,
Αλλά είχε αυτό που από τα αλßανικά µάθαµε σαν µπέσα,
Ήταν πάνω απ´ όλα µπεσαλής.
Αυτό θα 'θελα να έχετε κι εσείς.
Υπευθυνότητα, µπέσα, τσίπα.
Να αναλαµßάνετε τις ευθύνες σας,
Να απεχθάνεστε την υποκρισία, να σιχαίνεστε το συµφέρον,
Να µισείτε το ψέµα και την ευθυνοφοßία.


Η αγάπη για τον τόπο του, η λατρεία για την πατρίδα του
Ήταν αυτό που χαρακτήριζε τη ζωή του Νικήτα Σταµατελόπουλου,
του Νικηταρά.
Αγωνίστηκε στη διάρκεια της επανάστασης,
Συνέßαλε στην απελευθέρωση της πατρίδας του
Κι έπειτα φυλακίστηκε,
Για να χαθεί σ' ένα στενοσόκακο του Πειραιά,
Σχεδόν τυφλωµένος, πάµπτωχος και εγκαταλειµµένος από όλους,
Δε ζήτησε τίποτε από την ελεύθερη Ελλάδα
Κι όταν οι γύρω του τον παρακινούσαν να απαιτήσει
Από την κυßέρνηση µια πλούσια σύνταξη,
Απαντούσε πως η πατρίδα τον αµείßει πολύ καλά,
Λέγοντας ψέµατα, για να µην προσßάλει την πατρίδα του.


Είναι δύσκολο, το κατανοώ, το παράδειγµα του Νικηταρά.
Αλλά νοµίζω πως κι εσείς είστε ικανοί για τα δύσκολα,
Μπορείτε να ακολουθήσετε το δρόµο της αξιοπρέπειας,
Να προσπαθήσετε τίµια και µε αγωνιστικότητα
Για εσάς και για το µέλλον της οικογένειας που
Αύριο θα κάνετε.


Ξέρω, καταλαßαίνω, αντιλαµßάνοµαι
Πως σας προτείνω µια διαδροµή ζωής δύσκολη και απαιτητική,
Όταν δίπλα σας κυριαρχεί ο εύκολος δρόµος
των γονιών, των δασκάλων, των πολιτικών,
της εποχής στην οποία µεγαλώνετε.
Όµως κάθε εποχή ελπίζει στους νέους της,
Περιµένει από αυτούς να σηκώσουν ψηλά
Και µε επιτυχία τη σηµαία του αγώνα
και να οδηγήσουν την πατρίδα τους, τον τόπο τους
σε καλύτερες µέρες, σε πιο φωτεινές σελίδες.


Κι όταν ßλέπω την εποχή µας
Να µαραζώνει χωµένη στην αλλοτρίωση,
Να ξεψυχά από την τηλεοπτική ανία,
Να µουχλιάζει από το κυνήγι της ευκολίας,
Μόνο σε εσάς ελπίζω,
Στην ειλικρινή σας διάθεση
να αγωνιστείτε,
να αντισταθείτε,
να πολεµήσετε,
να νικήσετε.
Μη µας απογοητεύσετε…

Τρίτη 22 Μαρτίου 2011

Fukushima 50: Το Ιαπωνικό μοντέλο


Του Λουκά Βελιδάκη, από το www.nooz.gr, 22.03.2011


 «Δεν έχω δει τη μητέρα μου να κλαίει τόσο πολύ. Μπαμπά, σε παρακαλώ, γύρνα πίσω ζωντανός».

«Ξέσπασα σε δάκρυα όταν έμαθα ότι ο πατέρας μου, που θα έβγαινε στη σύνταξη σε έξι μήνες, συμμετέχει εθελοντικά. Στο σπίτι δεν έμοιαζε με κάποιον που θα μπορούσε να συμμετάσχει σε μεγάλα πράγματα, όμως σήμερα είμαι πολύ περήφανη γι’ αυτόν».

«Ο πατέρας μου αποδέχθηκε τη μοίρα του. Είναι κάτι σαν θανατική καταδίκη».

«Ο γιος μου και οι συνάδελφοί του το έχουν συζητήσει και έχουν υποσχεθεί να πεθάνουν, αν χρειαστεί, για να σώσουν τη χώρα. Μου είπε ότι το δέχτηκαν ότι πιθανόν όλοι θα πεθάνουν από τη νόσο που προκαλείται εξαιτίας της έκθεσης σε υψηλά επίπεδα ραδιενέργειας μεσοπρόθεσμα ή από καρκίνο μακροπρόθεσμα». 


Υπάρχει τρόπος μέτρησης του ηρωισμού στην πραγματική ζωή και όχι στη μυθιστορία; Ενδεχομένως το μέτρο να είναι η αυτοθυσία για το κοινό καλό. Στην τραυματισμένη από το σεισμό, το τσουνάμι και τον ενδεχόμενο πυρηνικό όλεθρο Ιαπωνία, ο ηρωισμός μετριέται σε μικροσίβερτ και έχει κωδική ονομασία: «Fukushima 50».

Αυτός είναι ο τίτλος που δόθηκε από τα διεθνή ΜΜΕ για τους εργαζόμενους στους πυρηνικούς αντιδραστήρες της Φουκουσίμα Νταΐτσι που επλήγησαν από το σεισμό των 8,9 R της 11.03.2011 στη θαλάσσια περιοχή της Ιαπωνίας. Πρόκειται για 50 εργαζόμενους (από τους 800) που παρέμειναν επί τόπου, όταν η διαχειρίστρια εταιρεία TEPCO κάλεσε σε εκκένωση του χώρου, για να περιορίσουν την υπερθέρμανση των αντιδραστήρων, καθώς τα ψυκτικά κυκλώματα είχαν καταρρεύσει.

Εν συνεχεία, ο αριθμός των καμικάζι-εργαζόμενων αυξήθηκε, φθάνοντας μέχρι και τους 580, προκαλώντας παγκόσμια συγκίνηση για την αυτοθυσία τους- με άμεσο κίνδυνο για τη ζωή τους δίνουν επί μέρες τη μάχη στους πυρηνικούς αντιδραστήρες προκειμένου η χώρα τους, αλλά και ο πλανήτης ολόκληρος, να αποφύγει την πυρηνική καταστροφή. Πρόκειται αναμφίβολα για αποστολή αυτοκτονίας.

Οι «Fukushima 50» είναι εθελοντές, όλοι μεσήλικες, οι περισσότεροι κοντά στη σύνταξη- κι αυτό διότι οι ιαπωνικές αρχές επιδίωξαν, εν μέσω χάους, να χρησιμοποιήσουν για αυτή την αποστολή εργαζόμενους μεγαλύτερης ηλικίας, ώστε να υποφέρουν λιγότερο (ή καθόλου…) όταν αρχίσουν να γίνονται εμφανή τα συμπτώματα από την έκθεση σε ραδιενεργή ακτινοβολία, μετά από χρόνια.

Ο πρωθυπουργός της Ιαπωνίας, Ναότο Καν, αναγνωρίζοντας τη γενναιότητα τους δήλωσε: «Εσείς είστε οι μόνοι που μπορείτε να αντιμετωπίσετε αυτή την κρίση. Η υποχώρηση είναι αδιανόητη». Ο ίδιος, στις 18 Μαρτίου, σημείωσε εμφατικά: «Οι εργαζόμενοι είναι έτοιμοι να πεθάνουν».

Σημειώνεται ότι ελάχιστα προσωπικά στοιχεία έχουν δει το φως της δημοσιότητας για τους εθελοντές της Φουκουσίμα. Οι ήρωες εκεί, μπροστά στην καταστροφή, δεν έχουν όνομα, παρά μόνο έναν άθλο μπροστά τους, που πρέπει να φέρουν εις πέρας.

Τα διεθνή ΜΜΕ κλίνουν ταπεινά το γόνυ απέναντι στον ηρωισμό των εργαζομένων στους πυρηνικούς αντιδραστήρες. Μεταξύ άλλων, ο βρετανικός Guardian εξέφρασε το θαυμασμό του, το France 24 έκανε λόγο για τους «απρόσωπους ήρωες», ενώ η Daily Mirror σημείωσε: «Το κουράγιο των εργαζόμενων, που ρισκάρουν την ίδια τους τη ζωή προκειμένου να αποφευχθεί μία πυρηνική καταστροφή, είναι μία ιστορία ταπεινού ηρωισμού. Μία ομάδα εργατών που αποδέχεται να λάβει μέρος σε αποστολή αυτοκτονίας για το κοινό καλό».

Στην Ιαπωνία, ο ηρωισμός έχει ως «μονάδα μέτρησης» τη θυσία για ένα κοινό καλό- με όπλο τη στωικότητα και την άρνηση να κοιτάξεις πίσω, να δεις τις πιθανές συνέπειες των πράξεων σου. Οι «Fukushima 50» ακολουθούν αβίαστα και εθελοντικά το ιαπωνικό μοντέλο. Κερδίζοντας- δικαίως- τον παγκόσμιο θαυμασμό.


Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

Μισώ τους αδιάφορους

«Μισώ τους αδιάφορους. Πιστεύω ότι το να ζεις σημαίνει να εντάσσεσαι κάπου. Όποιος ζει πραγματικά δεν μπορεί να μην είναι πολίτης και ενταγμένος. Η αδιαφορία είναι αβουλία, είναι παρασιτισμός, είναι δειλία, δεν είναι ζωή. Γι’ αυτό μισώ τους αδιάφορους.

Η αδιαφορία είναι το νεκρό βάρος της ιστορίας. Η αδιαφορία δρα δυνατά πάνω στην ιστορία. Δρα παθητικά, αλλά δρα. Είναι η μοιρολατρία. Είναι αυτό που δεν μπορείς να υπολογίσεις. Είναι αυτό που διαταράσσει τα προγράμματα, που ανατρέπει τα σχέδια που έχουν κατασκευαστεί με τον καλύτερο τρόπο.

Είναι η κτηνώδης ύλη που πνίγει την ευφυΐα. Αυτό που συμβαίνει, το κακό που πέφτει πάνω σε όλους, συμβαίνει γιατί η μάζα των ανθρώπων απαρνείται τη βούλησή της, αφήνει να εκδίδονται νόμοι που μόνο η εξέγερση θα μπορέσει να καταργήσει, αφήνει να ανέβουν στην εξουσία άνθρωποι που μόνο μια ανταρσία θα μπορέσει να ανατρέψει. Μέσα στη σκόπιμη απουσία και στην αδιαφορία λίγα χέρια, που δεν επιτηρούνται από κανέναν έλεγχο, υφαίνουν τον ιστό της συλλογικής ζωής, και η μάζα είναι σε άγνοια, γιατί δεν ανησυχεί.

Φαίνεται λοιπόν σαν η μοίρα να συμπαρασύρει τους πάντες και τα πάντα, φαίνεται σαν η ιστορία να μην είναι τίποτε άλλο από ένα τεράστιο φυσικό φαινόμενο, μια έκρηξη ηφαιστείου, ένας σεισμός όπου όλοι είναι θύματα, αυτοί που τον θέλησαν κι αυτοί που δεν τον θέλησαν, αυτοί που γνώριζαν κι αυτοί που δεν γνώριζαν, αυτοί που ήταν δραστήριοι κι αυτοί που αδιαφορούσαν. Κάποιοι κλαψουρίζουν αξιοθρήνητα, άλλοι βλαστημάνε χυδαία, αλλά κανείς ή λίγοι αναρωτιούνται: αν είχα κάνει κι εγώ το χρέος μου, αν είχα προσπαθήσει να επιβάλλω τη βούλησή μου, θα συνέβαινε αυτό που συνέβη;

Μισώ τους αδιάφορους και γι’ αυτό: γιατί με ενοχλεί το κλαψούρισμά τους, κλαψούρισμα αιωνίων αθώων. Ζητώ να μου δώσει λογαριασμό ο καθένας απ’ αυτούς με ποιον τρόπο έφερε σε πέρας το καθήκον που του έθεσε και του θέτει καθημερινά η ζωή, γι’ αυτό που έκανε και ειδικά γι’ αυτό που δεν έκανε. Και νιώθω ότι μπορώ να είμαι αδυσώπητος, ότι δεν μπορώ να χαλαλίσω τον οίκτο μου, ότι δεν μπορώ να μοιραστώ μαζί τους τα δάκρυά μου.

Είμαι ενταγμένος, ζω, νιώθω ότι στις συνειδήσεις του χώρου μου ήδη πάλλεται η δραστηριότητα της μελλοντικής πόλης, που ο χώρος μου χτίζει. Και μέσα σ’ αυτήν την πόλη η κοινωνική αλυσίδα δεν βαραίνει τους λίγους, μέσα σ’ αυτήν κάθε συμβάν δεν οφείλεται στην τύχη, στη μοίρα, μα είναι ευφυές έργο των πολιτών. Δεν υπάρχει μέσα σ’ αυτήν κανείς που να στέκεται να κοιτάζει από το παράθυρο ενώ οι λίγοι θυσιάζονται, κόβουν τις φλέβες τους. Ζω, είμαι ενταγμένος. Γι’ αυτό μισώ αυτούς που δεν συμμετέχουν, μισώ τους αδιάφορους».

Αντόνιο Γκράμσι*,  11 Φεβρουαρίου 1917

















Mετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς

*Ο Αντόνιο Γκράμσι (Antonio Gramsci, Άλες Σαρδηνίας, 23 Ιανουαρίου 1891 — Ρώμη, 27 Απριλίου 1937) ήταν Ιταλός συγγραφέας, πολιτικός και πολιτικός επιστήμονας.

Κυριακή 27 Φεβρουαρίου 2011

Το τελευταίο μάθημα

Το κείμενο που ακολουθεί, αποτελεί απόσπασμα από το τελευταίο μάθημα στους φοιτητές της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης του Συνταγματολόγου Αριστόβουλου Μάνεση, πριν συλληφθεί το 1968 από το δικτατορικό καθεστώς για τις δημοκρατικές του ιδέες. Δημοσιεύτηκε στο βιβλίο του "Συνταγματική Θεωρία και Πράξη", Θεσσαλονίκη 1980, με τίτλο "Το τελευταίο μάθημα επί δικτατορίας".

Ψίθυροι κυκλοφορούν απειλητικά, τις τελευταίες αυτές μέρες, για επικείμενες "εκκαθαρίσεις" στο Πανεπιστήμιο. Το γεγονός ότι μεταξύ των ονομάτων των υπό απόλυση καθηγητών αναφέρεται και το δικό μου -και αυτό δεν το θεωρώ διόλου περίεργο- μου παρέχει το δικαίωμα και μου επιβάλλει το καθήκον να σας καταστήσω, σήμερα που βρίσκομαι ακόμη κοντά σας, κοινωνούς ορισμένων σκέψεών μου που ίσως δεν θα μπορώ να σας τις πω αύριο [...]

Θα μιλήσω χωρίς περιστροφές για την ηθικοπολιτική πλευρά του ζητήματος. Κάτω από τις συνθήκες που ζούμε η σιωπή δεν είναι "χρυσός"~ είναι "λίβανος και σμύρνα". Διότι η σιωπή μπορεί να ερμηνευθεί σαν αποδοχή ή συναίνεση: "ο σιωπών δοκεί συναινείν", qui tacet consentire videtur (=όποιος σιωπά φαίνεται ότι συναινεί), κατά το ρωμαϊκό δίκαιο. Δεν έχω λοιπόν το δικαίωμα να σιωπήσω, αφού σωπαίνοντας θα εμφανιζόμουν ως αποδεχόμενος ή ανεχόμενος τα όσα γίνονται. Υπάρχουν στη ζωή, την ατομική και την κοινωνική, στιγμές που πρέπει κανείς να πει το μεγάλο "ναι" ή το μεγάλο "όχι".

Σε τέτοιες στιγμές, σαν τις τωρινές, το ουσιώδες είναι, πιστέψτε με, να προστατεύσει κανείς τον εαυτό του, όχι από τη δίωξη, αλλά από τον εξευτελισμό. Να περισώσει την αξιοπρέπειά του ως ανθρώπου, ως πολίτη, ως επιστήμονα. Και έτσι να περιφρουρήσει, επίσης, το κύρος της πανεπιστημιακής έδρας που έχει την τιμή να κατέχει, η οποία, ως έδρα της πολιτικής ελευθερίας, είναι φυσικό, εφόσον βρίσκεται στο ύψος της, να δέρνεται από τις πολιτικές καταιγίδες...

Φαίνεται ότι ήδη έφτασε η ώρα να εφαρμοσθούν οι υποθήκες που έχουν εξαγγελθεί. Σε ό,τι με αφορά, το ξαναδηλώνω: όσο θα μπορώ να διδάσκω το μάθημα του Συνταγματικού Δικαίου, θα το διδάσκω σαν μάθημα της πολιτικής ελευθερίας. Αν δε το αποψινό μου μάθημα συμβεί να είναι το τελευταίο, θα ήθελα να σας παρακαλέσω να κρατήσετε από τη διδασκαλία μου την ουσία της: τη σημασία της πολιτικής ελευθερίας, ως ιστορικής κατακτήσεως για την παραπέρα εξέλιξη του κοινωνικού βίου και ως προϋποθέσεως για τη γενικότερη απελευθέρωση και καταξίωση του ανθρώπου. Και επειδή θεωρία και πράξη είναι αλληλένδετες, το ουσιώδες είναι να μείνει κανείς ελεύθερος, όρθιος και αλύγιστος απέναντι στους καταναγκαστικούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς των κρατούντων.
 

Μην επιτρέψετε να σας εξανδραποδίσουν. Διατηρήστε, μέσα στους ζοφερούς και άρρωστους καιρούς, άγρυπνη και ανυπόταχτη τη σκέψη σας, περιφρουρήστε την άγια υγεία και ρωμαλεότητα της ψυχής σας, κρατήστε στητό και αγέρωχο το ωραίο ανάστημά σας.

Και αν η Εξουσία, που την συμφέρει να έχει παθητικούς και πολιτικά αδιάφορους υπηκόους, σας πει ότι, έτσι κάνοντας, δεν είστε φρόνιμοι και νομοταγείς πολίτες, αποδείξτε της ότι καλός πολίτης είναι μόνον ο ελεύθερος πολίτης, ο συνειδητός, ενεργός και υπεύθυνος πολίτης. Και θυμίστε της ότι ο Περικλής είχε πει στον "Επιτάφιο": όποιος αδιαφορεί για τα πολιτικά πράγματα του τόπου του είναι, όχι φιλήσυχος, αλλ' άχρηστος, "αχρείος" πολίτης.
 

Και μη ξεχνάτε, στις σημερινές δύσκολες για την Πατρίδα μας και το Λαό μας περιστάσεις, τα λόγια του ποιητή - και θέλω μ' αυτά να σας αποχαιρετήσω:

"Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι~
θέλει αρετήν και τόλμην
η Ελευθερία".


Αριστόβουλος Μάνεσης 


 

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

Κι' έκατσα σε μίαν πέτραν μόνος και έκλαιγα

Tότε, εκεί που καθόμουν εις το περιβόλι μου και έτρωγα ψωμί, πονώντας από τις πληγές, όπου έλαβα εις τον αγώνα και περισσότερο πονώντας δια τις μέσα πληγές όπου δέχομαι δια τα σημερινά δεινά της Πατρίδος, ήλθαν δύο επιτήδειοι, άνθρωποι των γραμμάτων, μισομαθείς και άθρησκοι, και μου ξηγώνται έτσι: «Πουλάς Ελλάδα, Μακρυγιάννη».

Εγώ, στην άθλιαν κατάστασίν μου, τους λέγω: «Αδελφοί, με αδικείτε. Ελλάδα δεν πουλάω, νοικοκυραίγοι μου. Τέτοιον αγαθόν πολυτίμητον δεν έχω εις την πραμάτειαν μου. Μα και να τό' χα, δεν τό' δινα κανενός. Κι' αν πουλιέται Ελλάδα, δεν αγοράζεται σήμερις, διότι κάνατε τον κόσμον εσείς λογιώτατοι, να μην θέλει να αγοράσει κάτι τέτοιο».

Έφυγαν αυτοί. Κι' έκατσα σε μίαν πέτραν μόνος και έκλαιγα. Μισός άνθρωπος καταστάθηκα από το ντουφέκι του Τούρκου, τσακίστηκα εις τις περιστάσεις του αγώνα και κυνηγιέμαι και σήμερον. Κυνηγιώνται και άλλοι αγωνιστές πολύ καλύτεροί μου, διότι εγώ είμαι ο τελευταίος και ο χειρότερος. Και οι πιο καλύτεροι όλων αφανίστηκαν.

Αυτοί που θυσίασαν αρετή και πατριωτισμόν, για να ειπωθεί ελεύτερη η Ελλάδα κι' εχάθηκαν φαμελιές ολωσδιόλου, είπαν να ζητήσουν ένα αποδειχτικόν που να λέγει ότι έτρεξαν κι' αυτοί εις την υπηρεσίαν της Πατρίδος και Τούρκο δεν άφηκαν αντουφέκιγο.

Πήγε να' νεργήσει η Κυβέρνηση και βγήκαν κάτι τσασίτες και σπιγούνοι, που δουλεύουν μίσος και ιδιοτέλεια, και είπαν «όχι». Και είπαν και βρισιές παλιές δια τους αγωνιστές. Για να μην πάρουν το αποδειχτικόν, ένα χαρτί που δεν κάνει τίποτες γρόσια.

Πατρίδα να θυμάσαι εσύ αυτούς όπου, δια την τιμήν και την λευτερίαν σου, δεν λογάριασαν θάνατο και βάσανα. Κι' αν εσύ τους λησμονήσεις, θα τους θυμηθούν οι πέτρες και τα χώματα, όπου έχυσαν αίματα και δάκρυα.

Θεέ, συχώρεσε τους παντίδους, που θέλουν να μας πάρουν τον αγέρα που αναπνέομεν και την τιμήν που με ντουφέκι και γιαταγάνι πήραμε. Εμείς το χρέος, το κατά δύναμιν, επράξαμεν. Και αυτοί βγήκαν σήμερον να προκόψουν την Πατρίδα. Μας γέμισαν φατρία και διχόνοιαν. Και την Πατρίδα δεν την θέλουν Μητέρα κοινή. Αμορόζα εις τα κρεβάτια τους την θέλουν. Γι' αυτό περνούν και ρεθίζουν τον κόσμον με τέχνες και καμώματα.

Και καζαντίσαν αυτοί πουγγιά και αγαθά και αφήκαν τους αγωνιστές, τις χήρες και τα ορφανά εις την άκρην. Αυτοί είναι οι ανθρώπινοι λύκοι, που φέραν δυστυχήματα και κίντυνον εις τον τόπον. Ας όψονται.

Τότε που η Τουρκιά εκατέβαινε από τα ντερβένια και ολίγοι έτρεχαν με ολίγα ντουφέκια, με τριχιές δεμένα, να πολεμήσουν, θέλοντας λευτεριάν ή θάνατον, οι φρόνιμοι ασφάλιζαν τις φαμελιές τους εις τα νησιά κι' αυτοί τρέχαν εις ρεματιές και βουνά, μη βλέποντας ποτέ Τούρκου πρόσωπον. Κι' όταν ακούγαν τα ντισμπάρκα των Τούρκων, τρέχαν μακρύτερα. Τώρα θέλουν δικήν τους την Πατρίδα και κυνηγούν τους αγωνιστές.

Εγίναμε θηρία που θέλουν κριγιάτα (κρέατα) ανθρωπινά να χορτάσουν. Και χωρίζουν τον κόσμον σε πατριώτες και αντιπατριώτες. Αυτοί γίναν οι σημαντικοί της Πατρίδος και οι άλλοι να χαθούν. Δεν ξηγιώνται γλυκότερα να φυλάξωμεν Πατρίδα και να δούμεν λευτερίαν πραγματικήν. Ρωμαίγικον δεν φτιάχνεται χωρίς ούλλοι να θυσιάσουν αρετήν και πατριωτισμόν. Και χωρίς να πάψει η μέσα, η δική μας τυραγνία.

Και βγήκαν τώρα κάτι δικοί μας κυβερνήτες, Έλληνες, σπορά της εβραιουργιάς, που είπαν να μας σβήσουν την Αγία Πίστη, την Ορθοδοξία, διότι η Φραγκιά δεν μας θέλει με τέτοιο ντύμα Ορθόδοξον. Και εκάθησα και έκλαιγα δια τα νέα παθήματα. Και επήγα πάλιν εις τους φίλους μου τους Αγίους. Άναψα τα καντήλια και ελιβάνισα λιβάνιν καλόν αγιορείτικον.

Και σκουπίζοντας τα δάκρυά μου τους είπα: «Δεν βλέπετε που θέλουν να κάμουν την Ελλάδα παλιόψαθα; Βοηθείστε, διότι μας παίρνουν, αυτοί οι μισοέλληνες και άθρησκοι, ό,τι πολυτίμητον τζιβαϊρικόν έχομεν. Φραγκεμένους μας θέλουν τα τσογλάνια του τρισκατάρατου του Πάπα. Μην αφήσετε, Άγιοί μου αυτά τα γκιντί πουλημένα κριγιάτα της τυραγνίας να μασκαρέψουν και να αφανίσουν τους Έλληνες, κάνοντας περισσότερα κακά από αυτά που καταδέχθηκεν ο Τούρκος ως τίμιος εχθρός μας».

Ένας δικός μου αγωνιστής μου έφερε και μου διάβασεν ένα παλαιόν χαρτί, που έγραψεν ο κοντομερίτης μου Άγιος παπάς, ο Κοσμάς ο Αιτωλός. Τον εκρέμασαν εις ένα δέντρον Τούρκοι και Εβραίοι, διότι έτρεχεν ο ευλογημένος παντού και εδίδασκεν Ελλάδα, Ορθοδοξία και Γράμματα.

Έγραφεν ο μακάριος εκείνος ότι: «Ένας άνθρωπος να με υβρίσει, να φονεύσει τον πατέρα μου, την μητέρα μου, τον αδελφόν μου και ύστερα το μάτι να μου βγάλει, έχω χρέος σαν χριστιανός να τον συγχωρήσω. Το να υβρίσει τον Χριστόν μου και την Παναγία μου, δεν θέλω να τον βλέπω».


Τάδε έγραφε Μακρυγιάννης.




Δευτέρα 7 Φεβρουαρίου 2011

Το ξεθωριασμένο καρό φουστάνι

ή αλλιώς “ποτέ δεν ξέρεις”

Μία γυναίκα που φορούσε ένα ξεθωριασμένο καρό φουστάνι με το σύζυγό της, ντυμένο με ένα φτωχικό κοστούμι, κατέβηκαν από το τρένο στη Βοστώνη και κατευθύνθηκαν προς το γραφείο του προέδρου του Πανεπιστημίου Harvard. Δεν είχαν ραντεβού.
Η γραμματέας μπορούσε να καταλάβει από την πρώτη στιγμή ότι τέτοιοι επαρχιώτες δεν είχαν καμία δουλειά στο Harvard.
"Θα θέλαμε να δούμε τον πρόεδρο" είπε ο άντρας με χαμηλή φωνή.
"Θα είναι απασχολημένος όλη μέρα" απάντησε η γραμματέας κοφτά.
"Θα περιμένουμε" απήντησε η γυναίκα.
Για ώρες η γραμματέας τους αγνοούσε, ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή θα απογοητευτούν και θα φύγουν.
Καθώς όμως είδε ότι δεν έφευγαν, η γραμματέας αποφάσισε να ενοχλήσει τον πρόεδρο, παρόλο που δεν το ήθελε με τίποτα.
"Ίσως αν τους δείτε για ένα λεπτό, να φύγουν" του είπε!
Εκείνος αναστέναξε με αγανάκτηση και έγνεψε θετικά. Κάποιος τόσο σημαντικός όσο αυτός σίγουρα δεν είχε το χρόνο να δέχεται ανθρώπους ντυμένους με ξεθωριασμένα καρό φουστάνια και φτωχικά κοστούμια. Ο πρόεδρος στράφηκε προς το ζευγάρι με ύφος βλοσυρό και αλαζονικό.
Η γυναίκα του είπε "Είχαμε έναν γιο που φοίτησε στο Πανεπιστήμιό σας για ένα χρόνο. Το αγαπούσε και ήταν πολύ ευτυχισμένος εδώ. Αλλά δυστυχώς πριν από ένα χρόνο σκοτώθηκε απρόσμενα. Ο άντρας μου και εγώ θα θέλαμε να χτίσουμε ένα μνημείο για αυτόν στο χώρο του Πανεπιστημίου."
Ο πρόεδρος δεν συγκινήθηκε καθόλου. Αντιθέτως εκνευρίστηκε.
"Κυρία μου" απάντησε με αναίδεια "δεν μπορούμε να βάζουμε αγάλματα για κάθε άνθρωπο που φοίτησε στο Harvard και πέθανε. Αν το κάναμε, τότε αυτό το μέρος θα έμοιαζε με νεκροταφείο."
"Οχι" απάντησε γρήγορα η γυναίκα, "δεν θέλουμε να στήσουμε ένα άγαλμα. Σκεφτήκαμε να δωρήσουμε ένα κτίριο στο Harvard."
Ο πρόεδρος γύρισε τα μάτια του. Έριξε μία ματιά στο ξεθωριασμένο καρό φουστάνι και το φτωχικό κοστούμι και φώναξε: "Ένα κτίριο! Έχετε ιδέα πόσο κοστίζει ένα κτίριο; Έχουμε περισσότερα από επτάμισι εκατομμύρια δολάρια σε κτίρια εδώ στο Harvard."
Για μία στιγμή η γυναίκα έμεινε σιωπηρή. Ο πρόεδρος χαμογέλασε χαιρέκακα. Ίσως ήρθε η ώρα να τους ξεφορτωθεί. Η γυναίκα στράφηκε προς τον άντρα της και είπε ήρεμα:
"Μόνο τόσα χρειάζονται για να φτιάξει κανείς ένα πανεπιστήμιο; Γιατί δεν φτιάχνουμε το δικό μας τότε;"
Ο σύζυγος έγνεψε θετικά. Το πρόσωπο του προέδρου κιτρίνισε και καταλήφθηκε από σύγχυση.
Ο κύριος και η κυρία Leland Stanford σηκώθηκαν όρθιοι και βγήκαν έξω. Ταξίδεψαν μέχρι το Palo Alto στην Καλιφόρνια όπου ίδρυσαν το Πανεπιστήμιο  που φέρει το όνομά τους, το Πανεπιστήμιο Stanford, στη μνήμη ενός γιού τον οποίο το Harvard είχε ξεχάσει.